21.4.21

Ελληνική δικτατορία 1967-1974 και Γραφειοκρατικός Αυταρχισµός


 

Με αφορμή τη συμπλήρωση 54 χρόνων από τη στρατιωτική δικτατορία του 1967, δημοσιεύουμε παλαιότερο άρθρο του συντρόφου Σεραφείμ Σεφεριάδη. 
Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στον 23ο τόμο του περιοδικού «Μαρξιστική Σκέψη».

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90, η συγκριτική μελέτη των καθεστωτικών αλλαγών είχε περάσει από τρεις φάσεις1: Η πρώτη, επηρεασμένη απο την κατάρρευση του κοινοβουλευτισμού στη Νότια Αμερική, την Ασία, και την Ελλάδα, άνθισε κατά τη δεκαετία του ’70 και επιχείρησε τη θεωρητική διατύπωση της δυναμικής που οδήγησε στην ανάδυση του αυταρχισμού. Η δεύτερη φάση, που ακολούθησε την πτώση μιας σειράς αυταρχικών καθεστώτων στη Νότια Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 και τις αρχές της δεκαετίας του ’80, επικεντρώθηκε στην εννοιολόγηση και συγκριτική αποτίμηση των μηχανισμών «μετάβασης στη δημοκρατία». Μια τρίτη φάση, τέλος, ξεκίνησε ήδη απο της αρχές της δεκαετίας του ’90, και εστίασε στις προϋποθέσεις για τη λεγόμενη «παγίωση της δημοκρατίας»2. Στις αρχές του 21ου αιώνα, όμως, η προσοχή στρέφεται στη διερεύνηση του πανθομολογούμενου δημοκρατικού ελλείμματος, της αποκαλούμενης «μετα-δημοκρατίας»3. Σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του Peter Mair4, αυτό που κυρίως χαρακτηρίζει την τρέχουσα περίοδο είναι η προϊούσα «απίσχνανση της δυτικής δημοκρατίας» ‒διαδικασία που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει αποδυνάμωση και οργανωτική αποψίλωση των κομμάτων, γενικευμένη αποστασιοποίηση των ψηφοφόρων από τα τεκταινόμενα στην κεντρική πολιτική σκηνή, εκτεταμένη διαφθορά, κυνισμό. Πρόκειται για συνδυασμό εξελίξεων που, καθώς ενέχει τη μαζική υποβάθμιση του «λαϊκού  περιεχομένου» της δημοκρατίας, συνιστά δραματικό συμβάν με πολλαπλές και αλυσιδωτές επιπτώσεις.

Η ακριβής διατύπωση της φύσης και η αναζήτηση των πηγών αυτής της ανθεκτικής δημοκρατικής ελλειμματικότητας εξακολουθούν να αποτελούν βασικά ζητούμενα των σύγχρονων αναζητήσεων του κλάδου. Όμως για περιπτώσεις όπως η ελληνική, προϋπόθεση για την επαρκή διερεύνηση τόσο αυτών όσο και μιας σειράς άλλων συντεταγμένων της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας αποτελεί η διερεύνηση της πολιτικής μήτρας στην οποία πολλά από αυτά κυοφορήθηκαν, της δικτατορίας του 1967-74.

Το εγχείρημα ενέχει συνεπώς τόσο θεωρητικές-συγκριτικές όσο και συγχρονικές στοχεύσεις. Οι πρώτες αφορούν στην όσο το δυνατόν επαρκέστερη κατανόηση των πηγών και της φύσης του ελληνικού αυταρχικού καθεστώτος της περιόδου 1967-74, και της ένταξής του στη μελέτη του φαινομένου διεθνώς. Εκτός από το ότι η εγχώρια πολιτική επιστήμη έχει την εξακολουθητική υποχρέωση συμβολής στη συγκριτική αποτίμηση της ελληνικής εμπειρίας, η προσπάθεια για κατανόηση του χαρακτήρα και των επιπτώσεων της δικτατορίας μπορεί να καταστεί εξαιρετικά επίκαιρη ‒ ιδιαίτερα στη σκιά της σύγχρονης δημοκρατικής συρρίκνωσης.5

Συγκριτικό Αναλυτικό Πλαίσιο

Το δικτατορικό καθεστώς της 21ης Απριλίου 1967 επιβλήθηκε σε μια στιγμή όξυνσης των διεθνών ψυχροπολεμικών αντιπαραθέσεων αλλά και χαρακτηριστικής επίτασης των συλλογικών δράσεων και των πολιτικών και κοινωνικών κινημάτων. Όπως επεσήμανε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, η δεκαετία του ’60 είναι η εποχή του Βιετνάμ, του Τσε Γκεβάρα και των φοιτητικών εξεγέρσεων6. Όμως, ενώ θεωρούμενη από τη σκοπιά των κινηματικών κύκλων διαμαρτυρίας7, η περίοδος αυτή σηματοδοτεί το ενδεχόμενο μιας βαθμιαίας ανατροπής των γεωπολιτικών ισορροπιών εις βάρος του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος υπό την αιγίδα των ΗΠΑ, στο επίπεδο των συγχρονικών καθεστωτικών αλλαγών, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανάδυση μιας ποιοτικά νέας μορφής αυταρχισμού, του Γραφειοκρατικού Αυταρχισμού (ΓΑ). Το ερώτημα του αν και κατά πόσο το ελληνικό καθεστώς μπορεί να θεωρηθεί ως ιδιότυπη νοτιοευρωπαϊκή εκδοχή ΓΑ καθεστώτος απορρέει, έτσι, τόσο από τη χρονική συγκυρία της επιβολής του, όσο και από το ότι σημαντικό μέρος της διεθνούς βιβλιογραφίας έτεινε να προσλαμβάνει την ελληνική περίπτωση ακριβώς μέσα από αυτό το αναλυτικό πρίσμα. Συνάγεται ότι, από άποψη τόσο πραγματολογική όσο και μεθοδολογική, η περαιτέρω ‒sine ira studio‒ διερεύνηση του ζητήματος των ομοιοτήτων-διαφορών του Απριλιανού καθεστώτος με τα κλασικά ΓΑ καθεστώτα της Λατινικής Αμερικής (Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη και Χιλή) αποτελεί χρήσιμο ευρετικό και αναλυτικό εργαλείο.

Πριν όμως διατυπωθούν οι βασικές παράμετροι που συνθέτουν τον συγκριτικό αναλυτικό καμβά του Γραφειοκρατικού Αυταρχισμού, είναι σκόπιμο να αναρωτηθούμε μήπως θα ήταν θεωρητικά προσφορότερο να προσεγγίσουμε την ελληνική περίπτωση εντός ενός νοτιοευρωπαϊκού συγκριτικού πλαισίου. Η βιβλιογραφία που επισημαίνει τους πολύπλευρους κοινωνικοοικονομικούς, πολιτικο-θεσμικούς, και πολιτισμικούς παραλληλισμούς ανάμεσα στην Ελλάδα και τις άλλες χώρες της νότιας Ευρώπης (ειδικά στη «μακρά διάρκεια») είναι τεράστια8, ενώ η χρονική συγκυρία κατάλυσης των δικτατορικών καθεστώτων στην Πορτογαλία, την Ελλάδα και την Ισπανία προκαλεί εύλογους συνειρμούς.

Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι το νοτιοευρωπαϊκό συγκριτικό πλαίσιο είναι άτοπο, μεθοδολογικά ή πραγματολογικά9. Τουλάχιστον όμως σε ό,τι αφορά τη συγκριτική διερεύνηση των πηγών και της φύσης του δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου, η υιοθέτηση ενός αναλυτικού καμβά με κυρίαρχες τις αναφορές του υποδείγματος του Γραφειοκρατικού Αυταρχισμού δημιουργεί περισσότερες προϋποθέσεις για τη διατύπωση θεωρητικά κρίσιμων ερωτημάτων10. Ελπίζοντας πως το γιατί θα φανεί καλύτερα παρακάτω, αξίζει να επισημανθεί ότι ο βασικός λόγος που συνηγορεί κατά της υιοθέτησης ενός νοτιοευρωπαϊκού συγκριτικού πλαισίου δεν είναι άλλος από τον χρόνο, και μάλιστα από διττή άποψη –τόσο από την πλευρά της ιστορικής και ιδεολογικής συγκυρίας κατά την οποία τα καθεστώτα επιβλήθηκαν, όσο και από αυτή της χρονικής τους διάρκειας. Μπορούμε να σκεφτούμε την 21η Απριλίου ως καθεστώς παρόμοιο με εκείνα των Φράνκο και Σαλαζάρ μόνο μακροσκοπικά (στο πλαίσιο μιας ανάλυσης σε υψηλό επίπεδο θεωρητικής αφαίρεσης), μόνο αν σκεφτούμε ότι η δικτατορία του 1967-1974 δεν ήταν παρά η κορύφωση του κολοβού κοινοβουλευτισμού που επικράτησε στην Ελλάδα κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο11. Πρόκειται βέβαια για διαπίστωση που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αγνοηθεί, όμως, παράλληλα, αποτυπώνει και τους σοβαρούς περιορισμούς του νοτιοευρωπαϊκού πλαισίου για το είδος της συγχρονικής συγκριτικής ανάλυσης που είναι χρήσιμο να πραγματοποιηθεί.

Το Υπόδειγμα  του Γραφειοκρατικού Αυταρχισμού

Το έργο του Guillermo O’Donnell για την ανάδυση των δικτατορικών καθεστώτων στη Λατινική Αμερική έχει εύλογα θεωρηθεί ως μια εξαιρετικά οξυδερκής ανασύνθεση των θεωρητικών και αναλυτικών εργαλείων που ως τότε χρησιμοποιούνταν για την αποτίμηση του αυταρχικού φαινομένου12. Ξεκινώντας απο την παρατήρηση ότι η δημοκρατία έτεινε να καταλυθεί στις σχετικά πιο αναπτυγμένες χώρες του Νότιου Κώνου, ο O’Donnell διατύπωσε μια αποστομωτική κριτική στη θεωρία του εκσυγχρονισμού (σύμφωνα με την οποία η οικονομική ανάπτυξη στο καπιταλιστικό πλαίσιο θα οδηγούσε, περίπου αναπόφευκτα, στην πολιτική δημοκρατία),13 και υποστήριξε ότι τα Γραφειο-κρατικά Αυταρχικά καθεστώτα συνιστούσαν μια ποιοτικά νέα μορφή αυταρχισμού.

Ο Ο’Donnell εστίασε την ανάλυσή του τόσο στις ιδιαιτερότητες της νέας αυτής μορφής, όσο και στις κοινωνικοοικονομικές δομές που την προκαλούσαν. Παρότι η συζήτηση για τον ακριβή χαρακτήρα της κρίσης που προηγείται της επιβολής των καθεστώτων αυτών είναι ιδιαίτερα πλούσια (και ως τις μέρες μας ακόμα εκκρεμής),14 οι μελετητές φαίνεται να συμφωνούν σε δυο στοιχεία. Το πρώτο συνίσταται στη διαπίστωση ότι τα ΓΑ καθεστώτα βασίζονται σε μια συμμαχία του στρατού με τη διεθνοποιημένη αστική τάξη και τεχνοκρατικά στοιχεία της κοινωνίας, που προβαίνει σε κατάλυση των δημοκρατικών θεσμών για να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της εξάντλησης της «εύκολης», οριζόντιας φάσης του αναπτυξιακού μοντέλου της υποκατάστασης των εισαγωγών. Δύο παράγοντες συνέχουν τη συμμαχία αυτή: μια οξύτατη οικονομική κρίση που παίρνει τη μορφή του υπερπληθωρισμού και της δραματικής πτώσης στους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ (κάποτε και ως αρνητική αύξηση), και το έντονα συγκρουσιακό διεκδικητικό κίνημα των λαϊκών μαζών που θέτει, εν δυνάμει, ακόμα και ζήτημα κατάλυσης του κοινωνικού καθεστώτος.

Δεύτερον, οι μελετητές συμφωνούν ότι τα ΓΑ καθεστώτα, σε αντίθεση με τις μεσοπολεμικές δικτατορίες, χαρακτηρίζονται απο την πολιτική επικυριαρχία του στρατού ως θεσμού (και όχι κάποιων μεμονωμένων, χαρισματικών ή μη, ηγετών), και μια πραγματιστική και τεχνοκρατική προσέγγιση στην άσκηση πολιτικής15. Συναφώς, οι επιδιώξεις των καθεστώτων αυτών είναι από την αρχή σαφείς, και εντοπίζονται στην αποκατάσταση της «κοινωνικής ειρήνης» και ενός ευνοϊκού επενδυτικού κλίματος, με κύριο στόχο την προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Για να επιτύχουν στις στοχεύσεις αυτές, αποκλείουν από το πολιτικό σύστημα τις οργανώσεις με επιρροή στα λαϊκά στρώματα και προβαίνουν σε βίαιη καταστολή των λαϊκών διεκδικήσεων.

Πόσο καλά μπορεί να ενταχθεί το καθεστώς της 21ης Απριλίου στο θεωρητικό αυτό υπόδειγμα;

Η ελληνική περίπτωση

Αν και συχνά υπόρητα, η ελληνική περίπτωση θεωρούνταν μέχρι πριν λίγα χρόνια ως μια ακόμη εκδοχή ΓΑ καθεστώτος στη διεθνή βιβλιογραφία. Το έναυσμα δόθηκε από τον ίδιο τον O’Donnell, o οποίος συμπεριέλαβε στις αναφορές του την ελληνική εμπειρία,16 και συνεχίστηκε μέσα από το έργο ακόμα και μελετητών που άσκησαν κριτική στο υπόδειγμα του Γραφειοκρατικού Αυταρχισμού17. Όμως πριν λίγα χρόνια, η τάση αυτή φάνηκε να μεταβάλλεται. Ενδεικτικό του εντεινόμενου προβληματισμού των μελετητών υπήρξε ένα κείμενο της Nancy Bermeo, που υποστήριξε ότι η τάση να θεωρείται η Ελλάδα ως μια ακόμη περίπτωση ΓΑ φέρει ευθύνες τόσο για τη συστηματική παραποίηση των γεννεσιουργών αιτίων και της φύσης του Απριλιανού καθεστώτος, όσο και για τις απαισιόδοξες προβλέψεις που είχαν κατά καιρούς διατυπωθεί αναφορικά με το μέλλον της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην Ελλάδα18.

Η κριτική που ασκείται εναντίον της τάσης να θεωρείται η ελληνική δικτατορία περίπτωση ΓΑ καθεστώτος βασίζεται σε ένα σύστημα αναλυτικών αξόνων, η εξέταση των οποίων βοηθά τόσο στην ανάδειξη των βασικών προβληματισμών της πρόσφατης έρευνας, όσο και στην επισήμανση των αναλυτικών εκείνων περιοχών που απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση. Ο πρώτος άξονας αφορά τις πηγές του καθεστώτος, και περιλαμβάνει τα παρακάτω τρία ζητήματα: (α) την κατάσταση της οικονομίας τις παραμονές του πραξικοπήματος, (β) την ένταση και τον χαρακτήρα των κοινωνικών συγκρούσεων που διαπερνούσαν την προδικτατορική κοινωνία, και (γ) τις κοινωνικές βάσεις του καθεστώτος.

(α) Οικονομική άνθιση: Δε χρειάζεται να διαθέτει κανείς μιαν ολοκληρωμένη εικόνα της προδικτατορικής οικονομίας για να συμπεράνει πως η Ελλάδα των παραμονών της 21ης Απριλίου δεν αντιμετώπιζε συμπτώματα οικονομικής κρίσης ανάλογα με αυτά των κλασικών ΓΑ καθεστώτων. Σε αντίθεση με την κατάσταση στις Αργεντινή, Χιλή, Βραζιλία και Ουρουγουάη, στην Ελλάδα της προδικτατορικής περιόδου υπήρχε σχετικά χαμηλός πληθωρισμός και εντυπωσιακή αύξηση του εθνικού εισοδήματος, ενώ τα αποθέματα χρυσού και εξωτερικού συναλλάγματος ήταν τόσο μεγάλα ώστε «η περαιτέρω πρόοδος της οικονομίας» να θεωρείται «σχεδόν βέβαιη»19. Εξίσου, αν όχι περισσότερο σημαντικό στοιχείο ήταν οι γοργοί ρυθμοί αύξησης των επενδύσεων: χαρακτηριστικό είναι επ’ αυτού πως κατά την περίοδο 1964-1967, ο αριθμός των νέων παραγωγικών μονάδων είχε αυξηθεί κατά 72%. Σημαντική, τέλος, ήταν η προθυμία του ξένου κεφαλαίου να επενδύσει στην Ελλάδα. Μεταξύ 1960 και 1964, οι ξένες επενδύσεις αυξήθηκαν πέντε φορές, μια αυξητική τάση που συνεχίστηκε και κατά τη διετία 1965-6620. Από την άποψη αυτή, λοιπόν, οι συνθήκες που προηγήθηκαν της δικτατορικής επιβολής στην Ελλάδα διέφεραν με αυτές των λατινοαμερικανικών χωρών περίπου όσο διέφεραν και με αυτές στη μεσοπολεμική Νότια Ευρώπη.

(β) Κοινωνικές συγκρούσεις: Αν και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των κοινωνικών συγκρούσεων της προδικτατορικής περιόδου έχουν από καιρό απασχολήσει τους μελετητές21, η ακριβής αποτίμηση της δυναμικής τους παραμένει ακόμα, σε μεγάλο βαθμό, ερευνητικό ζητούμενο. Οι περισσότεροι αναλυτές, ωστόσο, φαίνεται να συμφωνούν με την άποψη ότι η επιβολή της δικτατορίας ήταν στενά συνυφασμένη με την ανάγκη καταστολής του μαζικού δημοκρατικού κινήματος το οποίο ξεπήδησε με αφορμή τη βασιλική εκτροπή του Ιουλίου του 1965. Όμως, και εδώ, οι διαφορές με την εμπειρία του κλασικού Γραφειοκρατικού Αυταρχισμού είναι αξιοσημείωτες, αφού οι περισσότεροι μελετητές τονίζουν πως, σε αντίθεση με τη Λατινική Αμερική, το ελληνικό μαζικό κίνημα δεν έθετε σε κίνδυνο το κοινωνικό καθεστώς, αλλά μόνο το σύστημα πολιτικής κυριαρχίας που επικρατούσε22.

Παρότι η επισήμανση αυτή είναι πραγματολογικά σωστή, δεν πρέπει ωστόσο να οδηγήσει στην εντύπωση πως οι δυο «μορφές κινδύνου» χωρίζονταν μεταξύ τους με σινικά τείχη. Αν και εννοιολογικά διακριτές μεταξύ τους στο βραχύ ιστορικό χρόνο και θεωρούμενες στατικά, οι δύο μορφές κυριαρχίας, η πολιτική και η κοινωνικοοικονομική, βρίσκονταν προφανώς σε στενή και συστηματική αλληλεπίδραση – επρόκειτο για πλέγμα εξουσίας. Το γεγονός, επιπλέον, ότι το μαζικό κίνημα της προδικτατορικής περιόδου δεν έθετε άμεσα θέμα κατάλυσης του κοινωνικού καθεστώτος, δε σημαίνει ότι δεν ήταν μαχητικό, σε βαθμό τέτοιο που να θορυβεί τον κυρίαρχο κοινωνικο-οικονομικό συνασπισμό. Όπως με άκρως βιωματικό τρόπο έθεσε το ζήτημα ο Αριστόβουλος Μάνεσης, ο «διάχυτος φόβος των κυρίαρχων τάξεων» ήταν πανταχόθεν ορατός και πανθομολογούμενος23. Συναφώς, αν το ξέσπασμα των Ιουλιανών πήρε τα εξωτερικά γνωρίσματα ενός κινήματος για την «αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας», είναι εξίσου σαφές ότι οι φορείς του ήταν, κατά κύριο λόγο, λαϊκά στρώματα που είχαν υποστεί τις συνέπειες του άνισου τρόπου ανάπτυξης της μετεμφυλιακής περιόδου. Μια πιθανή αναζωπύρωση του συνδικαλιστικού-διεκδικητικού κινήματος την επαύριο μιας νέας νίκης της ΕΚ στις εκλογές του Μάη του 1967, θα μπορούσε ενδεχομένως να θέσει σε κίνδυνο και τις κυρίαρχες ισορροπίες στον τομέα των εργασιακών σχέσεων με άγνωστες και απρόβλεπτες συνέπειες24.

Στο πλαίσιο αυτό, έχει σημασία να επισημανθούν επιγραμματικά τα γενικά χαρακτηριστικά του διεκδικητικού κινήματος της περιόδου και οι κομβικοί σταθμοί της εξέλιξής του. Πρόκειται ασφαλώς για έναν τυπικό «συγκρουσιακό κύκλο» με βασικά γνωρίσματα (α) την εμφάνιση νέων οργανώσεων (λ.χ. τους Λαμπράκηδες ή τις 115 Συνεργαζόμενες Εργατοϋπαλληλικές Οργανώσεις ‒ΣΕΟ)25 αλλά και τη συγκρουσιακή ιδιοποίηση παλαιών· (β) ευρύτατες ανακατατάξεις στο τομέα της διαχείρισης συμβόλων, των διεκδικητικών αξιακών πλαισιώσεων και του εν γένει εκπεμπόμενου πολιτικού λόγου· (γ) την ανανέωση του διεκδικητικού ρεπερτορίου (η κλασική διαδρομή Προπύλαια-Ομόνοια-Σταδίου-Σύνταγμα είναι κληροδότημα αυτής της περιόδου)· καθώς επίσης (δ) και μια χαρακτηριστική διάχυση των κινηματικών συλλογικών δράσεων.

Η δεκαετία του ’60 ξεκίνησε με την εμβληματική απεργία των οικοδόμων, το Δεκέμβριο του 1960 ‒απεργία που ενείχε ανοιχτή σύγκρουση με τις κατασταλτικές δυνάμεις (πάνω από 150 τραυματίες και 179 συλλήψεις) και προοιωνίζονταν μια πορεία σκληρών αγώνων (Αύγουστος του ’61, Απρίλιος του ’62, Ιανουάριος του ’63, κ.λπ.) που πέρα και πάνω από τη συγκεκριμένη συνδικαλιστική τους έκβαση (εν προκειμένω επιτυχή) κατεδείκνυαν και το ευάλωτο της εξουσίας26. Δημιούργησαν έτσι έναν ζωτικό διεκδικητικό χώρο, ο οποίος καλύφθηκε πάραυτα από πλήθος εργατικών κλάδων (και τη φοιτητική νεολαία) με ταχύτητα που –αν μη τι άλλο– μαρτυρεί διεκδικητική επίταση και διάχυση. Είναι επίσης χαρακτηριστικό πως πρωτεύοντα ρόλο διαδραμάτισαν βιομηχανικοί κλάδοι: κλωστοϋφαντουργοί, μεταλλωρύχοι, τσιμεντεργάτες και πλειάδα άλλων εργαζομένων σε μικρές και μεσαίες μονάδες. Αν και το απεργιακό κύμα διατηρήθηκε και μετά τα Ιουλιανά, σημάδι διεκδικητικής εξάντλησης αποτελεί η σταδιακή αποχώρηση της πρώιμης πρωτοπορίας. Οι διεκδικητικοί κλάδοι που ακολούθησαν, ήταν και αυτοί μαχητικοί, όμως αφενός κατέτειναν προς πιο συμβατικές μορφές δράσης και αφετέρου ‒με ευθύνη των συνδικαλιστικών και πολιτικών ηγεσιών‒ έθεταν τα πολιτικά αιτήματα σε δεύτερη μοίρα.27

Οι προβληματισμοί αυτοί θέτουν ευθέως και το ζήτημα της κοινωνικής βάσης του δικτατορικού καθεστώτος.

(γ) Αμφιλεγόμενες κοινωνικές βάσεις: Σχεδόν το σύνολο των μελετητών του καθεστώτος της 21ης Απριλίου τονίζουν πως ένα απο τα κύρια στοιχεία του ήταν η κοινωνική και πολιτική του απομόνωση, και το γεγονός ότι, σε αντίθεση με τη λατινοαμερικανική (αλλά και την νοτιοευρωπαϊκή) εμπειρία, στην Ελλάδα δεν υπήρξε συμμαχία του στρατού, με τις άλλες προδικτατορικές πολιτικές και κοινωνικο-οικονομικές ελίτ.28 Αποτέλεσμα της απομόνωσης των συνταγματαρχών ήταν και η αποτυχία του καθεστώτος τους να βρει ουσιαστικά ερείσματα στο συντηρητικό πολιτικό χώρο, να θεσμοποιηθεί συνταγματικά και να νομιμοποιηθεί. Και πάλι, όμως, η πραγματικότητα αυτή δεν πρέπει να προσληφθεί μονοσήμαντα και στατικά.

Καταρχάς, η μελέτη του ιδεολογικού λόγου της Δεξιάς καθόλη την προδικτατορική περίοδο καθιστά σαφές ότι κατά τις παραμονές του πραξικοπήματος η ιδέα της εκτροπής κάθε άλλο παρά της ήταν ξένη. Η εκτροπή θεωρούνταν για μεγάλο τμήμα της συντηρητικής παράταξης ιστορικά αναγκαία, μια άποψη που, τουλάχιστον μετά τα Ιουλιανά, είχε νομιμοποιηθεί μέσω της επίκλησης κινδύνου εγκαθίδρυσης «κεντροαριστερής δικτατο-ρίας» και της θεωρίας της «αυτοάμυνας της δημοκρατίας».29 Το γεγονός αυτό, βέβαια, δεν αναιρεί το ότι η πολιτική Δεξιά δεν παρείχε τελικά υποστήριξη στο καθεστώς της 21ης Απριλίου.30 Στρέφει όμως την προσοχή μας στο χαρακτήρα των διαφορών που εμφανίστηκαν, και οι οποίες εντοπίζονταν εν πρώτοις στην ταυτότητα των φορέων της εκτροπής και, στη συνέχεια, στο χαρακτήρα του καθεστώτος που θα εγκαθίδρυαν (το οποίο, όπως γρήγορα έγινε σαφές, δεν απέβλεπε απλώς στην αναπαραγωγή των κυρίαρχων πολιτικών σχέσεων). Τίθεται, επιπλέον, το ερώτημα: Αρκεί η επίκληση της ελεγχόμενης αντιπαλότητας της πολιτικής Δεξιάς προς το δικτατορικό καθεστώς ώστε να τεκμηριωθεί παρόμοια εχθρότητα και από τα κοινωνικοοικονομικά κυρίαρχα στρώματα;

Αναφέρεται συχνά ότι το πραγματικά διεθνοποιημένο τμήμα των ελληνικών κοινωνικοοικονομικών ελίτ δεν είχε κανένα λόγο να υποστηρίξει μια στρατιωτική εκτροπή από τον κοινοβουλευτισμό –όχι μόνο γιατί δεν αντιμετώπιζε σημαντικό εσωτερικό κίνδυνο, αλλά και γιατί ένα δικτατορικό καθεστώς θα έθετε σε δοκιμασία τις σχέσεις της χώρας με την Ευρωπακή Κοινότητα.31 Όμως στην αποφαντική της εκδοχή ‒και προσεγγίζοντας το ζήτημα με απόλυτο θεωρητικό αγνωστικισμό‒ η άποψη αυτή παραγνωρίζει κραυγαλέα τη στάση συγκεκριμένων οικονομικών παραγόντων, εν πρώτοις των εφοπλιστών, οι οποίοι, ως γνωστόν, παρείχαν αμέριστη υποστήριξη στο καθεστώς. Ούτε όμως το εμπορικό και βιομηχανικό κεφάλαιο υπέστησαν ζημιές ανάλογες με αυτές που το πάγωμα της Συμφωνίας Σύνδεσης και η αποπομπή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης συχνά θεωρείται ότι του προκάλεσαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ το 1967 η ΕΟΚ (6) αντιπροσώπευε το 40,3% των ελληνικών εξαγωγών, το 1974 το ποσοστό είχε ανέλθει σε 43,8% (ΕΟΚ 6) και 50,1% (ΕΟΚ 9), αν και με επιβάρυνση του διμερούς εμπορικού ελλείμματος. Είναι παράλληλα εντυπωσιακή η μετατροπή της σύνθεσης αυτών των εξαγωγών υπέρ των βιομηχανικών. Σε ό,τι αφορά το χρηματοδοτικό σκέλος της σχέσης με την ΕΟΚ, τέλος, ένα κάποιο κόστος πράγματι υπήρξε, όμως ήταν εξαιρετικά μικρό.32 Αν ληφθούν υπόψη τα δεδομένα αυτά σε συνδυασμό με άλλους προφανείς παράγοντες (όπως, π.χ., τον ασφυκτικό έλεγχο που η δικτατορία επέβαλε στο συνδικαλισμό), εύλογα και άκοπα προκύπτει το συμπέρασμα ότι οι κοινωνικοοικονομικές ελίτ παρείχαν ένθερμη υποστήριξη στο καθεστώς.

Θα είχε επίσης σημασία να αναρωτηθεί κανείς ποια θα ήταν η στάση των κοινωνικά κυρίαρχων στρωμάτων αν οι φορείς του πραξικοπήματος δεν ήταν οι συνταγματάρχες αλλά οι στρατηγοί. Η αντιδικτατορική δράση του στρατού ξηράς, λ.χ., αναδεικνύει τα ακραιφνώς φιλοβασιλικά αισθήματα του βασικού πυρήνα, και δημιουργεί το εξής ‒σχεδόν ρητορικό‒ ερώτημα: Αν το πραξικόπημα γινόταν από τη «μεγάλη χούντα», μήπως οι κοινωνικές βάσεις της «λύσης εκτάκτου ανάγκης» αποτυπώνονταν ευκρινέστερα; Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι, αν και το καθεστώς των συνταγματαρχών πράγματι έπασχε από σημαντική κοινωνική απομόνωση, ασφαλώς και δεν ανέκυψε σε κοινωνικό κενό, ούτε, βέβαια, και προήλθε από κοινωνική παρθενογέννεση.

Συνάγεται λοιπόν ότι, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον αναλυτικό άξονα «πηγές του καθεστώτος», η ελληνική δικτατορία είχε αξιοσημείωτες ‒αν και όχι απόλυτες‒ διαφορές με τις κλασικές περιπτώσεις Γραφειοκρατικού Αυταρχισμού της Λατινικής Αμερικής. Ανάλογα συμπεράσματα απορρέουν και από την εξέταση του δεύτερου αναλυτικού άξονα, που άπτεται του καθαυτό χαρακτήρα του καθεστώτος. Και εδώ τα ζητήματα προς διερεύνηση είναι τρία. Αφορούν (α) το βαθμό και τη μορφή θέσμισης του καθεστώτος, (β) τις βασικές πολιτικές του επιλογές, και (γ) την εξελισσόμενη σχέση του με την κοινωνία.

(α) Στρατοκρατική (μη-) θέσμιση: Επισημάνθηκε ήδη πως η κοινωνική απομόνωση του απριλιανού καθεστώτος εν τέλει απέτρεψε τη θεσμοποίησή του. Πουθενά δεν αποτυπώθηκε καλύτερα αυτό από τη συνεχή τάση των συνταγματαρχών να παραβαίνουν την ίδια τη δικιά τους «κολοβή» νομιμότητα όπως αυτή θεσπίστηκε στα δυο συνταγματικά κείμενα που επεξεργάστηκαν. Η αντισυνταγματική επιβολή της δικτατορίας οδήγησε, έτσι, σε ένα καθεστώς παρατεταμένης συνταγματικής αυθαιρεσίας.33

Η περιορισμένη θεσμοποίηση του καθεστώτος δεν θα έπρεπε όμως να οδηγήσει στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι, σε αντίθεση με τα λατινοαμερικανικά ΓΑ καθεστώτα, η ελληνική δικτατορία ήταν, σε τελική ανάλυση, παραδοσιακό-προσωποπαγές καθεστώς υπό την απόλυτη εξουσία του Γεώργιου Παπαδόπουλου. Ο λόγος του καθεστώτος, και ειδικά του Παπαδόπουλου, ήταν βέβαια ηθικολογικός και παραδοσιακά «οργανιστικός», όμως αυτός άλλων επώνυμων στυλοβατών του καθεστώτος, όπως, πιο χαρακτηριστικά, του Γ. Γεωργαλά, είχε (τουλάχιστον σε επίπεδο προθέσεων) συνάφεια με τον τεχνοκρατικό λόγο, που απαντάται και σε καθεστώτα Γραφειοκρατικού Αυταρχισμού. Το ζήτημα αυτό πρέπει να προσληφθεί σε σχέση και με άλλους συναφείς παράγοντες, όπως η (ανεπιτυχής) προσπάθεια των συνταγματαρχών να διατηρήσουν τον «ευρωπαϊκό προσανατολισμό» των προκατόχων τους ευθυγραμμιζόμενοι με τις επιταγές της Συμφωνίας Σύνδεσης, και η (μάλλον επιτυχής) στροφή τους προς τους τεχνοκράτες.

Όμως ακόμα κι αν διατηρήσουμε επιφυλάξεις σχετικά με το αν και κατά πόσον το καθεστώς ήταν παραδοσιακό-προσωποπαγές, πρέπει να τονιστεί ότι, σε αντίθεση με την κατάσταση στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, η χούντα των συνταγματαρχών δεν ήταν χούντα του «στρατού ως θεσμού». Το αντίθετο, μάλιστα, η δικτατορία δίχασε βαθιά το σώμα των ελλήνων αξιωματικών (κυρίως στο ναυτικό και την αεροπορία, αλλά και στο στρατό ξηράς), διασπώντας ανεπανόρθωτα την εσωτερική συνοχή του προδικτατορικού συνασπισμού.

Πώς όμως αποτυπώθηκε η πραγματικότητα της λειψής θεσμοθέτησης στο καθοριστικό πεδίο της άσκησης πολιτικής;

(β) Ατελέσφορος Αυταρχικός Πατερναλισμός: Ίσως το πλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα των κλασικών ΓΑ καθεστώτων ήταν η έντονα αντιλαϊκή αναδιανεμητική τους πολιτική. Και στον τομέα αυτό οι διαφορές με την ελληνική περίπτωση είναι εκ πρώτης όψεως αξιοσημείωτες. Επισημαίνεται, συγκεκριμένα, ότι οι μισθοί ως ποσοστό του ΑΕΠ όχι μόνο δεν μειώθηκαν όπως συνέβη στη Λατινική Αμερική, αλλά αυξήθηκαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι η χρονιά με το χαμηλότερο ποσοστό μισθών της επταετίας (30% το 1973) δεν υπολειπόταν του υψηλότερου της προδικτατορικής περιόδου, ενώ καθόλη την περίοδο 1967-74 οι πραγματικοί μισθοί στον τομέα της μεταποίησης σημείωναν σταθερή αύξηση.34 Ελαφρώς πιο περίπλοκη, αν και όχι ποιοτικά διαφορετική, είναι η εικόνα που αναδεικνύεται και από την εξέταση της εξέλιξης των κοινωνικών δαπανών. Οι δαπάνες κοινωνικής προστασίας ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξάνονταν οριακά κάθε χρόνο μέχρι το 1969, στη συνέχεια μειώθηκαν ελαφρά το 1970, και στη συνέχεια παρουσίασαν πτώση μέχρι το τέλος της επταετίας, οπότε και επανήλθαν στα επίπεδα του 1967. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ήταν σαφώς υψηλότερες από αντίστοιχες δαπάνες σε χώρες κλασικών ΓΑ καθεστώτων, όπως η Βραζιλία και η Αργεντινή.

Είναι λοιπόν προφανές ότι, σε σύγκριση με τους πέραν του Ατλαντικού ομολόγους τους, οι συνταγματάρχες είχαν σαφώς περισσότερα περιθώρια άσκησης πατερναλιστικής πολιτικής. Οι μισθοί ως ποσοστό του ΑΕΠ στην προδικτατορική Ελλάδα ήταν εξαιρετικά χαμηλοί, χαμηλότεροι ακόμα και από τη δικτατορική Ισπανία, ενώ αντίστοιχη ήταν η εικόνα και στον τομέα των κοινωνικών δαπανών. Η προσπάθεια εκπομπής κάποιας μορφής λαϊκιστικού λόγου είχε λοιπόν και σαφώς προδιαγεγραμμένο αντικείμενο, αλλά και τις προϋποθέσεις κάποιας, μεγαλύτερης ή μικρότερης, επιτυχίας. Όμως, στο τέλος, το εγχείρημα απέτυχε. Όταν οι συνταγματάρχες εγκατέλειψαν την εξουσία το 1974, οι εισοδηματικές ανισότητες ανάμεσα στα πλουσιότερα και τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού είχαν περαιτέρω οξυνθεί, το ποσοστό φτώχειας εξακολουθούσε να είναι ιδιαίτερα υψηλό (περίπου 25%), και το κράτος πρόνοιας, που επιχείρησαν να θεσπίσουν με πληθώρα διαταγμάτων, παρέμενε κατακερματισμένο και άνισο.

Το ατελέσφορο του στρατοκρατικού πατερναλισμού αποτυπώθηκε, μαζί με άλλους παράγοντες, και στην εξέλιξη των σχέσεων του καθεστώτος με την κοινωνία.

(γ) Καταστολή, κοινωνία των πολιτών, και αντίσταση: Η δικτατορία επιβλήθηκε σε μια περίοδο πολύπλευρης άνθισης της πολιτιστικής δημιουργίας. Τροφοδοτούμενη από τις κινητοποιήσεις του μαζικού κινήματος για τον εκδημοκρατισμό, την ειρήνη, και την αύξηση των δαπανών για την παιδεία (αλλά και άμεσα τροφοδοτώντας τες), η πολιτιστική αυτή κινητικότητα είχε οδηγήσει σε εκτενή αναδιάταξη αξιακών προτύπων, και είχε φέρει στο προσκήνιο νέες συλλογικές ταυτότητες. Η κατασταλτική βία των συνταγματαρχών προσπάθησε να ανακόψει αυτές τις διεργασίες, όμως το μόνο που φαίνεται να κατάφερε ήταν να περιορίσει την πληθυσμιακή τους εμβέλεια.

Η σημασία της πραγματικότητας αυτής συχνά παραγνωρίζεται, κυρίως λόγω της λειψής αποτύπωσης της έκτασης της στρατοκρατικής κατασταλτικότητας. Σε σχέση με τη απίστευστη βία των ΓΑ καθεστώτων (ειδικά στη Χιλή), είναι φυσικό οι συνταγματάρχες να φαντάζουν περισσότερο ανεκτικοί. Δε σημαίνει όμως αυτό ότι η κατασταλτικότητα του καθεστώτος τους ήταν αμελητέα. Είναι χαρακτηριστικό ότι τις πρώτες μέρες μετά την 21η Απριλίου εκτοπίστηκαν 8.270 άτομα, που αργότερα έφτασαν σε 13.177, αριθμός εξαιρετικά μεγάλος για τα ελληνικά δεδομένα.35

Η προσπάθεια συγκρότησης αντιστασιακού λόγου και η ανάληψη δράσης ήταν, συνεπώς, εξαιρετικά δύσκολη και επικίνδυνη, όσο και αν βασίστηκε σε προϋπάρχουσες οργανωτικές και ιδεολογικές κρυσταλλώσεις. Παρά το τεράστιο πραγματολογικό και θεωρητικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει το θέμα, όμως, η επισταμένη μελέτη των μορφικών στοιχείων του αντιστασιακού λόγου και έργου και των διαφορετικών πολιτικο-θεωρητικών πηγών του αποτελεί χώρο που δεν έχει ως τώρα απασχολήσει σοβαρά τους μελετητές.36

Σε κάθε περίπτωση, ενώ η δικτατορική επιβολή μπορεί πράγματι να ανέκοψε τις ζυμώσεις που συντελούνταν στην κοινωνία έτσι όπως αυτές έτειναν να διαμορφωθούν πριν το 1967, δημιούργησε ωστόσο νέα πεδία αντιπαράθεσης, και έθεσε σε κίνηση νέες διαλεκτικές. Αυτό φάνηκε γλαφυρά στις εξελίξεις που παρατηρήθηκαν στα πανεπιστήμια και στο χώρο του φοιτητικού κινήματος, με τα πανεπιστήμια σταδιακά να μετατρέπονται από κέντρα εγχάραξης της κυρίαρχης ιδεολογίας σε εστίες αντίστασης.37 Η διαδικασία αυτή προκάλεσε μια δυναμική φοιτητικής ριζοσπαστικοποίησης που αποκορύφωμά της ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Η αιματηρή της κατάληξη υπογραμμίζει το γεγονός ότι τα συλλογικά υποκείμενα της δικτατορικής περιόδου σφυρηλατήθηκαν σε ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες, όμως δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η διαδικασία σύμπηξής τους βρήκε έναν απρόσμενο «σύμμαχο» στον εξαιρετικά παρωχημένο ιδεολογικό λόγο των συνταγματαρχών. Η προσπάθεια των δικτατόρων να αναδείξουν μια καθεστωτική δημόσια σφαίρα μέσω της οικειοποίησης του νέου κυρίαρχου ΜΜΕ, της τηλεόρασης, περισσότερο από οτιδήπτε άλλο τους εξέθεσε, δίνοντας παράλληλα πνοή σε αντιστασιακά πολιτιστικά μορφώματα όπως ο πολιτικός κινηματογράφος.

Ενώ όμως η επισήμανση των πολύπλευρων αρνήσεων στις οποίες οδήγησαν οι χειρισμοί των συνταγματαρχών είναι αναγκαία, θα ήταν λάθος να συμπεράνουμε ότι την επαύριο της πτώσης τους η ελληνική κοινωνία βρισκόταν ενδυναμωμένη. Η δικτατορία επέτεινε τόσο τα παραδοσιακά πελατειακά στοιχεία της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας όσο και τα εθνικίζοντα ιδεολογικά στοιχεία της Αριστεράς, η οποία κατά τη μεταπολίτευση έτεινε να αρθρώσει το λόγο της στη βάση προταγμάτων που λίγη σχέση είχαν με πραγματικά ριζοσπαστικές κοινωνικο-πολιτικές στοχεύσεις. Οι αρνητικές επιπτώσεις αυτής της πραγματικότητας μας συνοδεύουν ως και σήμερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου