19.11.20

Ώμο με –2 μέτρα– ώμο. Τι είδαμε στις 17/11 στον κλοιό της Θεσσαλονίκης




Φωτογραφία του Craig Wherlock


Γράφει: Νίκος Αναστασιάδης

Εδώ και μέρες στην Θεσσαλονίκη συζητούσαμε τι θα κάνουμε για το Πολυτεχνείο. Προβληματισμοί, σχέδια, διαφορετικές απόψεις, ανταλλαγές. Όχι γιατί είμαστε κολλημένοι και σαν τα μουλάρια μαθημένοι να κάνουμε ένα πράγμα ό,τι και να γίνει. Αλλά γιατί το Πολυτεχνείο ήταν μια από τις στιγμές στην ιστορία που απλοί άνθρωποι, με την αυτοθυσία και το πείσμα τους, σε πιο δύσκολες συνθήκες, άλλαξαν τα πράγματα προς το καλύτερο. Απέδειξαν με κόστος ότι καμιά εξουσία, όσο δυνατή και αν φαντάζει, δεν είναι ανίκητη. Και αυτό δεν θέλουμε και δεν μπορούμε να το ξεχάσουμε, μας έχει σημαδέψει.


Η κυβέρνηση αποτελείωσε αυτές τις συζητήσεις. Ενώ η έγνοια μας ήταν πως θα γίνει μια συγκέντρωση που να είναι και να φαίνεται άψογη από άποψη δημόσιας υγείας, η χουντικής έμπνευσης απαγόρευση κάθε διαμαρτυρίας δεν μας άφηνε καμία επιλογή από το να βγούμε στο δρόμο. Όχι πια μόνο «για το πολυτεχνείο» αλλά με αφορμή αυτό, για να μην πέσει άλλη μια ταφόπλακα στα ήδη κουτσουρεμένα δικαιώματα μας.

Στις 17/11 η αστυνομία είχε αποκλείσει το Πολυτεχνείο, όπως και το μεγαλύτερο μέρος του κέντρου, οπότε έπρεπε να βρεθεί ένας άλλος χώρος και τρόπος να συγκεντρωθούμε. Στην Αγίας Σοφίας λοιπόν με Τσιμισκή, με μια αίσθηση σαν να παίζουμε σε ταινία, βρεθήκαμε ακριβώς 3:30μμ, και βγήκαμε στο δρόμο περίπου 300 άτομα, από οργανώσεις της Αριστεράς και κάποιες ομάδες του αντιεξουσιαστικού χώρου.

Με το που βγήκαμε στο δρόμο ΜΑΤ, ΔΙΑΣ, κλούβες κτλ μας απέκλεισαν από όλες τις πλευρές. Η συγκέντρωσή μας τηρούσε πολύ ευλαβικά τις αποστάσεις, και αν τα ΜΑΤ μας άφηναν περισσότερο χώρο θα είχαμε ακόμα μεγαλύτερες. Ζητήσαμε να μας αφήσουν να πάμε με πορεία ως το προξενείο των ΗΠΑ, που βρίσκεται λίγα μέτρα παρακάτω. Η αστυνομία αρνήθηκε. Τους ζητήσαμε τότε να μας αφήσουν να διαλυθούμε, καθώς ήταν μια συμβολική συγκέντρωση, από αυτές που όπως μάθαμε από τον Χρυσοχοϊδη «δεν απαγορεύτηκαν». Η αστυνομία αρνήθηκε και αυτό, ζητώντας να μας ελέγξει όλους, και να μας επιβάλλει πρόστιμα.

Εκεί ξεκίνησε μια επιχείρηση καταστολής που όμοια της είχαμε να δούμε στην πόλη πολλά χρόνια.

Το σκηνικό λοιπόν ήταν το εξής: 300 άτομα κλεισμένα από όλες τις μεριές, περικυκλωμένα από πολλαπλάσιες δυνάμεις πάνοπλων αστυνομικών (σε κάθε έναν από εμάς αντιστοιχούσε ένας «πράσινος» και ένας «μπλε» όπως λέμε).

Είδαμε να μας επιτίθενται και να μας πιέζουν από όλες τις μεριές ώστε να μας συμπτύξουν τόσο και να είμαστε ο ένας πάνω στον άλλο. Η κυβερνητική προπαγάνδα ότι η καταστολή δεν αφορά τα «δημοκρατικά δικαιώματα» αλλά την «δημόσια υγεία» κατέρρευσε με πάταγο μπροστά στην εικόνα.


 


Είδαμε να μας χτυπάνε με γκλοπ και να μας κλωτσάνε, χωρίς κανένα λόγο, καθώς ήμασταν «άοπλοι» και περικυκλωμένοι. Είδαμε το μίσος στα μάτια των «οργάνων της τάξης» απέναντι σε κάθε τι που αμφισβητεί την εξουσία που τους ταΐζει, τους καλύπτει και τους εξοπλίζει ιδεολογικά.

Είδαμε πάνοπλους ρόμποκοπ, με στολές πλήρως εξοπλισμένες και καινούριες, και δεν μπορέσαμε να μην σκεφτούμε ότι αν ήταν το ίδιο καλά εξοπλισμένοι οι γιατροί και οι νοσηλευτές μας, τα νοσοκομεία μας, θα ήμασταν πολύ καλύτερα τώρα. Αν αντί για τις καινούριες μηχανές τους είχαν φτιαχτεί ΜΕΘ, κάποιοι άνθρωποι θα ζούσαν τώρα.

Είδαμε 10 ασφαλίτες με πολιτικά, να ορμούν τρέχοντας μέσα από τα ΜΑΤ, και στα καλά καθούμενα να συλλαμβάνουν κόσμο που απλά στεκόταν στο πεζοδρόμιο. Και δεν μπορέσαμε να μην σκεφτούμε πως η καταστολή για να είναι πετυχημένη πρέπει να είναι άδικη και τυφλή, καθώς ο φόβος έρχεται όταν αισθάνεσαι πως κινδυνεύεις από τα νύχια του κράτους ακόμα και απλά να υπάρχεις, όχι μόνο όταν κάνεις κάτι «δυναμικό» ή «παράνομο».

Όμως είδαμε και κάποια άλλα πράγματα.

Είδαμε τις οργανώσεις της ανατρεπτικής Αριστεράς, με όλα τα προβλήματα που κουβαλάνε, να μπορούν να οργανώσουν κάτω από τη μύτη της αστυνομίας μια συγκέντρωση που έσπασε την απαγόρευση και τη σιγή νεκροταφείου που θέλει να επιβάλλει η κυβέρνηση.

Είδαμε ανθρώπους να στέκονται ώμο με –2 μέτρα– ώμο ο ένας με τον άλλο/η (ή και πιο κοντά όταν αναγκάστηκαν), αποφασισμένοι με προσωπικό κόστος να μην αφήσουν τον κυβερνητικό οδοστρωτήρα να περάσει.

Είδαμε βουλευτές και στελέχη του ΚΚΕ να έρχονται στο σημείο και να απαιτούν από τις αστυνομικές δυνάμεις να χαλαρώσουν τον κλοιό και τελικά να αφήσουν τον κόσμο να φύγει, παρόλο που η συγκέντρωση του ΚΚΕ είχε τελειώσει από ώρα. Δεν είχαμε δει μέχρι τώρα κάτι τέτοιο και ακόμα και τα αυτονόητα πρέπει να θεωρούνται προχωρήματα αυτή την περίοδο.

Είδαμε ανθρώπους να ανοίγουν τα σπίτια τους για να περιθάλψουν και να κρύψουν διαδηλωτές χωρίς να τους ξέρουν. Και να τους κερνάνε τον πιο γλυκό καφέ.

Είδαμε στα μάτια των ανθρώπων εκτός από φόβο, αξιοπρέπεια και περηφάνεια. Όλων αυτών που είμασταν εκεί, αλλά και όλων αυτών που δεν μπορούσαν, και που το μυαλό τους ήταν εκεί μαζί μας. Και αυτό είναι η μόνη ελπίδα για το μέλλον.

Αυτός ο μικρός λαός, των ελευθέρων αγωνιζόμενων ανθρώπων, είναι πολύ πεισματάρης τελικά και δεν το βάζει κάτω παρά τα χτυπήματα. Άλλος ένας λόγος για να χαιρόμαστε που γεννηθήκαμε «μέσα στο μερόνυχτα στερεούμενο τούτο αλώνι [που] οι γενεές δουλεύουν, αγαπούν, ελπίζουν, αφανίζουνται. [Και που] νέες γενεές πατούν τα κουφάρια των πατέρων, συνεχίζουν το έργο απάνω στην άβυσσο και μάχονται»*!


*Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική

Πηγή:Εφημερίδα Ξεκίνημα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου