11.11.20

Το σάουντρακ της σβάστικας




Στις 31 Μαΐου του 2010 ο βρετανικός Τύπος δημοσίευσε μια παράξενη είδηση. Το μπλουζάκι που φορούσε ο Σιντ Βίσιους το 1978, σχεδιασμένο από τον Μάλκολμ ΜακΛάρεν, πουλήθηκε σε δημοπρασία. Δεν είχε τόση σημασία το ποσό των 10.000 λιρών που έδωσε ο πλειοδότης, όσο το γεγονός ότι το μπλουζάκι ήταν ουσιαστικά μια ναζιστική σημαία. Ο ΜακΛάρεν, έχοντας χάσει πια την επιρροή του στον Τζόνι Ρότεν, τον τραγουδιστή των Sex Pistols, προσπάθησε να εντείνει τη στρατηγική της προβοκάτσιας ντύνοντας τον εικοσάχρονο αυτοκαταστροφικό μπασίστα του συγκροτήματος με ένα κόκκινο μπλουζάκι που είχε μια σβάστικα σε λευκό κύκλο. Ήταν προφανές ότι αφού σόκαρε τη χώρα με το τραγούδι τους «God Save the Queen», μια ηχητική επίθεση στη βασίλισσα Ελισάβετ, επιθυμούσε να σοκάρει τη γενιά των μεσήλικων Βρετανών που στην πλειονότητά τους είχαν ζήσει τη φρίκη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ήταν η πρώτη φορά που εμφανίστηκε το σύμβολο των ναζί στη ροκ κουλτούρα. Παλιότερα κάποιοι μουσικοί είχαν κάνει αμφιλεγόμενες δηλώσεις, όπως ο Ντέιβιντ Μπάουι που είχε πει πως ο Χίτλερ που συνάρπαζε τα πλήθη ήταν ο πρώτος ροκ σταρ. Αλλά κανείς δεν υποστήριζε ανοιχτά ναζιστικές ιδέες. Πόσο μάλλον να προπαγανδίζει τα απεχθή ναζιστικά σύμβολα. Ο ΜακΛάρεν –που φυσικά δεν ήταν ναζί, ως Εβραίος– ήταν επινοητικός μάνατζερ και είχε ξαναδοκιμάσει μια ανάλογη πρόκληση.




Το 1976 είχε διοργανώσει μαζί με τον Μπέρνι Ρόουντς, τον μάνατζερ των Clash, το πρώτο πανκ φεστιβάλ στο ιστορικό 100 Club. Πριν από τις εμφανίσεις των συγκροτημάτων θέλησαν να μοιράζουν σε όλους τους μουσικούς ένα περιβραχιόνιο με τη σβάστικα. Ακούγεται παράλογο αλλά ο ΜακΛάρεν πίστευε ότι οι πανκ ντυμένοι με κουρέλια και το περιβραχιονιο θα έδιναν την εντύπωση ενός αλλόκοτου εχθρικού στρατού που είχε εισβάλλει στο Λονδίνο. Οι αριστεροί Clash, που –σε αντίθεση με τους υπόλοιπους– είχαν ξεκάθαρη πολιτική στάση, αρνήθηκαν να τα φορέσουν, απείλησαν να αποχωρήσουν αν δεν εξαφανιστούν τα σύμβολα του μίσους και οι μάνατζερ παράτησαν το σχέδιό τους.

Αίμα και Τιμή

Ενώ οι πανκς έψαχναν νέους τρόπους να εκφράσουν την οργή τους απέναντι σε ένα σύστημα που δεν τους πρόσφερε κανένα μέλλον –το «no future» ήταν η κραυγή τους– ένας τύπος από το Λάνκασάιρ έγινε ο δημιουργός μιας απειλητικής μουσικής. Ο Ίαν Στιούαρτ Ντόναλτσον υπήρξε ο καθοριστικός παράγοντας για τη δημιουργία του νεοναζιστικού ρεύματος στην πανκ σκηνή τo 1982. Με το συγκρότημα του, τους Skrewdriver, και σήμα έναν αετό που θύμιζε τον ναζιστικό, υποστήριξε τη νεοναζιστική ιδεολογία, υιοθέτησε την εμφάνιση των σκίνχεντς –ξυρισμένο κεφάλι, στρατιωτικές αρβύλες, συνήθως Dr.Martens, φαρδιά τζιν με τιράντες και φλάινγκ μπουφάν– και έπαιζε ένα σκληροπυρηνικό πανκ που βαφτίστηκε Oi ή streetrock. Οι στίχοι του ήταν χαρακτηριστικοί, όπως «Ξεκινήσαμε έναν πόλεμο με τη Γερμανία και χάσαμε την αυτοκρατορία μας / Θυμάστε τον Χίτλερ, θυμάστε τη Νύχτα των Κρυστάλλων» από το «Voice Of Britain».




Οι Skrewdriver ευθύνονται για την ταύτιση του Oi και των σκίνχεντς –μιας νεανικής υποκουλτούρας της εργατικής τάξης– με το νεοναζισμό, καθώς εισχώρησαν στο National Front. Το Βρετανικό Εθνικό Μέτωπο ήταν το ακροδεξιό κόμμα που απέκτησε επιρροή στους νέους σε καιρούς που τους μάστιζε η ανεργία και η έλλειψη κοινωνικής πολιτικής, ιδίως μετά την άνοδο της Θάτσερ στην πρωθυπουργία.

Παράλληλα ήταν και οι ιδρυτές του Rock Against Communism, ενός φεστιβάλ όπου έπαιζαν όσα συγκροτήματα ασπάζονταν τη φιλοσοφία τους περί ανωτερότητας της λευκής φυλής. Ήταν η δική τους προσπάθεια να απαντήσουν στο πετυχημένο φεστιβάλ Rock Against Racism. Ή, όπως λέει και ο ομώνυμος ύμνος τους, να διαδώσουν την «White Power» ως γνήσιοι Βρετανοί εθνικοσοσιαλιστές. Και τους ακολούθησαν δεκάδες συγκροτήματα, όπως οι Νο Remorse και οι Skullhead.




Τέλος, ο Ίαν Στούαρτ ήταν και συνδημιουργός του Blood & Honour. Κάτω από αυτό το σύνθημα της χιτλερικής νεολαίας κρυβόταν ένα περιοδικό και ένα δίκτυο μουσικών σε Ευρώπη και ΗΠΑ, όπου αντάλλασαν τους δίσκους τους και τις αντιδραστικές απόψεις τους για τη «συνομωσία που εξυφαίνονταν ενάντια στην άρια φυλή».

Οι ναζί ξανά στην Ακρόπολη




Ενώ το Λονδίνο έβραζε από τις συγκρούσεις των πανκς με τους σκίνχεντς, το 1986 οι έλληνες αναγνώστες βλέπουν έκπληκτοι μια φωτογραφία όπου μια ομάδα έλληνες σκίνχεντς χαιρετούν ναζιστικά –όχι όλοι– μπροστά στην Ακρόπολη. Η φωτογραφία αναδημοσιεύτηκε στον Τύπο από το γερμανικό περιοδικό Stern, όπου κοσμούσε ένα άρθρο για την αναβίωση του φασισμού στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τον αστικό μύθο, οι συντάκτες του Stern παρουσιάστηκαν στην ομάδα ως συνεργάτες ενός νεοναζιστικού εντύπου της Γερμανίας. Και οι εγχώριοι σκίνχεντς δέχτηκαν να βοηθήσουν τους ομοϊδεάτες τους.

Στην Ελλάδα οι σκίνχεντς εμφανίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ήταν το αντίπαλο δέος στους πανκς, σύχναζαν στους Αμπελόκηπους, στη Φωκίωνος Νέγρη και στο Μοναστηράκι, κυκλοφορούσαν σε ομάδες, έδερναν όλοι μαζί όποιον τους φαινόταν διαφορετικός ή φορούσε λάθος μπλουζάκι με κάποιο πανκ συγκρότημα ή τον Τσε και του έκλεβαν το μπουφάν και τις αρβύλες.

Αρχηγός ήταν ο Κοστέλο και οι υπόλοιποι είχαν παρατσούκλια όπως Τζούνιορ και Ρόμελ. Παρά την εμφάνιση και το τατουάζ «Death Before Dishonour», που υποτίθεται ότι αναφερόταν στην αυτοκτονία του Χίτλερ, στολισμένο με μια νεκροκεφαλή στον πήχη του αρχηγού, δεν είχαν κάποια σοβαρή σχέση με το νεοναζισμό. Δρούσαν σε γήπεδα και συναυλίες και ήταν περισσότερο συμμορία παρά οργανωμένη ομάδα με ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Πέρα από τη γνωστή φωτογράφιση, παραχωρούσαν και συνεντεύξεις στα λάιφσταιλ περιοδικά της εποχής επί πληρωμή.




Η μουσική όμως ήταν άλλη ιστορία. Μέσα στην επέλαση της πανκ μουσικής τη δεκαετία του ’80 υπήρχαν βραχύβια συγκροτήματα που προσπάθησαν να διασπείρουν εθνικιστική προπαγάνδα. Οι The Last Patriots κυκλοφόρησαν ένα τραγούδι με τίτλο «Βόρεια Ήπειρος». Οι Cause Of Honour εμφανιστήκαν με δύο αγγλόφωνες συμμετοχές στη συλλογή εθνικοσοσιαλιστικών ασμάτων της Nordisc «We Will Never Die Vol. 2». Έχουν όμως και τραγούδια με ελληνικό στίχο, όπως το «Μελιγαλάς» από το δίσκο τους «Όρκος - Παιάν Σπαρτιατών». Οι στίχοι είναι ενδεικτικοί: «Η κόκκινη τρομοκρατία συνεχίζεται μέχρι σήμερα / και εμείς θα είμαστε αυτοί που θα την σταματήσουν».

Γενικά στη σκηνή αυτά τα συγκροτήματα εμφανίζονται και εξαφανίζονται σε όλη τη δεκαετία του ’90. Το ελληνικό τμήμα του Blood & Honour ιδρύεται πολύ αργά, το 1999. Όμως παίρνουν τα πάνω τους όταν η Χρυσή Αυγή αρχίζει να κερδίζει έδαφος. Η νεολαία της Χρυσής Αυγής είχε οργανώσει το 2003 φεστιβάλ με τους Ολική Κάθαρση, No Surrender και Boiling Blood. Οι τελευταίοι είναι και οι πιο γνωστοί, έχουν κυκλοφορήσει τρεις δίσκους και παίζουν σε αντίστοιχες συναυλίες στο εξωτερικό. Σε αντίθεση με το ηχητικό μπαράζ που τους συνοδεύει, οι στίχοι τους ξεχειλίζουν από εθνικοπατριωτικό λυρισμό: «Σκέπασε μάνα σκέπασε / γαλανομάτα κόρη / Καθώς εσκέπασες κι εμάς / και τα άλλα τα παιδιά σου», όπως τραγουδάνε στη «Σημαία μας». Οι No Surrender όμως είναι υπεύθυνοι για το χιτ των νεοναζί «Ο παππούς μου ήταν στα SS» και στίχους όπως «Το όπλο του στον ώμο και εμπρός για εκδίκηση / κρεμάλα στους αντάρτες χωρίς συζήτηση».




Αλλά αυτοί που έφτασαν να τους αναφέρουν τα μέσα ενημέρωσης του εξωτερικού όπως οι Times και η Washington Post είναι οι Pogrom, με μπασίστα τον καταδικασμένο πρώην βουλευτή της Χρυσής Αυγής, Αρτέμη Ματθαιόπουλο. Αυτοί οι ναζί πανκς τραγουδάνε «Τους βλέπω σε πλατείες, τους βλέπω στη δουλειά / τους βλέπω και στη θάλασσα βρωμίζουν τα νερά / μα τώρα θα μιλήσετε σωστά τα ελληνικά» από το τραγούδι «Μίλα ελληνικά ή ψόφα». Αν αυτό είναι άθλιο, τραγούδια όπως το «Άουσβιτς» είναι αποκρουστικά. Ειδικά στίχοι όπως «Γαμώ τον Βίζενταλ / γαμώ την Άννα Φρανκ / γαμιέται κι όλη η φυλή του Αβραάμ. / Τ’ αστέρι του Δαβίδ με κάνει να ξερνάω / αχ, το Άουσβιτς, πόσο το αγαπάω».

Όταν όλοι ξέχασαν τους ναζί (κάποιοι τους θυμήθηκαν)

«Όλοι σας ξεχάσατε τον Ρούντολφ Ες». Ήταν η φράση με την οποία ο Ίαν Κέρτις των Joy Division εισάγει το κοινό της συναυλίας στον σκοτεινό κόσμο της μπάντας. Έχει καταγραφεί στο «Short Circuit: Live at the Electric Circus», έναν ζωντανά ηχογραφημένο δίσκο από μια διήμερη συναυλία στο ομώνυμο κλαμπ του Μάντσεστερ. Τότε ακόμα το συγκρότημα λεγόταν Warsaw από το κομμάτι του Μπάουι, αλλά μετά τη συναυλία βαφτίστηκαν Joy Division, ένα όνομα που παρέπεμπε στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης: Μεραρχία της Απόλαυσης (Joy Division) αποκαλούσαν οι SS τις κρατούμενες που χρησιμοποιούσαν ως σεξουαλικές σκλάβες πριν τις στείλουν στους θαλάμους αερίων.

Όταν στο ντεμπούτο τους, τον μίνι δίσκο «An Ideal for Living» που κυκλοφόρησε το 1978, το εξώφυλλο στολίστηκε με έναν τυμπανιστή της χιτλερικής νεολαίας, άρχισαν οι κατηγορίες περί ναζισμού. Πέρα από τις αισθητικές επιλογές τους, οι Joy Division δεν ήταν συμπαθούντες του Αδόλφου. Ο Ίαν Κέρτις, ο τραγουδιστής τους που αυτοκτόνησε στα 23 του χρόνια, ήταν μια ευαίσθητη μορφή που έγραφε στίχους εμπνεόμενος από τις δυστοπίες του Ουίλιαμ Μπάροουζ και του Τζέιμς Γκράχαμ Μπάλαρντ. Οι στίχοι του προειδοποιούσαν για τον ερχομό μιας νέας ολοκληρωτικής καφκικής κοινωνίας και συνοδεύονταν από ένα σκοτεινό μινιμαλιστικό ήχο. Οι Joy Division ήταν οι ρομαντικοί που μετά τον όλεθρο του πανκ έθεταν ένα ερώτημα για την παρακμή της Ευρώπης.

Πολλοί, και ανάμεσα τους οι νέο-φολκ μουσικοί, προσπάθησαν να δώσουν την απάντηση. Υπάρχει ένα αλλόκοτο γεγονός στους επιγόνους της ποστ πανκ. Συγκροτήματα της industrial σκηνής, όπως οι Σλοβένοι Laibach ή οι Γερμανοί Rammstein, προσπαθούν διαρκώς να αποδείξουν ότι οι στολές και τα σύμβολα που επιδεικνύουν δεν είναι παρά η μέθοδός τους να καταδικάσουν τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες. Κι όμως έχουν κατηγορηθεί για αυτήν την αισθητική τους η οποία παραπέμπει στο φασισμό. Αντίθετα οι μουσικοί της αποκαλούμενης νέας φολκ μένουν συχνά στο απυρόβλητο.

Η νέα φολκ (neofolk) δεν αφορά τη φολκ του εξήντα στις ΗΠΑ με τα τραγούδια διαμαρτυρίας όπως του Μπομπ Ντίλαν και του Φιλ Οκς. Οι ευρωπαίοι μουσικοί της σκηνής παίζουν και αυτοί με ακουστικά όργανα, κρουστά και ηλεκτρονικά ηχοτοπία, μια μουσική με ρίζες στους τροβαδούρους του Μεσαίωνα. Η φιλοσοφία τους έχει επιρροές από θεωρητικούς του φασισμού όπως τον Τζούλιους Έβολα και την Εξέγερση Ενάντια στον Σύγχρονο Κόσμο αλλά και τις ιδέες του Όσβαλντ Σπένγκλερ που αναπτύσσονται στο έργο του Η Παρακμή της Δύσης. Μουσικοί όπως ο Ντάγκλας Πιρς, η κινητήρια δύναμη των Βρετανών Death In June, είναι πολύ πιο εκλεπτυσμένοι και μορφωμένοι από τους ογκώδεις τραμπούκους με τα ξυρισμένα κεφάλια που κυνηγάνε μετανάστες. Και στην Ελλάδα έχουν μεγάλο κοινό.

«Μεταπολιτικό φασισμό» έχει ονομάσει τη φιλοσοφία τους ο ουκρανός ακαδημαϊκός Anton Shekhovtsov, καθώς αυτοί οι «αριστοκράτες της ψυχής» αρνούνται να σπείρουν ιδέες περί ολοκληρωτισμού. Αντίθετα, απεικονίζουν την ιδεαλιστική εικόνα μιας Ευρώπης πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση και τα δεινά που επέφερε. Για παράδειγμα, ο Πιρς λέει ότι το όνομα του συγκροτήματος δεν αφορά τη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών, όταν ο Χίτλερ εξολόθρευσε τους παλιούς του συντρόφους των SA των Ταγμάτων Εφόδου (30.6.–2.7.1934), αλλά ότι εκείνος πρότεινε ένα άλλο όνομα και ένα μέλος της παρέας δεν το άκουσε σωστά και νόμιζε πως είχε πει Death In June – όνομα που «εντελώς τυχαία» άρεσε σε όλους και το καθιέρωσαν. Ακόμα και δίσκοι όπως το «Rose Clouds Of Holocaust» –που η κυκλοφορία του απαγορεύεται στη Γερμανία– αναφέρονται στο Ολοκαύτωμα με έναν ποιητικό τρόπο που ισοδυναμεί με άρνησή του. «Όταν οι στάχτες της ζωής / πέφτουν από τους ουρανούς / ρόδινα σύννεφα του Ολοκαυτώματος / ρόδινα σύννεφα των ψεμμάτων». Ο Πιρς πάντως λέει ότι το Ολοκαύτωμα αναφέρεται κυριολεκτικά στη θυσία και όχι στην Τελική Λύση των Ναζί. Όσο για τη σχέση τους με τον Χίτλερ, στο δίσκο «Brown Book» του 1987 διασκευάζουν τον διαβόητο παιάνα «Horst-Wessel-Lied» των SA.




Οι Sol Invictus ακολουθούν αντίστοιχα μονοπάτια. Μόνο που είναι λιγότερο ποιητικοί, καθώς ο ηγέτης τους Τόνι Γουέικφορντ ήταν και μέλος του National Front, άρα βετεράνος στη φασιστική προπαγάνδα. Ονειρεύονται μια «Ευρώπη χωρίς διεφθαρμένους πολιτικούς και στυγνούς γραφειοκράτες», βγάζουν ανακοινώσεις ότι δεν έχουν σχέση με το φασισμό, καθώς οι αριστεροί και οι αναρχικοί κάνουν συγκεντρώσεις ακυρώνοντας τις συναυλίες τους, και συνεχίζουν να βγάζουν τραγούδια όπως το «Long Live Death». Η δική τους γιορτή για το θάνατο έχει στίχους όπως «Η σύγχρονη εποχή είναι μια κωμική σειρά / οπότε ζήτω ο θάνατος. / Ο αρχαίος νεκρός επιστρέφει για να δει τις φλεγόμενες πόλεις / οπότε ζήτω ο θάνατος».

Tα εμβατήρια της Βαλχάλα

Όποιος έχει δει συγκροτήματα της μπλακ μέταλ σκηνής να φτάνουν στο αεροδρόμιο, ιδιαίτερα στα μεγάλα θερινά φεστιβάλ, δεν μπορεί παρα να χειροκροτήσει τον επαγγελματισμό τους. Οι περισσότεροι μουσικοί μοιάζουν με τουρίστες, φοράνε βερμούδες και πολύχρωμα πουκάμισα και το μόνο που τους κάνει να ξεχωρίζουν από το πλήθος είναι τα μακρυά τους μαλλιά. Πριν από τη συναυλία στα καμαρίνια μεταμφιέζονται σε ροκ σταρς με τον απαραίτητο εξοπλισμό –δερμάτινα φετίχ, μακιγιάζ–, ανάβουν τους πυρσούς και ανεβαίνουν να τραγουδήσουν ιστορίες για μυστικιστικές τελετές και παγανιστικές δοξασίες. Παίζουν όσο γράφει το συμβόλαιο και λίγο ακόμα για τους θαυμαστές τους και ύστερα κατεβαίνουν και μεταμορφωνονται ξανά σε τουρίστες. Είναι επαγγελματίες και όσα κάνουν και λένε στη σκηνή δεν αφορούν την καθημερινότητά τους.

Αλλά υπάρχουν και οι αληθινοί πιστοί του Άρχοντα του Σκότους, μια δράκα συγκροτημάτων που εννοούν όσα τραγουδάνε. Σε μια δαιδαλώδη σκηνή σαν του σύγχρονου μέταλ, όπου διάφορα συγκροτήματα δέχονται κατηγορίες για ρατσισμό, σεξισμό, αντισημιτισμό, είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς ποιοι παίζουν το ρόλο τους και ποιοι πιστεύουν αληθινά στην υπεροχή της άριας φυλής. Ιδιαίτερα μετά το ’89 και την πτώση της ΕΣΣΔ, όπου στα κράτη του παλαί ποτέ Συμφώνου της Βαρσοβίας η μέταλ σκηνή ξεχωρίζει για την εθνικιστική και αντικομμουνιστική στάση της.




Ο Νορβηγός Varg Vikernes, που υπογράφει τη μουσική του ως Burzum, είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση νεοναζί μουσικού. Το 1993 καταδικάστηκε σε κάθειρξη 21 χρόνων επειδή μαχαίρωσε θανάσιμα τον Euronymous, κιθαρίστα των Mayhem, και ανέλαβε την ευθύνη για τον εμπρησμό τεσσάρων εκκλησιών. Ο Vikernes, που έχει πια αποφυλακιστεί, ίδρυσε στη φυλακή το Norsk Hedensk Front, μια νεοναζιστική οργάνωση που στο πρόγραμμά της ανακατεύει τη σκανδιναβική μυθολογία με τον εθνικοσοσιαλισμό και κάνει λόγο για μια αναγέννηση της παγανιστικής Ευρώπης πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση.

Μια παρόμοια ιδεολογία ασπάζονται και οι Γερμανοί Absurd, που πριν καλά καλά βγάλουν δίσκο τρία από τα μέλη τους μαχαίρωσαν και στραγγάλισαν με καλώδιο έναν δεκαπεντάχρονο, τον Σάντρο Μπέγιερ. Το έγκλημα χαρακτηρίστηκε ρατσιστικό και οι δεκαεφτάχρονοι δράστες φυλακίστηκαν. Όμως ο Χέντρικ Μόμπους, ο τότε ηγέτης του συγκροτήματος, παρότι φυλακισμένος συνέχισε να γράφει μουσική και έγινε είδωλο για τους νεοναζί· άλλωστε υπήρξε και παγκόσμια καμπάνια των ομοϊδεατών του για την απελευθέρωσή του. Ο Μόμπους υπήρξε ο ιδρυτής του νεοναζιστικού μορφώματος Deutsche Heidnische Front, ενώ στο δίσκο «Thuringian Pagan Madness» που ηχογράφησε στη φυλακή, το εξώφυλλο απεικονίζει τον τάφο του θύματός του.

«Οι ναζί συνειδητοποίησαν την αξία μιας καθαρής άριας Ευρώπης. Ο Χίτλερ κατάλαβε την αληθινή μοίρα που κρύβεται στο αίμα των λευκών. Οι περήφανοι άριοι προπάτορές μας ακολουθούσαν πάντα τις επιταγές των θεών». Είναι τουλάχιστον περίεργο που ένα συγκρότημα από την Πολωνία, η οποία καταστράφηκε από τους ναζί, μιλάει για την υπεροχή του εθνικοσοσιαλισμού. Όμως οι Graveland, όπως και οι ομόσταβλοί τους Infernum, είναι πολωνικά συγκροτήματα που αρέσκονται να τραγουδάνε για καμένες εκκλησίες, ποταμούς αίματος, λεπίδες που αστράφτουν και υπηρέτες του πολέμου. Πάντως το 2016, όταν οι Graveland δοκίμασαν την πρώτη τους εμφάνιση στην άλλη άκρη του Ατλαντικού σε ένα μέταλ φεστιβάλ στο Μόντρεαλ, αντιφασίστες διαδηλωτές εμπόδισαν την εμφάνισή τους, συγκρούστηκαν με την αστυνομία και το φεστιβάλ ακυρώθηκε.

Όταν ο Πάνας παίζει μέταλ




Στην ίδια συνομοταξία ανήκουν και οι Naer Mataron, το μέταλ συγκρότημα όπου έπαιζε μπάσο ο Καιάδας, ο καταδικασμένος πρώην βουλευτής της Χρυσής Αυγής Γιώργος Γερμενής. Oι Naer Mataron, με Έλληνες και Νορβηγούς στη σύνθεσή τους, προτιμούν την ελληνική μυθολογία και τη μείξη της με τις εθνικοσοσιαλιστικές ιδέες. Για να αποδείξουν και την πίστη τους στον Αρχηγό μελοποίησαν μεταφέροντας στα αγγλικά και το ποίημα του Νίκου Μιχαλολιάκου «Ο Μέγας Παν» δίνοντάς του τον τίτλο «Goat Worship». Οι στίχοι έρχονται μάλλον από τη σουρεαλιστική σχολή: «Τραγόμορφος, σατανικά υπέροχος / την ώρα δοξάζει της θυσίας, / των ευγενών ενστίκτων και της βίας, / αυτός ο Αιώνιος Κυβερνήτης, ο Μέγας Παν».

Όλοι τους θεωρούν αμετανόητους νεοναζί αλλά υπάρχουν και πιο σκληροπυρηνικοί από αυτούς, όπως οι Der Stürmer, με όνομα από τη γερμανική εφημερίδα του ναζιστικού κόμματος το 1923. Οι Der Stürmer, με έδρα την Αθήνα και εκτενή δισκογραφία από το 1998, είναι σχεδόν άγνωστοι πέρα από τους κύκλους των μυημένων και οι στίχοι τους είναι υπόδειγμα φασισμού και ρατσισμού, για παράδειγμα «Σωροί από γουρουνοκεφαλές στη συναγωγή / μόλυνση στο ναό των βρωμιάρηδων» από το τραγούδι «Piles of Pigheads in the Synagogue».




Πάντως το πιο σημαντικό είναι ότι η ελληνική μέταλ σκηνή δεν διαθέτει και ιδιαίτερο πολιτικό ένστικτο και πολλά γνωστά σχήματα έχουν δεχτεί να μοιραστούν τη σκηνή με τους προπαγανδιστές των ναζί. Η δικαιολογία τους είναι πάντα η ίδια: ότι παίζουν καλή μουσική. Το γεγονός ότι οι Iron Youth, για παράδειγμα, έχουν ως λογότυπο τον αετό των ναζί και τραγουδάνε για την καθαρότητα του αίματος τούς αφήνει αδιάφορους.

Το χιπ χοπ στο βούρκο του εθνικισμού

Έχουν περάσει 35 χρόνια από τότε που ο ChuckD των Public Enemy βάφτιζε το χιπ χοπ CNN των μαύρων. Τωρα είναι πια γεγονός ότι αποτελεί τη φωνή αυτών που δεν έχουν φωνή. Ο ίδιος ρυθμός πλανιέται στα γκέτο του Λος Άντζελες, στα μπανλιέ του Παρισιού και στις φαβέλες του Ριο Ντε Τζανέιρο. Άρα το χιπ χοπ είναι από τη φύση του αντιρατσιστικό και αντιφασιστικό – όχι πάντα όμως. Οι Σουηδοί Zyklon Boom έχουν το χιπ χοπ ως όπλο για να σπείρουν το μένος τους ενάντια στους μετανάστες. Οι Πολωνοί Firma ξεκίνησαν να ραπάρουν για κορίτσια, βότκα και χασίς και κατέληξαν υπερασπιστές της εθνικής και φυλετικής καθαρότητας.

«Μέσα σε κάθε τάξη ο Κούρδος όλο ψάχνει κάποια να βιάσει / γίνανε παράνομοι και οι μικροαστοί / η αστυνομία μήπως θα πρέπει να βιαστεί / 20 0 και ένα μηδενικό ο ρουμάνος στη μπούκα πήρε στερεοφωνικό / ο Γιούρι έφερε Ρωσίδες στο Ελληνικό λένε ότι τα χώνει σε αστυνομικό…». Ο Λεκτικός Επεξεργαστής φτύνει –κυριολεκτικά– στίχους στις «Δέκα Εντολές» για την παρανομία σε ένα χιπ χοπ κομμάτι από το 2007. Για τη σκηνή του χιπ χοπ είναι ο tattoo artist και ιδιοκτήτης της ανεξάρτητης δισκογραφικής Λεκτικοεπεξεργαστική που έγινε στέγη για πολλούς νεόκοπους ράπερς. Για τους πιο παλιούς είναι ο Ανδρέας Μαρνέζος, ο σκίνχεντ της παρέας του Κοστέλο.

Ο Μαρνέζος είναι αυτός που διακρίνεται δίπλα στον Κοστέλο στην περιβόητη φωτογραφία του περιοδικού Stern, όπου η ομάδα των σκίνχεντς χαιρετάει ναζιστικά με φόντο την Ακρόπολη. Μια δεύτερη φωτογραφία του έχει τραβηχτεί έξω από τα παλιά γραφεία της Χρυσής Αυγής στην Κυψέλη με μια παρέα τσαμπουκαλεμένων σκίνχεντς. Ο Μαρνέζος φωτογραφίζεται κάνοντας τη χαρακτηριστική χειρονομία του κοψίματος ενός λαρυγγιού. Ήταν η εποχή που η Χρυσή Αυγή ήταν μια κλειστή οργάνωση, τα μυημένα μέλη όφειλαν να είναι ευπρεπώς ενδεδυμένα με πουκάμισο και γραβάτα. Ο Μιχαλολιάκος απεχθάνονταν τους ανεξέλεγκτους και φασαριόζους σκίνχεντς, οπότε αυτοί απλώς αράζαν στις σκάλες ως ανεπίσημη φρουρά.

Στις συνεντεύξεις του –ως ράπερ φυσικά– ο Μαρνέζος μιλούσε άνετα για το παρελθόν, εξηγούσε ότι ήταν fashion skinhead απλά γούσταρε το ξύλο και ότι η παρέα του τον έλεγε nigger lover επειδή του άρεσε το χιπ χοπ. Δεν έκρυβε ούτε και την τσεκουριά που δέχτηκε από έναν πανκ σε μια συναυλία των Anti Troppau Council στα ΤΕΙ του Αιγάλεω. Σύμφωνα με δηλώσεις του ήταν πρωταθλητής στις μεικτές πολεμικές τέχνες και στη σκοποβολή με όπλα χειρός. Είναι από τους ελάχιστους που εκείνη την εποχή φωτογραφίζονταν κρατώντας όπλα διαφόρων διαμετρημάτων, πριν γίνει μόδα στους χρυσαυγίτες. Πέθανε το 2011 από ανακοπή καρδιάς. Άφησε όμως στο χιπ χοπ μια κληρονομιά που συμπυκνωνόταν στο τρίπτυχο γυναίκες, όπλα, λεφτά και μπόλικος αναίτιος τσαμπουκάς.

Οι Terror X Crew ήρθαν από εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Ο Αρτέμης και ο Ευθύμης με τον dj ALX ήταν σε μια ομάδα από γκραφιτάδες από το Νέο Ηράκλειο. Στο ντεμπούτο τους «Η Πόλις Εάλω» του 1997 ράπαραν κάτω από έναν σκληροπυρηνικό ρυθμό στίχους όπως «Το όνομα μου γραμμένο σε μαύρες λίστες / επικηρυγμένος από τις αρχές κι από φασίστες». Δεν είχαν πολιτικό πρόσημο αλλά μιλούσαν με επιθετικό στίχο για την καθημερινότητά τους και τα αδιέξοδα των εικοσάχρονων. Πίστευες ότι θα μπορούσαν να βρίσκονται δίπλα σου σε μια πορεία αλληλεγγύης στους μετανάστες ή στους φυλακισμένους.

Ώσπου το 2001 κυκλοφόρησαν τον δίσκο «Έσσεται Ήμαρ». Το πρόβλημα δεν εστιαζόταν μόνο στον τίτλο, που είναι ο χαιρετισμός των μελών της Χρυσής Αυγής, αλλά σε όλη την αισθητική που απέπνεε. Μια αρχαιολατρεία εφάμιλλη των εκπομπών της trash tv. Ράπαραν σε μια επιτηδευμένη διάλεκτο, κάτι σαν μπασταρδεμένη καθαρεύουσα που θύμιζε επαρχιακό γυμνασιάρχη της δεκαετίας του ’50. Το εσώφυλλο του δίσκου ήταν υπερήφανα εθνικό, αφού ακόμα και ο DJ αναγραφόταν ως δισκοθέτης. Η όψιμη αρχαιολατρεία τους ανακατεμένη με χριστιανικές κορώνες δεν έπεισε και πολλούς. Έπεισε όμως τον Μάκη Βορίδη –τότε πρόεδρο του Εθνικού Μετώπου και νυν Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης– που έσπευσε να τους βραβεύσει για την άψογη εθνικοπατριωτική τους στάση· πώς να μην συγκινηθεί ο υπουργός από στίχους όπως «Προσπαθώ να μην χάσω την εθνική μου ταυτότητα / σε αυτό το πλήθος που του επιβάλανε το υδροχοϊκό ήθος».



 Η επόμενη κυκλοφορία τους ως Α/Ε (Αρτέμης Ευθύμης) ήταν το επιστέγασμα όλου αυτού του πολτού ενάντια στο διεθνισμό, τη νεα τάξη, τις μυστικές εταιρίες, τις πολυεθνικές και «τους εντόπιους θεράποντές τους» και όλους όσους επιβουλεύονται τον ελληνισμό –και την ορθοδοξία– και είχε τίτλο «Εγείρεσθε, Άγωμεν Εντεύθεν». Και οι Α/Ε έγιναν το πρώτο συγκρότημα που απαιτούσε την αφύπνιση του Έλληνα με έναν «ξενόφερτο ήχο», όπως τον αποκαλούσε και η εφημερίδα της Χρυσής Αυγής.

Μπορεί τέτοιες προσπάθειες εθνικής αφύπνισης να φαίνονται κωμικές, όμως η εισβολή των νεοναζί στη μουσική σκηνή δεν σηκώνει αστεία. Στο Λονδίνο οι αντιφασιστικές οργανώσεις παρακολουθούν τις συναυλίες που ανακοινώνονται και προσπαθούν με συγκεντρώσεις και αποκλεισμούς των κλαμπ να εμποδίσουν τις εμφανίσεις συγκροτημάτων που έχουν ρατσιστικές, ξενοφοβικές και νεοναζιστικές αντιλήψεις. Και δεν είναι οι μόνοι. Για παράδειγμα, η σκηνή του χιπ χοπ στην Ελλάδα είχε αποδείξει από τον Μάιο του 2002 τα αντιφασιστικά της αντανακλαστικά, όταν συγκεντρώθηκε έξω από το Club 22, εμποδίζοντας τη διεξαγωγή της συναυλίας των Terror X Crew. Μπορεί οι νεοναζί να προσπαθούν να κυριαρχήσουν στο χώρο της μουσικής, που είναι ιδανικό μέσο για τη διασπορά των ιδεών τους, αλλά και οι αντιφασίστες ξέρουν να αντεπιτίθενται – και όχι μόνο με στίχους.


Γράφει:Δημήτρης Αναστασόπουλος

Πηγη:Σημείο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου