7.7.21

«Πρέπει να πηγαίνεις εκεί όπου δεν σε θέλουν»



 Η δραστήρια δημοσιογράφος και ντοκιμαντερίστα Ανζελίκ Κουρούνη μοιράζεται την εμπειρία του ντοκιμαντέρ της, «Χρυσή Αυγή: Υπόθεση Ολων μας», που κάνει πρεμιέρα (και online) στο 23ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Στόχος της, η απάντηση στο τραυματικό ερώτημα πώς μπορεί, στην Ελλάδα και σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, σήμερα, με το βίωμα ή τη γνώση της Ιστορίας, να επιβιώνει ή και να κυριαρχεί ο φασισμός.

Η Ανζελίκ Κουρούνη και ο Θωμάς Ιακόμπι, δημοσιογράφοι και ντοκιμαντερίστες, είναι τα δυο πρόσωπα που περισσότερο απ’ όποιο άλλο έχουν ταυτιστεί με τη ζωντανή καταγραφή της ανόδου και της πτώσης της Χρυσής Αυγής και του φασιστικού μορφώματος στην Ελλάδα.

Πριν από πέντε χρόνια, το 2016, με το βραβευμένο ντοκιμαντέρ τους, «Χρυσή Αυγή: Προσωπική Υπόθεση», που προβάλλεται ελεύθερα στο YouTube, έδωσαν ταυτότητα στον τρόμο, παρακολουθώντας την άνοδο του ναζιστικού κόμματος στην εξουσία, την είσοδό του στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Η ταινία έκτοτε χρησιμοποιείται από το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα αλλά αξιοποιήθηκε και από την πολιτική αγωγή ως τεκμήριο στη δίκη της Χρυσής Αυγής.

Αυτή η δίκη, η πενταετής πορεία της, η καθαρτική αλλά και πολυσήμαντη κατάληξή της στο Εφετείο τον Οκτώβριο του 2020, αποτελεί το αντικείμενο του νέου ντοκιμαντέρ της θαρραλέας Ανζελίκ Κουρούνη, «Χρυσή Αυγή: Υπόθεση Ολων μας», που κάνει την πρεμιέρα του στο 23ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και από σήμερα, Πέμπτη 1η Ιουλίου, προβάλλεται και διαδικτυακά στο online.filmfestival.gr.

Η Κουρούνη, με μια συναρπαστική αφοσίωση και τόλμη, παρακολουθεί πεισματικά και από κοντά την πορεία της δίκης, επιλέγοντας ως πρωταγωνίστριά της τη δωρική μορφή της Μάγδας Φύσσα, αλλά παράλληλα μιλώντας με δικηγόρους, πολιτικούς, «πρώην» χρυσαυγίτες, ανθρώπους του πνεύματος. Στόχος της, όχι μόνο η μαρτυρία των γεγονότων, αλλά και κάτι ακόμα μεγαλύτερο: η απάντηση στο τραυματικό ερώτημα του πώς μπορεί, στην Ελλάδα και σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, στον κόσμο των ημερών μας, με το βίωμα ή τη γνώση της Ιστορίας, να επιβιώνει ή και να κυριαρχεί ο φασισμός.




 Πώς περάσαμε από την «προσωπική υπόθεση» στο «υπόθεση όλων μας»; Τι συντέλεσε σ’ αυτό;

Η προσωπική υπόθεση ήταν οι δικοί μου φόβοι, ειλικρινείς και βαθείς, διότι -σκεφτόμουν- αν αυτοί οι άνθρωποι ήρθαν στα πράγματα, η οικογένειά μου κι εγώ τη βάψαμε. Ενα πρόβλημα θα έχουμε, σε ποιο βαγόνι θα μπούμε. Αυτό που με άγχωνε τότε και με παραξένευε, με εξόργιζε, είναι ότι η πολιτεία, τα ΜΜΕ, ο κόσμος, οι πολιτικοί θεωρούσαν ότι μπορούσε να υπάρξει μια συνεργασία με την «κοστουμάτη» Χρυσή Αυγή, όπως είχε πει κι ο Μπάμπης Παπαδημητρίου.

Δηλαδή αυτό σημαίνει ότι έχουμε έναν... καθωσπρέπει ναζισμό; Δεν καίγεται η γλώσσα του να το λέει; Οταν αυτά σου τα λιβανίζει όλη μέρα η τηλεόραση και η πολιτεία... Ρώτα τον γιατί έχει τη σβάστικα τατουάζ στο χέρι. Με ποια δικαιοδοσία πήγαν στις λαϊκές, στα νοσοκομεία και ζητούσαν ταυτότητες. Τους αφήναν να τα κάνουν. Κι αυτό στο υπόβαθρο της κρίσης της οικονομικής, την εποχή που ο κόσμος είχε σιχαθεί τους πολιτικούς, ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. που κυβερνούσαν 70 χρόνια.

Η πρώτη ταινία ήταν η προσωπική έρευνα. Η δεύτερη ήταν άλλο πράγμα. Είπα, γίνεται η δίκη, δεν υπάρχει περίπτωση να μην την τραβήξω, πίστευα μάλιστα ότι θα ήμασταν πολλοί και σκεφτόμουν, μήπως κάνω κάτι διαφορετικό, να δώσω μάχη για πλάνα, αλλά με μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα ότι ήμουν μόνη. Εν καιρώ ειρήνης, σ’ ένα αστικό δικαστήριο, να δικάζεται ένα νόμιμο πολιτικό κόμμα, που ψήφισαν μισό εκατομμύριο άτομα και εκπροσωπήθηκε με βουλευτές στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Πώς μπορεί η δημοκρατία να δώσει αυτή τη μάχη χωρίς να ποδοπατήσει τις αρχές της; Η δημοκρατία είναι ευάλωτο σύστημα απέναντι σ’ αυτά τα μορφώματα, που στην ουσία είναι εγκληματικές οργανώσεις.

 Τι σημαίνει για σας η φιγούρα της Μάγδας Φύσσα;

Η Μάγδα Φύσσα είναι η γυναίκα που ένωσε το αντιφασιστικό κίνημα, που δυστυχώς είναι διάσπαρτο –όταν πας σε πορεία έχεις 15 μπλόκα και το ένα δεν θέλει να αναμειχθεί με το άλλο–, που μπορεί να μη συμφωνούν μεταξύ τους, ίσως και η ίδια να μη συμφωνεί με ορισμένους από αυτούς, αλλά ενώθηκαν γύρω της μ’ έναν μόνο στόχο, να μπει η Χρυσή Αυγή στη φυλακή. Δεύτερος λόγος είναι ότι, χωρίς να το θέλει, έγινε αυτό το σύμβολο της αντιφασιστικής αφύπνισης, σε μια Ελλάδα που άργησε να αντιδράσει.

Το τρίτο είναι ότι η Μάγδα ήταν αποκλειστικά ο λόγος –και το ξέρω γιατί μίλησα με τα άτομα της πρώτης μου ταινίας, εκείνους που ψήφισαν τη Χ.Α. ως «ψήφο διαμαρτυρίας»– για τον οποίο αυτός ο κόσμος δεν ψήφισε πια τη ΧΑ. Κανείς άλλος, ούτε οι πολιτικοί ούτε το αντιφασιστικό κίνημα δεν το κατάφεραν αυτό. Ηταν η μάνα, η γυναίκα με την οποία ο κάθε γονιός μπορούσε να ταυτιστεί. Η αξιοπρέπειά της, η παρουσία της μας ενέπνευσε όλους. Και το πιο τεχνικό, αλλά βασικό, είναι ότι, ενώ θα μπορούσε να ζητήσει αποκλειστικά να δικαστεί ο δολοφόνος του Παύλου Φύσσα, ο Ρουπακιάς που θα καταδικαζόταν σε ισόβια, δέχτηκε να πάρει το ρίσκο να μπει η δική της υπόθεση για να δέσει με τις άλλες 31 υποθέσεις και να γίνει ποινική δίωξη κατά της Χρυσής Αυγής, για να αποδειχτεί ότι είναι εγκληματική οργάνωση, με στρατιωτική δομή, ότι δολοφόνος ήταν μεν ο Ρουπακιάς, αλλά τη διαταγή έδωσαν στελέχη της Χ.Α. στον υψηλότερο βαθμό. Εάν η Φύσσα δεν είχε δεχτεί, δεν θα είχε γίνει αυτό και θα είχαμε το αποτέλεσμα μιας καταδίκης του Ρουπακιά και κανενός άλλου.

Ωστόσο, κεντρικοί στην ταινία είναι δυο χαρακτήρες. Ο σημαντικότερος είναι η Μάγδα Φύσσα. Μαζί, φυσικά, η πολιτική αγωγή που έδωσε μάχη και μέσα στο δικαστήριο αλλά και έξω για να ξεστραβωθεί ο κόσμος, να καταλάβει πόσο σημαντική είναι αυτή η δίκη. Ενώ στη δίκη της «17Ν» μαθαίναμε την παραμικρή λεπτομέρεια, βλέπαμε βίντεο, οικογενειακές φωτογραφίες, τα πάντα, τώρα δεν υπήρχε η δέουσα κάλυψη, ούτε στην Ελλάδα ούτε στο εξωτερικό.

Ομως, ο δεύτερος χαρακτήρας μου είναι ο Λεωνίδας Κοντουδάκης, ο οποίος ερχόταν με τη Μάγδα κάθε μέρα. Ο άνθρωπος αυτός ήταν μάρτυρας στη δίκη του Λαμπράκη κι ερχόταν κάθε μέρα, γιατί ήθελε να δώσει υποστήριξη στη Μάγδα. Η δολοφονία Λαμπράκη τότε και η δολοφονία του Παύλου Φύσσα τώρα, ήταν τα δυο γεγονότα που έσπασαν τον φόβο που είχε ο κόσμος προς τον φασισμό.



● Η δίκη της Χ.Α. και το πόρισμά της ήταν μια από τις πολύ λίγες στιγμές εθνικής υπερηφάνειας, τα τελευταία χρόνια. Τι πιστεύετε ότι λέει αυτό για την Ελλάδα και την Ευρώπη;

Αυτή η δίκη δεν εξάρθρωσε την Ακροδεξιά, τον φασισμό, τον ναζισμό ούτε στην Ελλάδα ούτε στον κόσμο, αυτό θα συνεχίσει να υπάρχει. Αυτό που έγινε, όμως, είναι ότι διαμελίσαμε τις δομές. Δεν μπορούμε να εξαρθρώσουμε την ιδέα του φασισμού, αλλά μπορούμε να ακυρώσουμε την κάθε δομή που έχουμε. Να μην έχουν χώρο στα κοινοβούλια, τα ΜΜΕ, τα σχολεία, την κοινωνική, πολιτική ζωή σε οποιαδήποτε χώρα και, βέβαια, στην Ελλάδα. Η Χ.Α., όπως την ξέραμε, δύσκολα θα ξαναχτιστεί, με τα τάγματα εφόδου και την ατιμωρησία που απολάμβανε.

Αυτή η δίκη είναι ένα όπλο που, εάν η πολιτεία θέλει, μπορεί να χρησιμοποιήσει για να γίνει μια κάθαρση. Που δεν έγινε το ’74, αυτή η «αποχουντοποίηση» - για τον Στρατό έγινε, αλλά όχι στον δικαστικό χώρο, την αστυνομία, την Εκκλησία, τους εκπαιδευτικούς. Ξέρουμε ότι στα εκλογικά τμήματα όπου ψήφισαν τα ΜΑΤ, πάνω από 50% ψήφισαν τη Χρυσή Αυγή. Αυτό εξηγεί τη βία στους δρόμους, τι συνέβη στον Κυπραίο, στον Ζακ, στον Θωμά που τον χτύπησαν δυο φορές. Η δίκη δίνει αυτό το εργαλείο. Αν η πολιτεία θέλει να το χρησιμοποιήσει για την κάθαρση, τώρα μπορεί.

● Για σας δημοσιογραφία και ντοκιμαντέρ είναι το ίδιο; Ποιος είναι για σας ο βασικός κανόνας για το καθένα;

Το ντοκιμαντέρ δεν είναι απαραιτήτως δημοσιογραφικό, αλλά υπάρχουν πολλά ντοκιμαντέρ που αφηγούνται ιστορίες καθημερινότητας. Επειδή η καθημερινότητα είναι μέρος της δημοσιογραφίας, μπορεί να είναι στενά συνδεδεμένο με τη δημοσιογραφία. Εχω στο μυαλό μου το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Μαρκ Γκαστίν, «Θέμις». Δεν είναι αποκλειστικά δημοσιογραφικό, έχει να κάνει με το πώς λειτουργεί η δικαιοσύνη, αλλά είναι αφηγηματικό. Η Μαριάννα Οικονόμου, με το «Οταν ο Βάγκνερ συνάντησε τις ντομάτες», έκανε ένα ντοκιμαντέρ για την αγροτική ζωή. Είναι δημοσιογραφικό, αλλά δεν είναι το κίνητρο αυτό. Και στους δυο το κίνητρο είναι να πουν μια ιστορία. Το κάθε ντοκιμαντέρ είναι μια ιστορία, κάποια είναι πιο μαχητικά και δεμένα με την καθημερινότητα, πιο πολιτικοποιημένα. Το «Προσωπική Υπόθεση» είναι... μπάσταρδο, μεταξύ ρεπορτάζ και ντοκιμαντέρ.

Το δεύτερο, το «Υπόθεση Ολων μας», ευελπιστώ να μου αναγνωρίσουν ότι είναι ένα καθαρό ντοκιμαντέρ. Εδώ έχεις και την πολυτέλεια των πιο αργών πλάνων, που στο δημοσιογραφικό ντοκιμαντέρ δεν έχεις, κάνεις και μια καλλιτεχνική έρευνα ως προς την εικόνα, η μουσική είναι ένας χαρακτήρας της έρευνας. Ως προς τη δημοσιογραφία, το θέμα είναι να πας και να ελέγξεις εσύ αυτά που σου λένε, εκεί όπου δεν θέλουν να πας, όπου δεν σε παίρνει, να κάνεις έρευνα.

Οταν σου έρχεται ένα δελτίο Τύπου, η δουλειά σου δεν είναι να το αναπαραγάγεις, κατά την άποψή μου, γιατί έτσι είσαι απλώς εκπρόσωπος Τύπου. Είναι ν’ αναρωτηθείς γιατί μου το στέλνουν, γιατί τώρα, ποιοι είναι αυτοί που μου το στέλνουν; Τι μου λέει; Οτι η συγκομιδή προτοκαλιών είναι πολύ καλή φέτος; Δεν πάω να μιλήσω και με τους αγρότες, να τους ρωτήσω; Το δελτίο Τύπου είναι η αρχή μιας έρευνας ακόμα και για το παραμικρό. Η δουλειά σου δεν είναι να μεταφέρεις ό,τι ο ένας λέει βρέχει κι ο άλλος δεν βρέχει. Είναι ν’ ανοίξεις το παράθυρο να δεις αν βρέχει.

● Τι θέλετε να πετύχετε μ’ αυτό το ντοκιμαντέρ; Τι θα σας κάνει να πείτε ότι άξιζε τον κόπο;

Για την ταινία αγωνιζόμαστε ακόμα. Χρηματοδοτήθηκε από το Ιδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ (παράρτημα Ελλάδας) κι από τον κόσμο. Ακόμα δεν έχουμε διανομέα, δεν ξέρουμε αν, πώς και πότε θα παιχτεί η ταινία στις αίθουσες και γι’ αυτό συνεχίζεται το crowd funding.

Στη συγκεκριμένη ταινία, το ότι κάθε φορά που την ξαναβλέπαμε με την ομάδα μου για διορθώσεις, που ήταν πάρα πολλές, υπότιτλους κτλ., κάθε φορά στα ίδια σημεία ήμασταν συγκινημένοι, κλαίγαμε, στο τέλος χειροκροτούσαμε, φωνάζαμε, αυτό μας λέει ότι ΟΚ, κάναμε κάτι που άξιζε τον κόπο. Αξιζε τον κόπο να βγει στον αέρα όλη η προσπάθεια της πολιτικής αγωγής. Να καταλάβει ο κόσμος τον πόνο της Μάγδας. Να δείξουμε ότι σιγά σιγά υπάρχει ελπίδα, γιατί είχα μια συμπαράσταση του κόσμου που με συγκίνησε πάρα πολύ, άξιζε τον κόπο, όπως και για τις άλλες ταινίες που έκανα, διότι ευαισθητοποίησα, βάλαμε ένα λιθαράκι με την ομάδα μου στο να γίνει γνωστή μια κατάσταση, μια υπόθεση, την οποία πάρα πολλοί θέλουν απλώς να την κουκουλώσουν. Γι’ αυτό λέω ότι πρέπει να πηγαίνεις εκεί όπου δεν σε θέλουν. Οσο πιο δύσκολα είναι τόσο πιο πολύ μουλαρώνω. Οσο πιο πολλά εμπόδια, δεν το βάζω κάτω, πολλές φορές ξεπερνώ και τα όρια των αντοχών μου, αλλά το κάνω. Αν είναι σωστό, δεν ξέρω, για τους γύρω μου είναι δύσκολο.

Στην πρώτη μου ταινία είχα τρία μικρά παιδιά, εγώ έφαγα ξύλο, σ’ αυτήν εδώ ο Θωμάς δυο φορές έφαγε ξύλο, υπήρχε ένας κίνδυνος, αλλά, όπως λέει κι ο Θωμάς, «φοβόμαστε, ακόμα και τώρα, αλλά αυτός ο φόβος, αυτή η οργή, θα τους γίνει αγγούρι. Δεν θα κάνουμε ποτέ πίσω». Εγώ δουλεύω στο Charlie Hebdo, με το που μπαίνω στην εφημερίδα είμαι υπό προστασία, έκανα την έρευνα στις δύσκολες συνοικίες ακραίου ισλαμικού πληθυσμού στο Παρίσι, ήθελα να δω, αυτοί που έγραφαν στους τοίχους ότι συμφωνούσαν μ’ αυτό που έγινε, μετά το μακελειό έχουν ακόμα τα κότσια να μας το πουν; Δεν τα είχανε.

Αν ο κόσμος δει την ταινία και κλάψει, αν τραγουδήσει, τότε άξιζε. Εγώ ευελπιστώ –μου το κράτησαν ορισμένες ομάδες αντιεξουσιαστών και αριστερών μανιάτικο– ότι την ταινία μου θα πάω να την παίξω σε πόλεις ακροδεξιές, με δημαρχίες ακροδεξιές. Το σημαντικό είναι να πας εκεί όπου δεν περνά ο λόγος σου, εκεί όπου δεν γνωρίζουν ότι ένας μετανάστης μπορεί να προσφέρει, ότι η Ακροδεξιά αποτελεί κίνδυνο για δικαιώματα εργατών, γυναικών. Εκεί μπορείς να μιλήσεις και να μετατοπίσεις όχι βέβαια στελέχη, αλλά ψηφοφόρους. Εστω κι ένας ν’ αλλάξει γνώμη, τότε άξιζε. Ελπίζω να είναι ακόμα λιγότεροι οι οπαδοί που σκέφτονται «ίσως να μην είναι τόσο κακιά η Χ.Α.», τότε άξιζε. Να μπεις φασίστας και να βγεις προβληματισμένος τουλάχιστον. Αν το νιώσει αυτό έστω ένας ή μία, κερδίσαμε.


Συνέντευξη στην: Λήδα Γαλανού


Πηγή:Εφσυν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου