19.11.18

«Ταμ Ταμ Ταμ» και «Ντιντίδες» Αναπαράγονται Ακόμα σε Ελληνικές Ταινίες και Σειρές

Η ελληνική τηλεόραση συνεχίζει να μας εκπλήσσει εν έτει 2018, κυρίως για τους λάθους λόγους. Γίνεται, μέρα-μεσημέρι –λες και θα μπορούσε να υπάρχει ειδική βραδινή ζώνη– και σε ελεύθερο κανάλι, να τρως κατάμουτρα ταινίες όπως Τον Αράπη κι αν τον Πλένεις το Σαπούνι σου Χαλάς (1973) ή Ο Άνθρωπος που Γύρισε από τη Ζέστη (1972); Γίνεται. Αφού, λοιπόν, συνεχίζουν τέτοιες ταινίες να παίρνουν το OK από τον προγραμματισμό των καναλιών, τότε θα συνεχίσουμε να γελάμε (;) με το blackface του Κώστα Βουτσά και του Γιώργου Μούτσιου.
Κανείς δεν ζητάει λογοκρισία ή απαγορεύσεις, αλλά ίσως έχει έρθει η ώρα να ξεκινήσει ένα γόνιμος διάλογος για τα πρότυπα που συνεχίζουν να προβάλλονται, τα στερεότυπα και την καταλληλότητα των τηλεοπτικών προγραμμάτων, θέματα που έχουν λυθεί εδώ και δεκαετίες σε άλλες χώρες.



Ήταν οι δημιουργοί και οι συντελεστές αυτών των δύο ταινιών ρατσιστές; Δεν λέμε κάτι τέτοιο. Η δεκαετία του ’70 ήταν μία δύσκολη εποχή για την Ελλάδα, η στρατιωτική χούντα αλώνιζε και εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες έφευγαν ως οικονομικοί μετανάστες στο εξωτερικό. Κοσμογονικά γεγονότα λάμβαναν χώρα και εκτός Ελλάδας, με τον πόλεμο του Βιετνάμ και τα κινήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων να μετράνε μεγάλες νίκες και ήττες. Βέβαια, όταν πάνω από ένα εκατομμύριο Έλληνες έφευγαν ξανά μετανάστες στη Γερμανία, στο Βέλγιο και την Αυστραλία, υπήρχαν κάποιοι στην Ελλάδα που είχαν μαύρους υπηρέτες ή έστω τους παρουσίαζαν έτσι σε ταινίες. Ταινίες χωρίς το ψαλίδι της χουντικής λογοκρισίας. 
Οι δύο αυτές ταινίες, μαζί με πολλές άλλες πριν και μετά, έκαναν όλη την Ελλάδα να γελάει με τις γεροντοκόρες, τις άσχημες Βασιλειάδου και Ταϋγέτη, τους ντιντίδες, τους κοντούς και τους φτωχούς.

To VICE Greece ζήτησε την άποψη δύο ηθοποιών που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Αθήνα, αλλά έχουν καταγωγή από την Αφρική (Ζαΐρ και Ουγκάντα, αντίστοιχα): Τι γνώμη έχουν για ταινίες σαν και αυτές και πώς τις βλέπουν οι ίδιοι; 
Ο πολυπράγμων Ζερόμ Καλουτά λέει: «Ένα από τα πράγματα που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο κόσμο, είναι η “διαφορά φάσης” που έχουν μεταξύ τους οι λαοί. Πέρασαν αρκετά χρόνια, για να γίνει κοινός τόπος πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, ανεξάρτητα από τη φυλή, το φύλο ή ακόμη και την οικονομική τους επιφάνεια. Αυτό δεν ήταν πάντα ξεκάθαρο, μπορώ να διακρίνω πως υπήρχε μια θολή αντιμετώπιση των άλλων φυλών, οι Αφρικανοί συχνά απεικονίζονται μέσα σε ένα όχι πάντα θετικό πλαίσιο. Στις ταινίες βλέπουμε υπηρέτες, εργάτες, αθλητές, αστείους και “αφελείς” χαρακτήρες, αλλά βλέπουμε και κανίβαλους, εγκληματίες, γενικά ανθρώπους εξαθλιωμένους. Όλες αυτές οι ομάδες ανθρώπων σίγουρα υπάρχουν, όμως την επιλογή την έχει πάντα αυτός που λέει την ιστορία.
Η “διαφορά φάσης” είναι η διαφορετική αντίληψη που θέλει λαούς και φυλές να υπηρετούν στερεότυπα είτε για να διατηρηθεί μια “ασφάλεια” στα μυαλά των ανθρώπων, είτε επειδή υπάρχει η συνήθεια οι άνθρωποι να κατηγοριοποιούν τους άλλους ανθρώπους. Βλέποντάς το, καταλαβαίνω ότι η δύναμη μιας εικόνας, με τις 1.000 λέξεις που ισούται, μπορεί να διαμορφώσει συνειδήσεις, είναι ένα όπλο που μπορεί να ελευθερώσει τη σκέψη των ανθρώπων. Την Ιστορία δεν την αλλάζεις, μια ταινία που έχει γίνει δεν ξεγίνεται, ούτε μπορεί να απαγορευτεί να παίζεται. Σίγουρα, θα πρέπει ο κόσμος να μάθει να επεξεργάζεται καλύτερα αυτό που βλέπει και να κρίνει πέρα από την κάθε σεναριακή ανάγκη να διαχωρίζονται οι άνθρωποι. Το 2018 η ανθρωπότητα πρέπει να έρθει στην ίδια “φάση”».
Με τη σειρά του, ο Στέφανος Μουαγκιέ, μας λέει τη δική του άποψη πάνω στο θέμα: «Βλέποντας ταινίες με τίτλους Τον Αράπη κι αν τον Πλένεις ή με θεματολογία όπως Ο Δυναστείας -βλέπε τη σκηνή με τους ανθρωποφάγους- το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι η λέξη “λούμπεν” και στη συνέχεια “υποκουλτούρα”. Εύπεπτες ταινίες, οι οποίες χρησιμοποιούν τη διαφορετικότητα ως μήτρα γέλιου.

»Πάντα υπήρχε το εύπεπτο και πάντα θα υπάρχει, άρα δεν έχει να κάνει με τις εποχές. Τότε οι ταινίες-βιντεοκασέτες, σήμερα η επιθεώρηση, όπου ο θεατής καλείται να γελάσει με τον νάνο χαρακτήρα, την ευτραφή νοικοκυρά, την όμορφη, αλλά χαζή παρουσία - όλα αυτά δένουν με την καλλιτεχνική πινελιά της καρικατούρας συνήθως ομοφυλόφιλων και μαύρων».
Κάνω και μια σύντομη αναφορά: Αράπης, ελληνική λέξη παράφραση της αραβικής arap > Άραβας. Η λέξη ταξίδεψε από τους Τούρκους σε όλη την τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία, που μέρος αυτής ήταν και τα ελληνικά εδάφη. Η λέξη, όπως αμέτρητες άλλες, επειδή διαδόθηκε κατά την Τουρκοκρατία, πήρε αρνητική χροιά και χρησιμοποιούνταν υποτιμητικά σε Άραβες, Αφρικανούς και γενικά σκουρόχρωμος ανθρώπους, ακόμη και γηγενείς.
Οι δεκαετίες που ακολούθησαν, αυτές του ’80 και του ’90, έφεραν με τη σειρά τους διάφορα νέα -ακραία πολλές φορές- παραδείγματα, μέσα από ταινίες και τηλεοπτικές σειρές οι οποίες γνώρισαν μεγάλη εισπρακτική επιτυχία (και όχι τόσο καλλιτεχνική): Οι Πόντιοι ως μειωμένης αντίληψης άνθρωποι (Οι Πόντιοι), η καρικατούρα των Ρομά (Ταμτάκος), οι Φιλιππινέζες και Αφρικανές υπηρέτριες με τα αυταρχικά αφεντικά και τα σπαστά ελληνικά τους (έριχνε και ένα χούφτωμα το boss), οι ομοφυλόφιλοι και οι Αλβανοί, οι Αφρικανοί ως ανθρωποφάγοι φύλαρχοι (ποιος σκέφτηκε τον Βασίλη Μπουγιουκλάκη και τη Νατάσα Γερασιμίδου για κανίβαλους, απορώ ακόμη και σήμερα…), ο τεράστιος cult Ηλίας Κωνσταντίνου σαν Κινέζος («πάει η σούπα κιτρίνισε», ενώ βράζει στο καζάνι), οι plus size ρόλοι πάντα ως θέμα διακωμώδησης, οι άνθρωποι με κινητικά προβλήματα και οι ΑμεΑ, ο νόμος του νταή στο σχολείο, η γυναίκα ως αντικείμενο εκμετάλλευσης και οι πέφτουλες ως το απόλυτο αρσενικό πρότυπο. Οι τελευταίοι, μάλιστα, έχουν αποκτήσει σχεδόν μυθικό στάτους.

Φυσικά, και στο Hollywood βρίσκουμε ανάλογα παραδείγματα από αυτές τις δεκαετίες, ίσως και περισσότερα, δεν μιλάμε για ελληνικό φαινόμενο.
Ο κριτικός κινηματογράφου και μουσικός Άκης Καπράνος, μας δίνει και μερικά ιστορικά στοιχεία: «Το 1968 η Warner Brothers αποφάσισε να αποσύρει από την κυκλοφορία 11 καρτούν παραγωγής 1942-1948 λόγω των φυλετικών στερεοτύπων που κρίθηκαν εκείνην την περίοδο ρατσιστικά. Δημιουργός πολλών εξ αυτών ήταν ο φημισμένος Bob Clampett, που χρόνια αργότερα σχολίασε: “Όλοι, συμπεριλαμβανομένων των Αφροαμερικάνων, αγκάλιασαν αυτά τα καρτούν την περίοδο της κυκλοφορία τους. Όλες οι σχετικές διαμάχες αναπτύχθηκαν χρόνια μετά, κυρίως λόγω της μεταβαλλόμενης στάσης απέναντι στα πολιτικά δικαιώματα”. Με άλλα λόγια, τα καρτούν αυτά δεν ήταν ρατσιστικά στην εποχή τους – ήταν μάλλον το αντίθετο: Την εποχή που ακόμη δρούσε η Κου Κλουξ Κλαν, ο Clampett διεύρυνε τον καμβά του, κάνοντας ένα βήμα προς την πολυπολιτισμικότητα, άγνωστη ακόμη λέξη το 1942. Η δε απόσυρση τους σχολιάστηκε αρνητικά από ιστορικούς και καλλιτέχνες σε τέτοιο βαθμό, που η Warner επέτρεψε ξανά την κυκλοφορία τους, λόγω της ιστορικής τους σημασίας. Ομοίως, θα ήταν μάλλον αστείο να ισχυριστεί κανείς πως ο Ζαμπέτας ήταν... “ρατσιστής”, όταν τραγουδούσε το ομώνυμο θέμα του Τον Αράπη κι αν τον Πλένεις, τίτλος ταινίας που βασίζεται σε παροιμία η οποία με τη σειρά της κουβαλά ένα δίδαγμα που δεν έχει καμία σχέση με την “καθαρότητα” της φυλής. Μήπως ήταν “ρατσιστής” και ο Τσιτσάνης, όταν έγραφε τη “Μάγισσα της Αραπιάς”; Άλλο, όμως, η αθωότητα αυτών των ταινιών σε σχέση με το τότε και άλλο η επίδρασή τους στην ακραία και διχαστική πολιτικά περίοδο του σήμερα. Εδώ υπάρχει ασφαλώς ένα ζήτημα: Προφανώς τα ρατσιστικά ένστικτα ενός -ούτως ή άλλως- άρρωστου κοινού θα ικανοποιηθούν από μια τέτοια απεικόνιση, αν και στην ταινία του Κώστα Καραγιάννη -ο οποίος καταλάβαινε μόνο από προλετάριους και πλουτοκράτες, ασχέτως φυλής!- υπάρχει ένα ιδιαίτερα καυστικό σχόλιο για τη δυτική αποικιοκρατία. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να πετάξουμε στα σκουπίδια αυτές τις ταινίες, προσάπτοντάς τους μια “ενοχή” που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική τους φύση. Ομολογουμένως, η εποχή δεν τα σηκώνει και τόσο. Ίσως μια “προειδοποιητική” εισαγωγή, πριν από την έναρξη ενός τέτοιου φιλμ, να ήταν αρκετή, ώστε να τοποθετεί τα πράγματα στη θέση τους».
Την επόμενη φορά που θα εμφανιστεί στο τηλεοπτικό σου γυαλί μια παλιά ταινία ή σειρά σε επανάληψη, γεμάτη από στερεότυπα, σκέψου λίγο παραπάνω. Αν δεν έχεις πρόβλημα με την εικόνα των αφεντικών μιας εταιρείας να την πέφτουν στη γραμματέα και να τη χουφτώνουν, συνέχισε να παρακολουθείς. Ίσως, όμως, είναι καιρός να ξεριζώσεις μία και καλή τέτοια στερεότυπα και να πας παρακάτω.
Γράφει:Μάνος Νομικός





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου