11.12.18

Διάτρητο πόρισμα για παράνομες απελάσεις


Εκθετοι για ανακριβή, αν όχι εσφαλμένη, ενημέρωση της κοινής γνώμης, διεθνών οργανισμών και ευρωπαϊκών υπηρεσιών, μένουν οι πρώην υπουργοί Μεταναστευτικής Πολιτικής Γιάννης Μουζάλας και Προστασίας του Πολίτη Νίκος Τόσκας, από το πόρισμα της Γενικής Επιθεωρήτριας Δημόσιας Διοίκησης (ΓΕΔΔ) που δημοσιοποιεί σήμερα η «Εφ.Συν.» αναφορικά με τις αμφισβητούμενες απελάσεις προσφύγων από τη Λέρο και τη Μεσσηνία στην Τουρκία, τον Οκτώβριο του 2016.

Την ίδια στιγμή, το ίδιο το πόρισμα της ΓΕΔΔ εμφανίζεται εξαιρετικά προβληματικό, καθώς δεν απαντά σχεδόν σε κανένα ερώτημα, ενώ αντιθέτως προξενεί απορίες για τον τρόπο που έγινε ο έλεγχος, για τις αντιφάσεις που περιέχει και για τη σκοπιμότητά του.

Πρόκειται για δύο σοβαρά περιστατικά παραβίασης του διεθνούς δικαίου, που παρακολούθησε συστηματικά η «Εφ.Συν.» και που έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις τόσο από την Υπατη Αρμοστεία σε διεθνές επίπεδο όσο και από τον Συνήγορο του Πολίτη. Το πρώτο περιστατικό αφορά την απέλαση 42 προσφύγων από την Πελοπόννησο στα τέλη Οκτωβρίου 2016 (ανήκαν σε ομάδα 131 προσφύγων που εντοπίστηκε στις αρχές του μήνα ανοιχτά της Πύλου) και μιας πενταμελούς οικογένειας από τη Λέρο, που μεταφέρθηκε στην Κω για να απελαθεί (ανήκε σε ομάδα 91 προσφύγων που έφτασαν στη Μήλο στις αρχές του μήνα και οδηγήθηκαν στη συνέχεια στη Λέρο).

Σύμφωνα με καταγγελίες στην εφημερίδα μας, οι πρόσφυγες είχαν εκφράσει ενδιαφέρον να ζητήσουν άσυλο, ενώ στην περίπτωση της Πελοποννήσου δεν είχε επιτραπεί στην Υπατη Αρμοστεία και σε δικηγόρο να προσεγγίσουν τους πρόσφυγες, που κρατούνταν σε αστυνομικά τμήματα.

19 μήνες για... 18 σελίδες

Το πόρισμα της ΓΕΔΔ («Εκθεση ελέγχου σε υπηρεσίες του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής», Αριθμός Εκθεσης 2/2018) βγήκε τον Ιούνιο του 2018 και αφορά έλεγχο Ειδικών Επιθεωρητών του Γραφείου της ΓΕΔΔ με εντολή που δόθηκε στις 17 Νοεμβρίου 2016, δέκα μέρες ύστερα από σχετικό αίτημα του γραφείου του υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής Γιάννη Μουζάλα.

Ο χρόνος των 19 μηνών μέχρι την ολοκλήρωσή του ελέγχου φαίνεται αξιοσημείωτα μεγάλος, καθώς μάλιστα οι ελεγχόμενες ενέργειες των Αρχών σημειώνονται σε διάστημα λίγων ημερών στην κάθε υπόθεση, ενώ και η έκταση του πορίσματος μόλις και ξεπερνά τις 18 σελίδες.


Δημοσιεύματα της «Εφ.Συν.» τον Οκτώβριο του 2016 για τις παράνομες απελάσεις |
Ο χρόνος για την ολοκλήρωσή του ελέγχου αποτελεί σημαντικό στοιχείο, διότι χρησιμοποιείται στο ίδιο το πόρισμα σαν επιχείρημα προκειμένου να αιτιολογηθεί εν μέρει η αδυναμία να βγει συμπέρασμα σχετικά με τις ενέργειες των αστυνομικών αρχών στην υπόθεση της Πελοποννήσου. «Για τα καταγγελλόμενα από την Υπατη Αρμοστεία ως προς τη μη τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών ως προς την υποδοχή και ταυτοποίηση των αφιχθέντων αλλοδαπών, το κλιμάκιο ελέγχου του ΓΕΔΔ ενεργώντας διοικητικό έλεγχο, αφού έλαβε υπόψη και τις απαντήσεις της ΕΛ.ΑΣ., [και] κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αμφοτέρωθεν ισχυρισμοί αφορούν σε πραγματικά περιστατικά που λόγω και της παρόδου αρκετού χρονικού διαστήματος από την πραγματοποίησή τους αλλά και της φύσης του διενεργούμενου ελέγχου ως αμιγώς διοικητικού δεν είναι δυνατόν να διασταυρωθούν και να διακριβωθούν πέραν αμφιβολίας», αναφέρει.

Με άλλα λόγια, 19 μήνες μετά την εντολή διενέργειας του ελέγχου και 20 μήνες από τότε που σημειώθηκαν οι αμφισβητούμενες ενέργειες της αστυνομίας, το κλιμάκιο της ΓΕΔΔ έρχεται να ισχυριστεί ότι αδυνατεί να καταλήξει σε συμπέρασμα, λόγω και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε. Εύλογα προκαλείται το ερώτημα: γιατί άφησε η ΓΕΔΔ να μεσολαβήσει τόσο μεγάλο διάστημα ώστε να υπονομεύεται η εξαγωγή συμπερασμάτων;

Αλλά σ’ αυτό το σημείο το πόρισμα εμφανίζεται αντιφατικό. Γιατί στην υπόθεση της Λέρου, που αφορά την ίδια περίοδο με αυτήν της Πελοποννήσου, το διάστημα που μεσολάβησε δεν εμπόδισε το κλιμάκιο της ΓΕΔΔ να καταλήξει σε συμπέρασμα, απαλλάσσοντας από κάθε ευθύνη την Υπηρεσία Πρώτης Υποδοχής (ΥΠΥΤ) του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής:

«Εν κατακλείδι, από τα συγκεντρωθέντα στοιχεία και τη διοικητική έρευνα του κλιμακίου, φαίνεται να ακολουθήθηκαν εντός των οριζόμενων από την κείμενη νομοθεσία προθεσμιών όλα τα επιμέρους στάδια υποδοχής, καταγραφής και ταυτοποίησης των παρανόμως εισελθόντων αλλοδαπών. Πλην όμως, η Ελληνική Αστυνομία, για λόγους που δεν γνωστοποίησε, προέβη στην επαναπροώθηση, μεταξύ άλλων, και της ανωτέρω οικογένειας».

Πράγματι, το πόρισμα αναφέρει ότι οι υπηρεσίες της ΥΠΥΤ παρέθεσαν στοιχεία στη ΓΕΔΔ ότι στις 14 Οκτωβρίου 2016 παρέλαβαν γνωστοποίηση του ενδιαφέροντος των προσφύγων να υποβάλουν αίτημα για άσυλο και ότι έβγαλαν αποφάσεις παραπομπής προς την ΕΛ.ΑΣ. Αλλά η αστυνομία διαβεβαιώνει εγγράφως τη ΓΕΔΔ ότι μέχρι την αποχώρηση των προσφύγων από τη Λέρο στις 21 Οκτωβρίου 2016 δεν υπήρξε καμία εκδήλωση βούλησης υποβολής αιτήματος ασύλου. Οπως δέχεται το πόρισμα, «η δήλωση βούλησης διεθνούς προστασίας εμφαίνεται στο ηλεκτρονικό σύστημα καταγραφής που τηρείται (POLICE ONLINE) και για τη συγκεκριμένη οικογένεια, αυτή καταχωρίσθηκε στις 21.10.2016».

Με άλλα λόγια, το ηλεκτρονικό σύστημα της αστυνομίας ενημερώθηκε επτά μέρες μετά την ενημέρωση της αστυνομίας από τις αρμόδιες υπηρεσίες σχετικά με το ενδιαφέρον της οικογένειας να ζητήσει άσυλο. Ηταν βέβαια αργά. Η απέλαση της οικογένειας είχε πραγματοποιηθεί, ενώ μάλιστα υπήρχαν αντίθετες προειδοποιήσεις τόσο από την Υπατη Αρμοστεία όσο και από οργάνωση που δραστηριοποιείται στο πεδίο. Ποιοι ευθύνονται για τη μη έγκαιρη ενημέρωση του ηλεκτρονικού συστήματος και για τη βεβιασμένη απέλαση των προσφύγων;




Ο LHM και η οικογένειά του που λίγες ημέρες αφότου έφτασαν στην Ελλάδα για να αναζητήσουν διεθνή προστασία, τον Οκτώβριο του 2016, που απελάθηκαν μαζί με άλλους Σύρους στην Τουρκία

Στο σημείο αυτό, το πόρισμα της ΓΕΔΔ νίπτει τας χείρας του με έναν καταπληκτικό ισχυρισμό: «Ο έλεγχος νομιμότητας και σκοπιμότητας των ενεργειών της ΕΛ.ΑΣ. δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης [...]». Ο ίδιος ισχυρισμός επαναλαμβάνεται και στην υπόθεση της Πελοποννήσου, συμπληρωματικά με την επίκληση της αδυναμίας συμπεράσματος λόγω μεγάλης χρονικής απόστασης:

«Ετι περαιτέρω, επειδή αφορούν σε ζητήματα εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της ΕΛ.ΑΣ. η ενδελεχής και πλήρης διερεύνησή τους ως εκφεύγουσα των αρμοδιοτήτων του ΓΕΔΔ, θα καθίστατο δυνατή μόνο διά της διενέργειας εσωτερικής έρευνας - ΕΔΕ από τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ. (Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων). Το αυτό ισχύει και αναφορικά με τη δυνατότητα διερεύνησης των λόγων για τους οποίους οι αστυνομικές αρχές προέβησαν σε περιορισμό των συλληφθέντων στα κρατητήρια των αστυνομικών τμημάτων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις συνθήκες κράτησής τους».

Δηλαδή, η ΓΕΔΔ δηλώνει αναρμόδια να ελέγξει τον πυρήνα των δύο υποθέσεων, που αφορά φυσικά ενέργειες της ΕΛ.ΑΣ., και το δηλώνει όχι στο αρχικό στάδιο, όταν υποδέχεται το αίτημα για έλεγχο, αλλά 19 μήνες μετά, όταν έχει ήδη ολοκληρώσει το πόρισμα.

Αλλά στις 9 Νοεμβρίου 2016, το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής ανακοίνωνε ότι τόσο ο υπουργός Γιάννης Μουζάλας όσο και ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Νίκος Τόσκας κατέθεσαν επείγον αίτημα στη ΓΕΔΔ να ελεγχθούν οι κατηγορίες για τις παράνομες απελάσεις.

«Επιλέχθηκε να διεξαχθεί έρευνα στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, ώστε να μη δημιουργηθούν αμφιβολίες και σκιές για τη διαδικασία», σημείωνε η ανακοίνωση. Είναι φανερό εκ του αποτελέσματος πόσο υψηλό ήταν το επίπεδο της ποιότητας της έρευνας και αν πέτυχε να διαλύσει σκιές και αμφιβολίες. Αλλά το σοβαρότερο είναι πως η ανακοίνωση ενέπλεκε τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη Νίκο Τόσκα, δίνοντας την εντύπωση πως ο έλεγχος της ΓΕΔΔ συμπεριλαμβάνει πράγματι τις ενέργειες της αστυνομίας. Την εμπλοκή του κ. Τόσκα δεν τη διέψευσαν ούτε ο ίδιος ούτε η ΓΕΔΔ.
«Αναρμόδιο»

Μάλιστα η ΕΛ.ΑΣ. επικαλέστηκε την έρευνα της ΓΕΔΔ, όταν της τέθηκε το θέμα από τον Μηχανισμό Αναφορών της FRONTEX, o οποίος απευθύνθηκε επίσης στον Συνήγορο του Πολίτη. Ωστόσο, το πόρισμα δεν περιλαμβάνει καμία αναφορά σε αίτημα του τότε υπουργού Προστασίας του Πολίτη και αναφέρεται μόνο σε αίτημα του τότε υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής, ενώ βέβαια καταλήγει ότι είναι αναρμόδιο ως προς τις ενέργειες της αστυνομίας.

Στην πρόσφατη έκθεσή του για τις «Επιστροφές Αλλοδαπών» το 2017, ο Συνήγορος του Πολίτη θέτει ζήτημα παραβίασης των διαδικασιών του ευρωπαϊκού Μηχανισμού Αναφορών και σημειώνει ότι επισήμανε στις ελληνικές αρχές ότι ο χρόνος διενέργειας της έρευνας «υπερβαίνει καταφανώς κάθε εύλογο όριο εσωτερικής έρευνας της Διοίκησης».

Το ζήτημα τέθηκε και σε πρόσφατη ημερίδα του Συνηγόρου του Πολίτη, όπου ο προϊστάμενος Κλάδου Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων, υποστράτηγος ΕΛ.ΑΣ. Αχιλλέας Σκανδάλης, ενημέρωσε ότι, μετά την ολοκλήρωση του πορίσματος της ΓΕΔΔ, η ΕΛ.ΑΣ. διέταξε ΕΔΕ για τις αμφισβητούμενες απελάσεις.

Το πόρισμα ολοκληρώνεται με μία παράγραφο προτάσεων προς τη διοίκηση, όπου εντοπίζεται άλλη μια κραυγαλέα αντίφαση. Παρ’ όλο που το κλιμάκιο των επιθεωρητών δηλώνει αναρμόδιο ως προς την αστυνομία και παρ’ όλο που απαλλάσσει την ΥΠΥΤ από την ευθύνη για τη μη έγκαιρη ηλεκτρονική καταγραφή του ενδιαφέροντος των προσφύγων να ζητήσουν άσυλο, συστήνει στο «υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής σε συνεργασία με το Αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. να εκδώσουν εγκυκλίους, κατά λόγο αρμοδιότητας, προς όλους τους εμπλεκομένους για την αυστηρή τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας υποδοχής και διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών με έμφαση στην άμεση ανταπόκριση σε περίπτωση εκδήλωσης βούλησης χορήγησης διεθνούς προστασίας και στην αμελητί ηλεκτρονική αποτύπωση αυτής, προκειμένου να είναι εγκαίρως ορατή από όλες τις συναρμόδιες υπηρεσίες».

Στην υπόθεση αυτή, πάντως, η έγκαιρη και αυστηρή τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας και η άμεση ανταπόκριση φαίνεται να αποτελούν το ζητούμενο για την ίδια την έρευνα της ΓΕΔΔ.

Δεν ενημερώθηκε η Υπατη Αρμοστεία
Καμία ενημέρωση δεν έχει για το πόρισμα της ΓΕΔΔ η Υπατη Αρμοστεία, σχεδόν έξι μήνες μετά την ολοκλήρωσή του, όπως προκύπτει από δήλωση του Οργανισμού στην «Εφ.Συν.».

«Η Υπατη Αρμοστεία είχε δημόσια εκφράσει την έντονη ανησυχία της τον Οκτώβριο του 2016, όταν μία ομάδα 10 υπηκόων Συρίας επεστράφησαν με αεροπλάνο από την Κω στα Αδανα της Τουρκίας, χωρίς να ληφθεί υπόψη το αίτημά τους για άσυλο.

»Η Υπατη Αρμοστεία είχε τότε ζητήσει από τις ελληνικές αρχές τη διερεύνηση της υπόθεσης, η οποία παραπέμφθηκε εν τέλει στη Γενική Επιθεωρήτρια Δημόσιας Διοίκησης. Σήμερα, σχεδόν δύο χρόνια μετά, περιμένουμε ακόμα ενημέρωση για τα πορίσματα αυτής της έρευνας, ή για άλλες έρευνες που μπορεί να έχουν διαταχθεί.

»Αν και δεν γνωρίζουμε να έχει συμβεί άλλο παρόμοιο περιστατικό σε νησί του Αιγαίου από τότε, είναι σημαντικό να τονίσουμε ξανά την ανάγκη να υπάρξει πλήρης, έγκαιρη και διαφανής διερεύνηση της υπόθεσης, έτσι ώστε να αποσαφηνιστούν οι συνθήκες υπό τις οποίες εξελίχθηκαν τα γεγονότα και να ληφθούν, αναλόγως, τα κατάλληλα μέτρα, μεταξύ των οποίων και μέτρα πρόληψης, έτσι ώστε τέτοια περιστατικά να μη συμβούν στο μέλλον», σημειώνει ο διεθνής οργανισμός.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου