27.5.21

Πώς ανώτατα στελέχη των ναζί αναδείχθηκαν σε γκουρού του μεταπολεμικού μάνατζμεντ




Η γερμανική ιστορία της εργασίας μετά το 1945 αποτελεί συνέχεια της ναζιστικής περιόδου. Αυτή είναι η θέση που υποστηρίζει ο Γιοάν Σαπουτό, καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στη Σορβόννη, ειδικός στη ναζιστική πολιτιστική πολιτική, στο σύντομο, ερεθιστικό και πολλαπλώς χρήσιμο βιβλίο του για την επιβίωση των οργανωτικών αρχών του ναζιστικού Ράιχ στη Γερμανία μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.


ΑΠΟ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΥΣ ΤΟΥ Τρίτου Ράιχ, ο Ράινχαρτ Χεν έγινε ο γκουρού του μάνατζμεντ στην Ομοσπονδιακή Γερμανία, εκπαιδεύοντας περισσότερα από 600.000 στελέχη εταιρειών. Είχε επινοήσει την αρχή της «μεταβίβασης ευθυνών», που χρησιμοποιήθηκε τόσο για την εξόντωση των Εβραίων όσο και για τη διοίκηση επιχειρήσεων στο μεταπολεμικό κράτος.

 

Η γερμανική ιστορία της εργασίας μετά το 1945 αποτελεί συνέχεια της ναζιστικής περιόδου. Αυτή είναι η θέση που υποστηρίζει ο Γιοάν Σαπουτό, καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στη Σορβόννη, ειδικός στη ναζιστική πολιτιστική πολιτική, στο σύντομο, ερεθιστικό και πολλαπλώς χρήσιμο βιβλίο του για την επιβίωση των οργανωτικών αρχών του ναζιστικού Ράιχ στη Γερμανία μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

 

Ο Σαπουτό τεκμηριώνει τη θέση του αυτή, παρακολουθώντας την «τύχη» ανώτατων στελεχών του ναζιστικού καθεστώτος και πώς αυτοί, αφού «ξεπλένονται» από το παρελθόν τους, ενσωματώνονται στο ομοσπονδιακό κράτος σε θέσεις-κλειδιά της διοίκησης και της οικονομίας. Ένας από αυτούς ήταν ο νομικός Ράινχαρτ Χεν (1904-2000). Γιος δικαστή, ο Χεν ξεκίνησε την καριέρα του από την Υπηρεσία Ασφαλείας Ες-Ντε, στη συνέχεια πέρασε στα Ες-Ες και το 1944 προήχθη σε στρατηγό.


Ο Σαπουτό συγκρίνει τον Χεν με τον μετρ της ευγονικής Γιόζεφ Μένγκελε. «Είναι ο Μένγκελε της Νομικής» γράφει. «Ενώ ο ένας δοκιμάζει τα ταλέντα του και εξαντλεί τις φιλοδοξίες του βασανίζοντας δίδυμα, ο άλλος επινοεί και αναλύει νομικές έννοιες για την ανανέωση της γερμανικής κοινότητας και τον επανασχεδιασμό της Ευρώπης».

 

Η βασική θέση του Χεν ήταν ότι, σε μια κοινότητα, κάθε άτομο είναι υποχρεωμένο να φέρει σε πέρας την αποστολή που του αναθέτει η ηγεσία (Führung). Το ποια μέσα θα χρησιμοποιήσει για την επίτευξη του στόχου είναι δική του υπόθεση. Το άτομο είναι, λοιπόν, ελεύθερο να επιλέξει τα μέσα, όχι όμως και τους σκοπούς. Η θέση του Χεν έγινε η βασική αρχή διοίκησης και οργάνωσης των ναζί, του ναζιστικού μάνατζμεντ, που στα γερμανικά ονομάζεται διαχείριση ή καθοδήγηση ανθρώπων (Menschenführung). Ήταν μια αρχή που καθιέρωνε, φαινομενικά, την ελευθερία δράσης του ατόμου.

 

Στην πραγματικότητα, η ηγεσία, ο φίρερ, το αφεντικό, δεν περιγράφει λεπτομερώς την εφαρμογή των πράξεων που αναθέτει. Καθορίζει τους στόχους και στη συνέχεια παρακολουθεί, ελέγχει, αξιολογεί, τιμωρεί ή και σκοτώνει. Έτσι, η ηγεσία, το αφεντικό, παύει να έχει την αποκλειστική ευθύνη της μη επίτευξης των στόχων, αφού οι ευθύνες υλοποίησης έχουν μεταβιβαστεί στα άτομα. 


Αυτή ακριβώς η αρχή της μεταβίβασης ευθυνών αποτελεί τη ραχοκοκαλιά των σπουδών μάνατζμεντ στη διάσημη Ακαδημία Διοικητικών Στελεχών που ο Ράινχαρτ Χεν ιδρύει το 1956 στη γραφική πόλη Μπαντ Χάρτσμπουργκ, στους πρόποδες των βουνών Χαρτς της Κάτω Σαξονίας. Ο στρατηγός των Ες-Ες, καθηγητής δόκτωρ Ράινχαρτ Χεν, δεν είναι ο μόνος επιφανής ναζιστής που διδάσκει στη σχολή του Μπαντ Χάρτσμπουργκ. Τον πλαισιώνουν κι άλλοι ναζιστές, όπως ο Φραντς Ζιξ και ο Καρλ Κετσάου.

 

Ο Ζιξ, που ήταν εγκληματίας πολέμου και είχε καταδικαστεί στη Νυρεμβέργη σε εικοσαετή κάθειρξη, αποφυλακίστηκε το 1952. Έγινε μέλος του φιλελεύθερου κόμματος, του FDP, που ήταν το πραγματικό πλυντήριο των πρώην ναζί. Το 1957 ανέλαβε διευθυντής διαφήμισης της Πόρσε και άρχισε να διδάσκει μάρκετινγκ στην Ακαδημία του Ράινχαρτ Χεν.

 

Ο καθηγητής Καρλ Κετσάου, από τους πιο σκληρούς ευγονιστές, που προωθούσε την «ιδέα του εθνικοσοσιαλισμού στη βιολογική ιατρική» και προφήτευε την έλευση του νέου Γερμανού, «αναζωογονημένου από τη νέα ιατρική και ελεύθερου από τους περιορισμούς του χλιαρού και ξεπερασμένου ουμανισμού», βρήκε κι αυτός τη θέση του στην Ακαδημία. Έκανε σεμινάρια διαιτολογίας, ανάκτησης ενδιαφέροντος, ευεξίας και γυμναστικής έτσι ώστε οι μάνατζερ να μπορούν να διαχειρίζονται καλύτερα όχι μόνο άλλους ανθρώπους αλλά και τη ζωή τους, και να αντέχουν στο στρες και στον φόρτο εργασίας.

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν πολύ περήφανη για τη γερμανική μέθοδο μάνατζμεντ του Μπαντ Χάρτσμπουργκ. Οι αρχές του Χεν παρέμειναν πανίσχυρες μέχρι και τη δεκαετία του 1970. «Τόσο η αφρόκρεμα όσο και η πλέμπα του γερμανικού οικονομικού θαύματος παρακολουθούν τα σεμινάρια του Ράινχαρτ Χεν και των άλλων ναζιστών συναδέλφων του» γράφει ο Σαπουτό. Όλοι συρρέουν για να εκπαιδευτούν στο Μπαντ Χάρτσμπουργκ: τα στελέχη των εταιρειών Aldi, BMW, Hoechst, Bayer, Telefunken, Esso, Krupp, Thyssen, Opel αλλά και Ford, Colgate, Hewlett-Packard, ακόμη και της εταιρείας Beate Uhse International, που εθεωρείτο η «βασίλισσα» των γερμανικών sex-shops και πορνό.

 

Στη σχολή στέλνει τα στελέχη του και ο γερμανικός ομοσπονδιακός στρατός, που έλκεται από την ιδέα της μεταβίβασης ευθυνών. Όπως γράφει ο Σαπουτό, η ιδέα αυτή ανταποκρινόταν «στο ήθος του νέου Γερμανού αξιωματικού και στην κουλτούρα του νέου στρατού, ο οποίος διέπεται από την αρχή της αυτόνομης συμπεριφοράς των ένστολων πολιτών του, οι οποίοι, κι όταν ακόμη φορούν στολή, είναι ελεύθεροι».

 

Ο Χεν πέθανε το 2000. Και μέχρι αυτήν τη χρονιά περισσότερα από 600.000 στελέχη γερμανικών εταιρειών είχαν φοιτήσει στη σχολή. Σε αυτά προστίθενται ακόμη 100.000 που είχαν παρακολουθήσει προγράμματα εξ αποστάσεως.

 Αλλά πώς μπόρεσε ο Ράινχαρτ Χεν να κρύψει το παρελθόν του και να αναδειχθεί γκουρού του μεταπολεμικού γερμανικού μάνατζμεντ; Από το 1945 κιόλας αρχίζει να επινοεί εκ νέου τον εαυτό του. Δεν φυγαδεύεται σε άλλη ήπειρο, όπως ο Μένγκελε. Ζητά από παλιούς συναδέλφους του να του πλαστογραφήσουν χαρτιά στο όνομα Ρούντολφ Χέμπερλεϊν και μέσα στο γενικό χάος που ακολουθεί την πτώση του Τρίτου Ράιχ εξαφανίζεται, ξεγλιστρώντας απ’ όλες τις έρευνες.

 

Εγκαθίσταται σε μια μικρή πόλη της Βεστφαλίας, το Λίπστατ, και κάνει το επάγγελμα του χειροπράκτη και του θεραπευτή. Το 1950 ξαναπαίρνει το όνομά του. Και χάρη στα δίκτυα αλληλεγγύης που διατηρούσαν περί τους 6.000 πρώην Ες-Ντε, δηλαδή της Κεντρικής Υπηρεσίας Ασφαλείας του Ράιχ, αρχίζει να βρίσκει δρόμους μέσα στους νέους θεσμούς και στις εταιρείες του ομοσπονδιακού κράτους.

 

Το 1953 τον συναντάμε διευθυντή της Γερμανικής Εταιρείας Πολιτικής Οικονομίας, του think tank της ένωσης βιομηχάνων που έχει στόχο την υποστήριξη των αποτελεσματικότερων μεθόδων διοίκησης επιχειρήσεων. 

 

Δεν θα έρθει ποτέ η τιμωρία για τον καθηγητή Χεν; Θα έρθει κάποια στιγμή, αλλά θα είναι απαλή σαν χάδι. Άλλωστε, δεν ήταν ο μόνος. Ακόμη και ο υπερυπουργός Οικονομικών των Σοσιαλδημοκρατών, ο Καρλ Σίλερ, είχε επιβεβαιωμένο ναζιστικό παρελθόν.

 

Στις αρχές του 1970 μια νέα γενιά Γερμανών, που επιλέγει τη δράση κατά του φασισμού των γονιών της, ζητάει το ξεκαθάρισμα λογαριασμών με όλους όσοι έχουν ναζιστικό παρελθόν. Η φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF) δολοφονεί παλιούς ναζιστές. Το μοντέλο μάνατζμεντ του Χεν θολώνει. Ο ομοσπονδιακός στρατός παύει να στέλνει στελέχη του στο Μπαντ Χαρτσμπουργκ. Και το 1979 το ειδικό οικονομικό περιοδικό «Managermagazin» βάζει οριστική ταφόπλακα στο μοντέλο Χεν. Το 1989 η Ακαδημία του Χεν χρεωκοπεί. 


Γράφει: Νίκος Μπακουνάκης


Πηγή:LIFO

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου