27.1.20

Για την υπόληψη του Γκέρινγκ...


Το ημερολόγιο παίζει κάποιες φορές περίεργα παιχνίδια. Η 27η Ιανουαρίου, επέτειος της απελευθέρωσης των επιζώντων του Αουσβιτς από τον Κόκκινο Στρατό το 1945, έχει αναγορευτεί ως γνωστόν από τον ΟΗΕ Παγκόσμια Ημέρα Μνήμης του χιτλερικού Ολοκαυτώματος. Μόλις τρεις μέρες χωρίζουν ωστόσο αυτή την επέτειο από μιαν άλλη, εξίσου σημαδιακή, που περνά συνήθως απαρατήρητη: την επέτειο του διορισμού του Χίτλερ ως καγκελαρίου της Γερμανίας από τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ, στις 30 Ιανουαρίου 1933.
Η αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στα δύο γεγονότα είναι φυσικά αυτονόητη: δίχως την παράδοση της εξουσίας στους ναζί, η Ευρώπη δεν θα είχε γνωρίσει μερικά χρόνια αργότερα τη φρίκη της βιομηχανικής εξόντωσης εκατομμυρίων ανθρώπων στο πλαίσιο της ρατσιστικής «Τελικής Λύσης». Η δε πρωθυπουργοποίηση του Χίτλερ κάθε άλλο παρά ήταν θεσμικά επιβεβλημένη.
Η κυβέρνηση που σχημάτισε, και στην οποία το ναζιστικό κόμμα είχε μόλις τρία -κρίσιμα- χαρτοφυλάκια σε σύνολο δέκα, δεν διέθετε καν κοινοβουλευτική πλειοψηφία στο Ράιχσταγκ· στις τελευταίες εκλογές οι ναζί είχαν μάλιστα χάσει δύο εκατομμύρια ψήφους, υποχωρώντας από το 37,3% στο 33,1% μεταξύ Ιουλίου και Νοεμβρίου του 1932. Με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και το κρατικό ραδιόφωνο στα χέρια του, ο φίρερ δεν δυσκολεύτηκε αντίθετα να επιβάλει μέσα στο επόμενο εξάμηνο τη δικτατορία του, συνδυάζοντας την απροκάλυπτη κρατική και παρακρατική τρομοκρατία με τη διαδοχική κατάργηση όλων των δημοκρατικών θεσμών (ελευθεροτυπία, συνδικάτα, κόμματα).
Όταν, παρά το μονοπώλιο της προεκλογικής προπαγάνδας που τους εξασφάλισε ο έλεγχος αυτών των μηχανισμών, οι ναζί απέτυχαν να κατακτήσουν την απόλυτη πλειοψηφία στις νέες εκλογές της 5ης Μαρτίου, απλώς συνέλαβαν ή απέβαλαν από το νέο Κοινοβούλιο όσους βουλευτές απαιτούνταν για ν’ αλλάξει ο συσχετισμός και να υπερψηφιστεί ο «νόμος για την άρση των δεινών του Λαού και του Κράτους» (23/3), με τον οποίο η νομοθετική εξουσία πέρασε απευθείας στα χέρια του Χίτλερ. Ο δρόμος για την επίσημη εγκαθίδρυση μονοκομματικού καθεστώτος (14/7/1933) και την αυτοαναγόρευση του φίρερ σε ισόβιο δικτάτορα, στον οποίο ο στρατός ορκιζόταν προσωπική νομιμοφροσύνη (2/8/1934) ήταν πλέον ανοικτός.
Το καθοριστικότερο σημείο τομής σ’ αυτή την εξέλιξη υπήρξε ο νυχτερινός εμπρησμός του Ράιχσταγκ (27/2/1933), που χρησιμοποιήθηκε ως αφορμή για την κατάργηση όλων των ατομικών ελευθεριών με το «διάταγμα για την προστασία του Λαού και του Κράτους», το κλείσιμο των εφημερίδων της αντιπολίτευσης και χιλιάδες συλλήψεις αντιφασιστών σε όλη τη Γερμανία.
Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή των χιτλερικών, που ανακοινώθηκε προτού καν καταλαγιάσουν οι φλόγες, η φωτιά είχε μπει από «τους κομμουνιστές» κι αποτελούσε το σύνθημα για μια ένοπλη αντικαθεστωτική εξέγερση που πνίγηκε προληπτικά· στην πραγματικότητα, βέβαια, το ΚΚΓ αποδείχθηκε παντελώς απροετοίμαστο όχι μόνο για μια τέτοια επιθετική ενέργεια, αλλά ακόμη και για στοιχειώδη αυτοάμυνα. Η αστυνομία παρουσίασε μάλιστα έναν 24χρονο Ολλανδό πρώην κομμουνιστή ονόματι Βαν ντερ Λούμπε, μισότυφλο και καταφανώς ψυχικά διαταραγμένο, που ανέλαβε την ευθύνη του εμπρησμού.
Παρά τις μεγαλόστομες ανακοινώσεις του προέδρου του Ράιχσταγκ (και υπαρχηγού των ναζί) Χέρμαν Γκέρινγκ, ότι κατασχέθηκαν ακλόνητα τεκμήρια γι’ αυτή την καταχθόνια κομμουνιστική συνωμοσία, τα τελευταία δεν δημοσιοποιήθηκαν ποτέ.
Η δίκη που ακολούθησε στη Λειψία και στο Βερολίνο (21/9-23/12/1933) κατέληξε απεναντίας σε φιάσκο για τους χιτλερικούς, καθώς το δικαστήριο καταδίκασε μεν τον «εμπρηστή» σε θάνατο δι’ αποκεφαλισμού, αθώωσε όμως τους κομμουνιστές συγκατηγορουμένους του −τον τέως αρχηγό της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΚΚΓ, Ερνστ Τόργκλερ, και τρεις Βούλγαρους πρόσφυγες, με επιφανέστερο τον μετέπειτα ηγέτη της Διεθνούς, Γκεόργκι Ντιμιτρόφ. Υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, ο τελευταίος είχε καταγγείλει στη δίκη ως αυτουργό της πυρκαγιάς την ίδια τη ναζιστική ηγεσία.

Η «Καστανή Βίβλος»

Κομβικό ρόλο στη διεθνή απονομιμοποίηση της επίσημης χιτλερικής εκδοχής, παράλληλα με τη δίκη, έπαιξε ένα βιβλίο: η «Καστανή Βίβλος της χιτλερικής τρομοκρατίας και του εμπρησμού του Ράιχσταγκ», που εκδόθηκε τον Αύγουστο του 1933 στην Ελβετία και στο Παρίσι, τον Σεπτέμβριο στο Λονδίνο και τους επόμενους μήνες σε 22 ακόμη γλώσσες κι εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα.
Όπως υποδήλωνε κι ο τίτλος της, το περιεχόμενό της ήταν διπλό: από τη μια, τεκμηρίωνε με λεπτομερή στοιχεία την έκταση και την αγριότητα της χιτλερικής βίας σε βάρος των αντιφρονούντων· από την άλλη, αποδομούσε τον επίσημο ισχυρισμό για την πυρκαγιά που «νομιμοποίησε» αυτό το ανθρωποκυνηγητό, αποδίδοντας τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ στον Γκέρινγκ προσωπικά και κατονομάζοντας ως φυσικούς αυτουργούς συγκεκριμένα στελέχη των Ταγμάτων Εφόδου (S.A.).
Το βιβλίο προέκυψε ως άτυπη σύμπραξη της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που συγκέντρωσε το σχετικό υλικό, και φιλελεύθερων αντιφασιστών όπως ο Βρετανός λόρδος Μάρλεϊ (που έγραψε τον πρόλογο) ή ο Αλμπερτ Αϊνστάιν (πολιτικός πρόσφυγας τότε στη Βρετανία κι επίτιμος πρόεδρος της «Διεθνούς επιτροπής βοήθειας στα θύματα του χιτλερικού φασισμού», που υπέγραφε την έκδοση).
Για τον αντίκτυπο της «Καστανής Βίβλου», που επιβεβαίωνε όσα το πιο υποψιασμένο τμήμα της παγκόσμιας κοινής γνώμης είχε ήδη αντιληφθεί από τις εξελίξεις, εξαιρετικά εύγλωττες ήταν οι επανειλημμένες αναφορές σε αυτήν από το δικαστήριο της Λειψίας, αλλά και από τα μέλη της ναζιστικής ηγεσίας που κατέθεσαν εκεί ως μάρτυρες κατηγορίας.
Από τη δεκαετία του 1960 και μετά, στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής αναβίωσης της θεωρίας των «δύο άκρων», η «Καστανή Βίβλος» αποκηρύχθηκε ωστόσο από τους πολιτικά ορθούς Γερμανούς ιστορικούς σαν αναξιόπιστο «συνωμοσιολογικό» κομμουνιστικό κατασκεύασμα. Το πρώτο βήμα για την αποκήρυξή της σημειώθηκε με ένα πολυσέλιδο άρθρο του Δυτικογερμανού ασφαλίτη Φριτς Τομπίας στο περιοδικό Spiegel (21/10/1959 κ.εξ.), που «επιβεβαίωνε» την ενοχή του «αναρχοκομμουνιστή» Βαν ντερ Λούμπε ως αυτόβουλου μοναχικού εμπρηστή, την ενέργεια του οποίου απλώς «εκμεταλλεύτηκαν» οι ναζί. Μετά την ανάπτυξή του από τον ίδιο συγγραφέα σε βιβλίο στα γερμανικά (1962) και τα αγγλικά (1964), το ερμηνευτικό αυτό σχήμα αναγορεύτηκε σε νέα ιστοριογραφική ορθοδοξία.
Για τις συμπάθειες του Τομπίας, αποκαλυπτική είναι ωστόσο η επανέκδοση του πονήματός του, λίγο πριν πεθάνει το 2011, σε ακροδεξιό γερμανικό οίκο. Όσο για την αξιοπιστία του, εξαιρετικά εύγλωττη ήταν η πρόσφατη αποκάλυψη (Ιούλιος 2019) ότι στο -ανοικτό πλέον- αρχείο του βρέθηκε καταχωνιασμένη μαρτυρική κατάθεση ενός πρώην S.A., το 1955, σύμφωνα με την οποία ο «εμπρηστής» Βαν ντερ Λούμπε μεταφέρθηκε από τη μονάδα του στον χώρο της πυρκαγιάς μετά την εκδήλωσή της!
Στην Ελλάδα η «Καστανή Βίβλος» κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1933 σε μετάφραση του δημοσιογράφου Νίκου Καρβούνη, που έγραψε και τον πρόλογο, με εκδότη το «Λαϊκό Βιβλιοπωλείο» του ΚΚΕ. Περιλάμβανε μέρος μόνο του πρωτοτύπου −τα σχετικά με τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, δίχως τα υλικά για τη συνακόλουθη ναζιστική τρομοκρατία. Σχεδόν αμέσως, η γερμανική πρεσβεία απαίτησε (κι απέσπασε) από την κυβέρνηση Τσαλδάρη τη δικαστική δίωξη του βιβλίου και των εγχώριων συντελεστών του.
Η πολιτικοδικαστική μάχη που ακολούθησε, ξεχασμένη σε μεγάλο βαθμό από τη μετέπειτα ιστοριογραφία, αποδεικνύεται εξαιρετικά διαφωτιστική για τις συνθήκες στις οποίες συγκροτήθηκε το μεσοπολεμικό ελληνικό αντιφασιστικό κίνημα.

Ενας «σώφρων δημαγωγός»;


Ξεφυλλίζοντας τις ελληνικές εφημερίδες των ημερών, διαπιστώνει κανείς αμέσως πως η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία είτε χαιρετίστηκε σαν ελπιδοφόρα εξέλιξη είτε διασκεδάστηκε με διαβεβαιώσεις πως η άσκηση της εξουσίας θα μετέτρεπε τον εθνικοσοσιαλιστή «δημαγωγό» σ’ έναν απλώς συντηρητικό ηγέτη.
«Ο Αδόλφος Χίτλερ εσχημάτισε κυβέρνησιν. Ολόκληρος η Γερμανία συγκλονίζεται εξ ενθουσιασμού. Πλήρεις αισιοδοξίας αι πρώται δηλώσεις του νέου πρωθυπουργού», διαβάζουμε λ.χ. στο φιλοβασιλικό «Ελληνικόν Μέλλον» (31/1). «Σύμπας ο γερμανικός λαός πανηγυρίζει την άνοδον του Αδόλφου Χίτλερ επί της αρχής», συμπλήρωνε η ομόφρων «Ελληνική», θεωρώντας την ως το πρώτο βήμα «προς μίαν καλλιτέραν αύριον» (2/3). Κάπως διακριτικότερος ο τίτλος της παλαίμαχης «Ακροπόλεως»: «Μανιφέστον του Χίτλερ. Θ’ ανορθώση την Γερμανίαν» (1/3).
Το βενιζελικό «Εθνος» προεξόφλησε πάλι πως «ο Χίτλερ θ’ αναγκασθή να προβή εις αβαρίας των προγραμματικών αρχών του», αφού σύμφωνα με το ΑΠΕ ο Χίτλερ «διέψευσε την φήμην ότι σκοπεί να τροποποιήση το Σύνταγμα και ιδίως να λάβη έκτακτα περιοριστικά μέτρα, περί των οποίων εσχάτως τόσος εγένετο λόγος. Εδηλώθη επίσης ρητώς, ότι η Κυβέρνησις του Ράιχ αποδίδει μεγάλην σπουδαιότητα εις την ελευθερίαν του Τύπου και εις την αποτελεσματικήν συνεργασίαν μετά του Κοινοβουλίου» (31/1).
Στο ίδιο μήκος κύματος, η σοβαρή «Πρωία» αναπαρήγαγε σε κύριο άρθρο της (1/2) τις διαβεβαιώσεις πως η κυβέρνηση Χίτλερ «δεν θα ενεργήση αντισυνταγματικώς, δεν θα προβή εις την λήψιν ουδενός μέτρου περιοριστικού των ελευθεριών των πολιτών και δεν θα διώξη ιδιαιτέρως τους Κομμουνιστάς, εφ’ όσον δεν προκαλούν και δεν εξέρχονται των ορίων του νόμου», για να καταλήγει στο συμπέρασμα πως «η αρχή με τας ευθύνας τας καθιστά πάντοτε ηπιωτέρους τους έξω αυτής επιδεικνύοντας αδιαλλαξίαν».
Ηδη από την προηγούμενη χρονιά η απογευματινή εφημερίδα του ΔΟΛ καθησύχαζε άλλωστε το κοινό της πως η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία δεν θα σήμαινε και τίποτα φοβερό:
«Συντάκτης της παρισινής εφημερίδος “Κεφάλαιον” κατώρθωσε να γίνη δεκτός παρά του Χίτλερ, ο οποίος προέβη εις σημαντικάς ανακοινώσεις. Ο Γάλλος δημοσιογράφος ηρώτησε τον αρχηγόν των εθνικοφρόνων σοσιαλιστών, ποια θα ήτο η στάσις του εάν εξελέγετο πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο Χίτλερ είπε τα εξής: “Δεν θα κατέστρεφα την συνθήκην των Βερσαλλιών [...]. Δεν επιθυμούμεν την αναρχίαν. Η συνθήκη των Βερσαλλιών θα αντικατασταθή μόνον διά διεθνούς διασκέψεως, η οποία θα καταρτίση νέαν συνθήκην. Δεν θα κυβερνούσα χωρίς το Ράιχσταγ. Πάντως όμως διά ν’ αντιπροσωπεύη τον λαόν το κοινοβούλιον θα έπρεπε να ανανεωθή διά νέων εκλογών. Το άρθρον 48 του συντάγματος, το οποίον δίδει εις τον πρόεδρον της Γερμανίας πλήρη δικαιώματα, θα εφηρμόζετο από εμέ μόνον εις εξαιρετικήν πράγματι περίπτωσιν, είτε προ κομμουνιστικού κινήματος είτε προ απροόπτου επιθέσεως εκ μέρους της Πολωνίας. [...] Δεν επιζητούμεν και δεν θέλομεν τον πόλεμον. Και είς μόνον Γερμανός εάν πρόκειται να θυσιασθή εις νέον πόλεμον δεν ικανοποιούμεθα με νέες κατακτήσεις”» («Τι θα έκαμνεν ο Χίτλερ εάν εξελέγετο πρόεδρος της Δημοκρατίας», εφ. «Αθηναϊκά Νέα», 28/3/1932, σ.4).
Ανάλογη υπήρξε και η υποδοχή της επίσημης εκδοχής για τον εμπρησμό του γερμανικού Κοινοβουλίου: «Η μεγάλη πυρκαϊά του Ράιχσταγ απετέλει το σύνθημα μεγάλης κομμουνιστικής επαναστάσεως. Τι απέδειξαν αι ανακρίσεις» («Η Πρωία», 1/3)· «Ο κομμουνιστικός εφιάλτης συγκλονίζει την Γερμανίαν. Το τραγικόν πυροτέχνημα του Ράιχσταγ. Ο Χίτλερ αρχίζει αποφασιστικόν αγώνα» («Ελληνικόν Μέλλον», 1/3)· «Εις την Γερμανίαν επρόκειτο να εκραγή χθες κομμουνιστικόν κίνημα, αποσοβηθέν αμέσως. Συνεργασία σοσιαλδημοκρατών-κομμουνιστών» («Νεολόγος Πατρών», 1/3).
Με αποκλειστική πηγή «τα χθες ληφθέντα γερμανικά φύλλα», η «Ακρόπολις» ανέλυσε καταλεπτώς «πώς οι κομμουνισταί έκαυσαν το Ράιχσταγ» (3/3). Πλήρως αποδεκτή έγινε και η ναζιστική δικαιολόγηση της κατάργησης των ατομικών ελευθεριών: «Ο Χίτλερ κατά του μπολσεβικισμού. Αποτελεί τον μεγαλείτερον κίνδυνον εξ όσων αντεμετώπισεν η ανθρωπότης» («Πατρίς», 2/3).
Με ταυτόσημο τίτλο, η «Ακρόπολις» διευκρινίζει πάντως ότι, στην ίδια ομιλία του, ο φίρερ στοχοποίησε όλα συλλήβδην «τα συστήματα μαρξισμού, μπολσεβικισμού, φιλειρηνισμού και διεθνισμού», που «άγουν εις την κατάπτωσιν» του έθνους (3/3).
Ακόμη πιστότερα αναπαρήγαγε τη ναζιστική επιχειρηματολογία η «Πολιτεία» του Θεολόγου Νικολούδη, μελλοντικού υφυπουργού Τύπου της 4ης Αυγούστου: «Υπερδιακόσιοι εκ των επιφανεστέρων κομμουνιστών συνελήφθησαν υπό ειδικών αποσπασμάτων της αστυνομίας. Εις τας οικίας των περισσοτέρων εκ τούτων ανεκαλύφθησαν σοβαρώτατα στοιχεία, επιβεβαιούντα απολύτως τας γενομένας υπό του κ. Γκέριγκ ανακοινώσεις, κατά τας οποίας επρόκειτο περί μεγάλης τρομοκρατικής εκστρατείας των κομμουνιστών, της οποίας η έναρξις θα εγίνετο κατά τας ημέρας αυτάς» (2/3).
Μεταξύ άλλων, διαβάζουμε, ξηλώθηκε και η τεχνική υποδομή της ερυθράς ανομίας των προηγούμενων χρόνων: «Σύντομον ανακοινωθέν της αστυνομίας αναφέρει την ανακάλυψιν εις τα υπόγεια του Οίκου Λήμπνεχτ [των κεντρικών γραφείων του ΚΚΓ], ενός ολοκλήρου συστήματος κατακομβών και υπογείων διαδρόμων, διά των οποίων εύρισκον καταφύγιον οι κομμουνισταί και γενικώς οι καταζητούμενοι υπό της αστυνομίας δι’ αποπείρας κατά της ασφαλείας του κράτους».
Το αντιπολιτευόμενο «Εθνος» θα καλέσει, τέλος, τον Ελληνα πρωθυπουργό να πάρει μαθήματα από τον σεβασμό του φίρερ στη δημοκρατική νομιμότητα: «Μόλις ο Χίτλερ έγινε καγκελλάριος εξέδωκεν αυστηροτάτην διαταγήν προς τους οπαδούς του ν’ αποφεύγουν οιανδήποτε παρεκτροπήν. Αι προκλήσεις, τα επεισόδια εις τους δρόμους, αι συμπλοκαί με αντιθέτους, αι καταδυναστεύσεις Εβραίων κ.λπ. έπαυσαν διά μιας. Το εθνικοσοσιαλιστικόν κόμμα πειθαρχεί εις τον αρχηγόν του, τόσον ώστε να εγκαταλείπη τας μεθόδους χάρις εις τας οποίας επεβλήθη και να διαγράφη εκείνους που τας συνεχίζουν σήμερον, ενώ άλλοτε θα εθεωρούντο άξιοι οπαδοί του. Ο κ. Τσαλδάρης ας λάβη παράδειγμα από την στάσιν αυτήν του Χίτλερ και ας προσπαθήση να περιστείλη τον υπερβάλλοντα ζήλον των οπαδών του» (15/3). Για όσους δεν πείστηκαν, ακολούθησε εκτενέστατο κύριο άρθρο με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο («Το παράδειγμα του Χίτλερ», 19/3).
Σ’ αυτό το κλίμα, η συμβολή της «Καστανής Βίβλου» στην ανάσχεση της φιλοχιτλερικής προπαγάνδας υπήρξε κάτι παραπάνω από ευνόητη. Το ίδιο και η απόπειρα φίμωσής της.

Η δίωξη


Όπως διαπιστώνουμε από τις σχετικές διαφημίσεις στον «Ριζοσπάστη», η ελληνική έκδοση του βιβλίου κυκλοφόρησε στις αρχές Δεκεμβρίου του 1933. Ενα μήνα μετά, η γερμανική πρεσβεία υπέβαλε στο ελληνικό ΥΠΕΞ ρηματική διακοίνωση «με την οποία διαμαρτυρόταν για την ελεύθερη διάθεση σε βιβλιοπωλεία των Αθηνών του βιβλίου “Καστανή Βίβλος” που εμφάνιζε στο εξώφυλλο τον Γκαίρινγκ σε στάση “θηριώδη και λίαν υβριστική”, ενώ γενικά περιείχε συκοφαντίες και ύβρεις κατά της γερμανικής κυβέρνησης και του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος» (Στράτος Δορδανάς, «Τα ταξίδια του Χέρμαν Γκαίρινγκ και η γερμανική πολιτική στα Βαλκάνια», περ. «Βαλκανικά Σύμμεικτα», τχ.14-15 [2003-2004], σ.205). Σύμφωνα με το αριστερό περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» (3/1934), την οργή των διπλωματών προκάλεσε ιδίως η διαπίστωση πως αντίτυπα του βιβλίου «βρεθήκανε στα χέρια μαθητών της Γερμανικής Σχολής».
Στις 13/1/1934 η διακοίνωση διαβιβάστηκε αρμοδίως για τα περαιτέρω. Η είδηση πέρασε στα ψιλά ελάχιστων αθηναϊκών εφημερίδων: «Κατόπιν παραπόνων της ενταύθα Γερμανικής Πρεσβείας, το υπουργείον των Εξωτερικών απέστειλεν έγγραφον προς το υπουργείον Δικαιοσύνης, ζητούν όπως απαγορευθή η κυκλοφορία της “Καστανής Βίβλου”, ήτις περιέχει ύβρεις και συκοφαντίας κατά του κρατούντος σήμερον εν Γερμανία καθεστώτος» («Η Πρωία», 21/1/1934).
Ακολούθησε δικαστική δίωξη του Νίκου Καρβούνη και του διευθυντή του «Λαϊκού Βιβλιοπωλείου», Α. Μακρυποδάρα, με την κατηγορία της «προσβολής του αρχηγού ξένου κράτους», που επέσυρε ποινή φυλάκισης μέχρις 6 μηνών και πρόστιμο 25.000 δρχ. («Ριζοσπάστης», 11/3). Ως «αρχηγός ξένου κράτους» εκλαμβανόταν ο Γκέρινγκ, που εκτός των άλλων είχε χρηματίσει και καγκελάριος του ομόσπονδου κρατιδίου της Πρωσίας. Η προσβολή αφορούσε τον χαρακτηρισμό του ως «δημίου του Γερμανικού λαού» («Νέος Κόσμος», 4/4), την εις βάρος του κατηγορία πως έκαψε το Ράιχσταγκ αλλά και τα κοσμητικά επίθετα με τα οποία τον στόλιζε ο αντιφασίστας μεταφραστής στον πρόλογό του: «μορφινομανής και ανισόρροπος αξιωματικός με αφάνταστη χτηνωδία, επονείδιστη σκληρότητα, απίστευτη ανανδρία» («Ριζοσπάστης», 13/3).
Για την υπεράσπιση των υποδίκων κινητοποιήθηκαν αντιφασιστικές μετωπικές οργανώσεις όλης της επικράτειας, ψηφίσματα των οποίων φιλοξενήθηκαν σε διάφορα φύλλα του «Ριζοσπάστη». Αυτές οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης δεν ήταν πάντοτε ανώδυνες, όπως πιστοποιεί η αντιμετώπιση έντεκα σπουδαστών του ΕΜΠ που προσυπέγραψαν ένα τέτοιο κείμενο: η Σύγκλητος του ιδρύματος τους κάλεσε σε απολογία (30/3), επειδή «έκριναν αναρμοδίως το έργο της Δικαστικής εξουσίας του Κράτους», και τους επέβαλε ποινές ευθέως ανάλογες με τον βαθμό «μεταμέλειάς» τους: 15νθήμερη αποβολή στους Τ. Ρετζέπη και Μ. Παπάζογλου, «πρωτοστατήσαντας κατά την σύνταξιν και υπογραφήν της προκείμενης διαμαρτυρίας και λόγω του ανάρμοστου ύφους της απολογίας αυτών», δέκα σε τρεις άλλους (Ι. Λεβή, Ι. Μαλακούτης, Δ. Τσουκαλάς) και οκτώ στους υπόλοιπους έξι, με το ελαφρυντικό ότι ναι μεν «υπέγραψαν την εν λόγω διαμαρτυρίαν, υπέβαλον όμως απολογίαν συντεταγμένην εις ύφος ευλαβές, εκφράζοντες μεταμέλειαν διά την προκείμενην παρεκτροπήν αυτών» (Ελένη Πασπαλιάρη, «Σπουδαστικό κίνημα 1934-1940», στο συλλογικό έργο «170 χρόνια Πολυτεχνείο», Αθήνα 2012, τ.Α', σ.212).

Η δίκη

Υστερα από δύο αναβολές, η υπόθεση εκδικάστηκε τελικά στις 3 Απριλίου 1934. Τον τόνο τον έδωσε αφ’ ενός μεν η συμπαράσταση μη κομμουνιστών διανοουμένων που κατέθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης, αφ’ ετέρου η μαζική κινητοποίηση των (ως επί το πλείστον κομμουνιστών) αλληλέγγυων.
Ηδη από την προηγούμενη δικάσιμο, «πάνω από 1.000 άνθρωποι, εργάτες, εργάτριες, φοιτητές, φοιτήτριες και συνειδητοί διανοούμενοι γιόμισαν ασφυχτικά τις σκάλες, την είσοδο και την αίθουσα του δικαστηρίου και πολλοί μείνανε στο δρόμο γιατί δεν τους χωρούσε»· όταν έβαλαν τα γέλια με μια στιχομυθία εισαγγελέα-υπερασπιστών, η ασφάλεια συνέλαβε ορισμένους, απωθήθηκε όμως από το πλήθος με την κραυγή «αέρα!» («Ριζοσπάστης», 28/3). Ανάλογες σκηνές σημειώθηκαν και στην τελική δίκη, με τη σύλληψη δύο εργατών επειδή χειροκρότησαν την απολογία και 24ωρη κράτησή τους («Ριζοσπάστης», 4/4).
Ως μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν κάποιοι Σαραντόπουλος και Δαλέζιος, υπάλληλοι της γερμανικής πρεσβείας, τα λόγια των οποίων δεν έχουν διασωθεί στα ρεπορτάζ της επομένης. Το ίδιο ισχύει και για τις καταθέσεις των περισσότερων μαρτύρων υπεράσπισης: του φιλελεύθερου βουλευτή Χρυσού Ευελπίδη, του ηθοποιού Αιμίλιου Βεάκη, των δημοσιογράφων Ν. Νικολαΐδη, Θωμά Μαλαβέτα και Γιώργου Ζιούτου, του απόστρατου αξιωματικού Πουρνάρα, των λογοτεχνών Βασίλη Ρώτα και Αγγελου Σημηριώτη. Ενας άλλος, ο κομμουνιστής γιατρός Αντωνιάδης, συνελήφθη και του ασκήθηκε δίωξη για «ψευδορκία» επειδή από παραδρομή κατέθεσε πως η «Καστανή Βίβλος» κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο (αντί του Δεκεμβρίου).
Ο τέως βουλευτής των Αγροτικών, Λούλης Τσικλιτήρας, προειδοποίησε πάλι «ότι λόγω του ζητήματος των καπνών η Ελλάς θα καταντήση Γερμανικόν προτεκτοράτον»· σε σχετικό διάβημα Αντιφασιστικής Επιτροπής, αποκάλυψε, ο υπουργός Εξωτερικών Δημήτριος Μάξιμος δικαιολογήθηκε με το επιχείρημα: «Τι κάνουμε; Μας έβαλαν το μαχαίρι στο λαιμό» («Ακρόπολις», 4/4).
Σαφώς περισσότερα μαθαίνουμε για τις καταθέσεις δύο επιφανέστερων μαρτύρων. Ο ακαδημαϊκός Παύλος Νιρβάνας υποστήριξε πως το βιβλίο και ο πρόλογός του δεν συνιστούν «εξύβρισιν του Γκαίρινγκ αλλά κριτικήν και έλεγχον ενός γεγονότος κολοσσιαίας σημασίας, όπως είνε ο εμπρησμός του Ράιχσταγ» («Ακρόπολις», 4/4). «Απαντών εις σχετικήν ερώτησιν του κατηγορουμένου», διευκρίνισε επίσης ότι κι ο ίδιος είχε υπογράψει «διαμαρτυρίαν διά τους φασιστικούς διωγμούς κατά επιστημονικών κορυφών, ως ο Αϊνστάιν κ.λπ.» («Νέος Κόσμος», 4/4).
Επεισοδιακότερη, και νομικοπολιτικά πιο ενδιαφέρουσα υπήρξε η κατάθεση του Αλέξανδρου Σβώλου, καθηγητή τότε του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική. Επισήμανε ότι μετά την πρόσφατη κατάργηση του ομοσπονδιακού συστήματος από τους ναζί, ο Γκέρινγκ δεν μπορούσε επ’ ουδενί να θεωρηθεί «αρχηγός κράτους»· υποστήριξε ότι κάποιες διατυπώσεις «φαίνονται μεν ως εξύβρισις εάν ληφθούν μεμονωμένως», αλλά στην πραγματικότητα «αποτελούν μέρος μιας κριτικής»· υπενθύμισε δε ότι το ίδιο ακριβώς «έγινεν επανειλημμένως με την Σοβιετικήν Ρωσίαν, της οποίας οι αρχηγοί εθίγησαν επανειλημμένως από δημοσιεύματα και όμως ουδέποτε ησκήθη εν Ελλάδι εις τοιαύτην περίπτωσιν δίωξις».
Στη διάρκεια της κατάθεσής του, διαβάζουμε στην «Ακρόπολι» (4/4), «προεκλήθησαν αντεγκλήσεις» όταν, σε ερώτηση του εισαγγελέα Καλλία «αν το αίσθημα της πατρίδος δεν είναι ισχυρότερον όλων», απάντησε «ότι το αίσθημα της ελευθερίας του ανθρώπου είνε το ισχυρότερον όλων και εις το αίσθημα της ελευθερίας βασίζεται το αίσθημα της πατρίδος».
Σύμφωνα με άλλο ρεπορτάζ, «ο εισαγγελεύς παρατηρεί ότι διά τα μικρά κράτη, ως η Ελλάς, δεν χρειάζονται πολλαί ελευθερίαι, αναφέρει δε σχετικήν γνώμην του Γκιζώ. Ο κ. Σβώλος απαντά ότι ευτυχώς διά τους λαούς έχουν κατακτηθή περισσότεραι ελευθερίαι, εκείνων τας οποίας εζήτησεν ο Γκιζώ» («Νέος Κόσμος», 4/4).
Στην απολογία του, ο Καρβούνης υπερασπίστηκε ρητά την ενέργειά του: «Θεώρησα καθήκον μου, σαν τίμιος άνθρωπος, να παλαίψω ενάντια στις χιτλερικές θηριωδίες, που είχαν σαν αποτέλεσμα να ματοκυλήσουν την εργατική τάξη και να διώξουν κάθε φωτισμένο μυαλό, κάθε κορυφή της διανόησης και της επιστήμης από τη Γερμανία. Δεν μπορούσα να μη διαμαρτυρηθώ επίσης για τα θηριώδικα πογκρόμ του Χίτλερ και των ανθρώπων του ενάντια στους Εβραίους και στους εργαζόμενους [...] Αποδείχθηκε ακόμα από τις σκηνοθετημένες δίκες που ξεσκεπάστηκαν, ότι η “Καστανή Βίβλος” έχει όλο το δίκιο μαζί της και κανείς δεν μπορεί να το κλονίσει».
Η απόφαση, ταυτόσημη με την πρόταση του εισαγγελέα, ήταν καταδικαστική αλλά ήπια: αθώωση του Μακρυποδάρα και καταδίκη του Καρβούνη σε κράτηση μόνο 15 ημερών, εξαγοράσιμη προς 40 δρχ. τη μέρα. Σύμφωνα δε με τον «Ριζοσπάστη» της επομένης, εξαγοράστηκε με «έρανο μεταξύ των συγκεντρωμένων στο δικαστήριο αντιφασιστών».

«Παραστρατημένη» και «πραγματική» διανόησις



Στις εφημερίδες της εποχής, πλην «Ριζοσπάστη», η δίκη της «Καστανής Βίβλου» πέρασε στα ψιλά ή αποσιωπήθηκε εντελώς· το «Ελεύθερον Βήμα» και τα «Αθηναϊκά Νέα» του Λαμπράκη απαξίωσαν π.χ. να της αφιερώσουν έστω και μια σειρά. Εξαίρεση αποτέλεσε η «Εστία» των αδελφών Κύρου, που εξαπέλυσε στις 4/4/1934 με κύριο άρθρο της μετωπική επίθεση κατά των φιλελεύθερων μαρτύρων υπεράσπισης −κατονομάζοντας βέβαια μονάχα τον 
Σβώλο, καθώς ο Νιρβάνας ήταν τακτικός συνεργάτης της.
Δημοσιεύουμε εδώ ολόκληρο το κείμενο, ως εξαιρετικά εύγλωττο τεκμήριο της διαχρονικής συνέχειας κάποιων αντιδραστικών ιδεολογημάτων.
ΔΙΑΝΟΗΣΙΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Εξεδικάσθη χθες ενώπιον του ειδικού Πταισματοδικείου Αθηνών η υπόθεσις της υπό των κομμουνιστών τεθείσης ενταύθα εις κυκλοφορίαν “Καστανής Βίβλου”, ήτις, ως γνωστόν, υβρίζει την σημερινήν Κυβέρνησιν της Γερμανίας ως προκαλέσασαν τον εμπρησμόν του Ράιχσταγ, διά τον οποίον άλλους η ιδία παρέπεμψεν ενώπιον του Ανωτάτου Γερμανικού Δικαστηρίου της Λειψίας. Φανταζόμεθα ότι οι αναγνώσται μας θα ενθυμούνται τον θόρυβον τον οποίον ήγειραν περί το ζήτημα αυτό μερικοί διεθνείς “διανοούμενοι”, εκ των οποίων άλλοι μεν είχον προσωπικούς λόγους δυσαρεσκείας εναντίον του καθεστώτος, που απεκατέστησε την τάξιν και την ασφάλειαν εις την Γερμανίαν, άλλοι μεταχειρίζονται τον αριστερισμόν ως κάλυμμα διά την ατομικήν των ανώμαλον ζωήν και άλλοι δεν κατώρθωσαν ακόμη να συγχρονισθούν εις τα σημερινά της πραγματικής επιστήμης πορίσματα, τα οποία απολύτως κατεδίκασαν τα δόγματα της παντοκρατορίας της ύλης. Οι κήρυκες αυτοί ενός νοσηρού και επικινδύνου διεθνισμού έφθασαν μέχρι να οργανώσουν μίαν κωμικήν γελοιογραφίαν αντιδίκης διά την πυρκαϊάν του Ράιχσταγ εις το Λονδίνον και εξέδωκαν τα πλαστά συμπεράσματά των εις ειδικόν βιβλίον. Εννοείται, ότι το βιβλίον αυτό και όλος ο περί την υπόθεσιν θόρυβος απετέλουν μίαν λαμπράν ευκαιρίαν διά την διεξαγωγήν εντατικής προπαγάνδας υπέρ του κομμουνισμού, τον οποίον με τόσην αποτελεσματικότητα κατώρθωσε να εκριζώση από την Γερμανίαν το σημερινό καθεστώς.
Το ότι η όλη αυτή κίνησις θα ηύρισκε την απήχησίν της και εν Ελλάδι, ήτο μοιραίον, εφ’ όσον και ημείς δεν κατωρθώσαμεν ακόμη να εκκαθαρίσωμεν την ιδεολογικήν μας κατάστασιν τόσον, ώστε να δυνάμεθα να διακρίνωμεν αμέσως μεταξύ της ελευθερίας της επιστήμης και της ελευθερίας της διαφθοράς. Και η δίκη διά την κυκλοφορίαν και εν Ελλάδι της περιβοήτου “Καστανής Βίβλου” θα ηδύνατο να μη έχη άλλην σημασίαν, παρά την σημασίαν μιας από τας τόσας κομμουνιστικάς δίκας, αι οποίαι μόνον προς το θεαθήναι γίνονται και εις ουδέν αποτέλεσμα καταλήγουν.
Αλλ’ η χθεσινή δίκη προσέλαβε μεγαλειτέραν σημασίαν διά του γεγονότος ότι παρέσχε την ευκαιρίαν να εκδηλωθή διά μίαν ακόμη φοράν εκείνο, το οποίον και άλλοτε από της στήλης αυτής ετονίσαμεν. Η ασυνέπεια, δηλαδή, και η έλλειψις ιδεολογικής συνεχείας και σταθερότητος ενός Κράτους, το οποίον δεν διστάζη μεν να κτυπά με την μεγαλειτέραν αυστηρότητα με τα όπλα και τα πολυβόλα τους κομμουνιστάς, όταν, συμφώνως με το πρόγραμμά των, κατέρχωνται εις τον δρόμον, αλλά το οποίον, εν τούτοις, αφήνει εντελώς ελευθέρους τους πράκτορας του κομμουνισμού, ειλικρινείς ή ανειλικρινείς, να διαδίδουν τα δόγματά του και να προσηλυτίζουν τους οπαδούς του μεταξύ των νέων ανθρώπων με το ασχημάτιστον ακόμη πνεύμα και την ευκολίαν της απορροφήσεως και της υιοθετήσεως πάσης πνευματικής παρεκτροπής, η οποία τους εμφανίζεται υπό το ελκυστικόν ένδυμα μιας νέας ιδεολογίας. Οταν μάλιστα οι νέοι αυτοί, οι οποίοι πρόκειται να αποτελέσουν αύριον την ιθύνουσαν του Εθνους τάξιν, διατελούν υπό την επιρροήν καθηγητών, πρεσβευόντων μερικά περίεργα κοινωνικά και πολιτικά δόγματα, άντικρυς αντίθετα προς τας ιδεολογικάς βάσεις του Κράτους αυτού, τότε ο επηρεασμός των και η δηλητηρίασίς των από τον κομμουνισμόν είνε πολύ ευχερεστέρα. Ούτω χθες ο καθηγητής του Πανεπιστημίου κ. Σβώλος, εξετασθείς ως μάρτυς εις την υπόθεσιν, αφού διεξεδίκησε την προστασίαν του Ελληνικού Κράτους υπέρ των δήθεν δυσφημιζομένων τυράννων της σημερινής Ρωσσίας, αφού υιοθέτησε την δυσφημιστικήν εναντίον ενός πραγματικώς φίλου Κράτους μωρίαν της σκηνοθεσίας του εμπρησμού του Ράιχσταγ, ανέπτυξε τας πλέον περιέργους, τας πλέον ανατρεπτικάς πάσης ηθικής τάξεως θεωρίας. Ισχυρίσθη, μεταξύ άλλων, ότι το αίσθημα της Πατρίδος δεν είνε το επικρατέστερον από τα ανθρώπινα αισθήματα, ότι το διεθνές αίσθημα της ελευθερίας, έστω και αν καταργή τα σύνορα, είνε το ανώτερον των αισθημάτων και ευρίσκεται υπεράνω και του Κράτους και της Δικαιοσύνης. Προσέθεσε δε χαρακτηριστικώς και εντόνως, ότι αυτά τα οποία ο ίδιος και οι άλλοι μάρτυρες κατέθεσαν δεν διστάζει καθόλου να τα διδάσκη και εις το Πανεπιστήμιον.
Υπό τοιαύτας συνθήκας, δεν είνε καθόλου εκπληκτικόν πώς και ενώπιον ακόμη δικαστηρίου διακηρύσσεται χωρίς κανένα φόβον αμέσου κυρώσεως ότι και η Ελληνική Δικαιοσύνη υπακούει εις διαταγάς του Διεθνούς Φασισμού και ότι η θέσις παντός διανοουμένου ευρίσκεται εις τα αριστερά, ως εάν έπρεπε πραγματικώς να λάβη και η Ελληνική διανόησις την τραγικήν εκείνην κατεύθυνσιν μιας παραστρατημένης διεθνούς “διανοήσεως”, συνδυαζούσης με την αριστεράν της ιδεολογίαν κάθε ηθικήν παρεκτροπήν, κάθε περιφρόνησιν προς τους στοιχειώδεις της ηθικής κανόνας, μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε να αποτελή και η λέξις ακόμη “διανοούμενος” μίαν απολύτως παρεξηγημένην και δυσφημιστικήν έννοιαν.
Και η μεν πραγματική Ελληνική διανόησις, έχουσα τόσα διδάγματα και τόσα παραδείγματα να αντλήση από την μακραίωνα και τιμίαν του Εθνους ιστορίαν, δεν χρειάζεται βεβαίως τας υποδείξεις αυτάς, προς τας οποίας δεν πρόκειται να συμμορφωθή. Αλλά το Κράτος, το οποίον εις τοιαύτας ευκαιρίας δίδει την εικόνα αυτήν της ασυνεπείας και της ελλείψεως σοβαρότητος, δεν αισθάνεται άραγε τον κίνδυνον, τον οποίον το ίδιον δημιουργεί;

Γράφει: Τάσος Κωστόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου