16.6.20

Ο θεσμικός ρατσισμός νομιμοποιεί τη ρατσιστική βία



Την ετήσια έκθεσή του, για το 2019 έδωσε σήμερα, Τρίτη, στη δημοσιότητα το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής βίας. Στην έκθεση καταγράφονται διεξοδικά οι επιθέσεις, τα θύματα οι δράστες αλλά και η αντιμετώπιση των αρχών αναφορικά με τις επιθέσεις. Τα δε περιστατικά αφορούν τόσο διαφορετικές εθνικές ομάδες, όσο και Έλληνες πολίτες με διαφορετική θρησκευτική ταυτότητα, διαφορετική από τη κυρίαρχη σεξουαλική ταυτότητα ή διαφορετική ταυτότητα φύλου. Βασικό ρόλο στις επιθέσεις φαίνεται πως διαδραματίζει ο θεσμικός ρατσισμός.

Στη δημοσιότητα δόθηκε η έκθεση του Δικτύου Καταγραφής Ρατσιστικής Βίας για την περίοδο Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2019. Μέσω συνεντεύξεων, το Δίκτυο κατέγραψε 100 περιστατικά ρατσιστικής βίας με περισσότερα από 104 θύματα, έναντι των 117 και περισσότερων από 130 θυμάτων το 2018.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτός δεν είναι ο συνολικός αριθμός των επιθέσεων, παρά μόνο όσες κατέγραψε το Δίκτυο, ενώ σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα ακόμα και τα καταγραφέντα περιστατικά, δεν καταγγέλλονται στις αρχές από φόβο.
Εξ αυτών τα 51 αφορούν μετανάστες-ριες, πρόσφυγες ή αιτούντες/ούσες άσυλο, λόγω εθνικής καταγωγής, θρησκείας ή/και χρώματος, υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων λόγω της σύνδεσής τους με πρόσφυγες και μετανάστες-ριες, καθώς και δομές φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων. Ο αντίστοιχος αριθμός το 2018 ήταν τα 74 περιστατικά.
Δύο περιπτώσεις αφορούν σε στοχοποίηση Ελλήνων πολιτών λόγω αλλοδαπότητας ή εθνοτικής καταγωγής, ενώ σε τρία περιστατικά στοχοποιήθηκαν εβραϊκοί και μουσουλμανικοί ιεροί ή συμβολικοί χώροι. Για το 2018 τα παρόμοια περιστατικά ήταν έξι.
Επιπροσθέτως, μεγάλη αύξηση παρατηρείται στις επιθέσεις κατά ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Σε αντίθεση με τα 27 περιστατικά το 2018, το 2019 αυτά έφτασαν τα 44 περιπτώσεις, τα οποία αφορούν τόσο ΛΟΑΤΚΙ άτομα όσο και υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων λόγω σύνδεσης τους με ΛΟΑΤΚΙ ομάδες.. Σε 27 περιπτώσεις στοχοποιήθηκαν περισσότερα από ένα θύματα, ενώ σε 52 περιστατικά η επίθεση τελέστηκε από ομάδα.
Ένας από τους βασικούς λόγους ιδιαίτερα των οργανωμένων επιθέσεων, φαίνεται πως είναι η αδιαφορία του δράστη για τις συνέπειες. Το Δίκτυο αναφέρει ότι υπάρχει συνολικά μια νομιμοποίηση τέτοιων επιθέσεων σε βαθμό θεσμικό. Την ίδια ώρα που αυτή η κατάσταση παγιώνεται, τα θύματα ρατσιστικής βίας, εμφανίζονται να ενσωματώνουν τις επιθέσεις, ως μέρος της καθημερινότητας. Μάλιστα για τη θεσμικότητα του ρατσισμού, το Δίκτυο αναφέρει ότι πολλές είναι οι περιπτώσεις στις οποίες εμπλέκονται στις επιθέσεις ένστολοι ή δημόσια λειτουργοί

Επιθέσεις κατά προσφύγων και μεταναστών

Το δίκτυο καταγράφει συνολικά 48 περιστατικά ρατσιστικών επιθέσεων κατά προσφύγων και μεταναστών (42 περιστατικά κατά ανδρών, 6 κατά γυναικών). Επιπλέον δύο επιθέσεις αφορούν γραφεία ή δομές Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων που παρέχουν υπηρεσίες σε πρόσφυγες και μετανάστες.
Αναφορικά με τα θύματα των επιθέσεων που καταγγέλθηκαν και καταγράφηκαν το 2019, αυτά προέρχονταν από το Αφγανιστάν (18), τη Συρία (5), το Καμερούν (3), το Κονγκό (3), τη Τουρκία (3), το Πακιστάν (3), τη Παλαιστίνη (2), την Αίγυπτο (1), την Ακτή Ελεφαντοστού (1), τη Γεωργία (1), τη Γκάμπια (1), τη Γκάνα (1), το Ιράν (1), τη Κεντροαφρικανική Δημοκρατία (1), το Μάλι (1), το Μαρόκο (1), τη Μπουρκίνα Φάσο (1) και τη Νιγηρία (1). Αξίζει να αναφερθεί ότι το Δίκτυο διαπιστώνει ότι σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, το 2019, προκύπτει ευρύτερη στοχοποίηση ατόμων με καταγωγή από χώρες της Αφρικής.
Σε σχέση με τους δράστες των επιθέσεων, όπως καταγγέλθηκε από τα θύματα, αυτοί ήταν κατά κύριο λόγω Έλληνες (42 περιστατικά), ενώ σε τρία περιστατικά, οι δράστες ήταν αλλοδαποί.

Οργανωμένες ομάδες σε «αποστολή»

Το Δίκτυο, στην έκθεσή του σημειώνει ότι και κατά τη διάρκεια του 2019 παρατηρείται δράση ακραίων τυπικών ή άτυπων ομάδων, που δρουν με ρατσιστικά κίνητρα. Η δράση τους καταγράφεται τόσο σε αστικά κέντρα όσο και στην περιφέρεια, με επίκεντρο τις περιοχές όπου υπάρχουν δομές φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών.
Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία ενός εκ των θυμάτων, σύμφωνα με την οποία τρεις άνδρες επιτέθηκαν στο θύμα κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Οι δράστες φορούσαν όμοιες μπλούζες με «σήμα», μεγάλες κόκκινες σημαίες με μαύρους σταυρούς. «Με ποδοπατούσαν. Φώναζαν στα ελληνικά “μαύρο”. Δεν καταλάβαινα πολλά, μόνο ότι με έβριζαν σαν να είμαι πρόβλημα για την Ελλάδα», ανέφερε το θύμα.
Για άλλες επιθέσεις που έλαβαν χώρα στην Αθήνα, τις οποίες και κατέγραψε το Δίκτυο, το μοτίβο της επίθεσης επαναλαμβάνεται με μεγαλύτερες ομάδες δραστών, που φτάνουν έως και τα 20- 30 άτομα.
Όπως υπογραμμίζει η έκθεση, οι επιθέσεις έχουν ως στόχο να προκαλέσουν σοβαρά τραύματα σε εμφανή σημεία, ώστε αυτά να λειτουργήσουν εκφοβιστικά για τις κοινότητες των θυμάτων. Κατά τη διάρκεια των επιθέσεων οι συγκεκριμένες ομάδες δρουν σαν να βρίσκονται σε «αποστολή»

Θεσμικός ρατσισμός-Ρατσιστικές επιθέσεις χωρίς συνέπειες

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η αναφορά της έκθεσης στο θεσμικό ρατσισμό, ο οποίος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην υποκίνηση επιθέσεων με ρατσιστικά χαρακτηριστικά ή και κίνητρα. Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρει το Δίκτυο, «καθοριστικό ρόλο, επίσης, στην ανάπτυξη τέτοιων συμπεριφορών παίζει η ρατσιστική ρητορική που αναπτύσσεται από μέρος του πολιτικού κόσμου, σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο, και συμβάλλει καθοριστικά στην εδραίωση της ξενοφοβίας και της μισαλλοδοξίας».
Επιπλέον σε αυτό το πλαίσιο, οι επιθέσεις εναντίον μειονοτικών ομάδων πραγματοποιούνται στο δημόσιο χώρο, με μάρτυρες άλλους πολίτες, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις και αστυνομικούς. Χαρακτηριστικό αυτών των επιθέσεων είναι ότι οι δράστες αδιαφορούν παντελώς για τις συνέπειες των πράξεών τους «με βάση το θεσμικό πλαίσιο της χώρας».
Την ίδια ώρα τα θύματα της ρατσιστικής βίας, φαίνεται ότι σε μεγάλο βαθμό έχουν αποδεχτεί τέτοιου είδους επιθέσεις και στοχοποίηση ως ένα «σύνηθες» χαρακτηριστικό της καθημερινής τους ζωής.
«Εν ολίγοις, ο δράστης φαίνεται να επιτίθεται με την αντίληψη ότι η πράξη του θα μείνει ατιμώρητη, ενώ το θύμα μοιάζει να ενσωματώνει τη στοχευμένη επιθετικότητα ως αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινότητάς του», αναφέρει η έκθεση και συμπληρώνει ότι «το εν λόγω ασφυκτικό πλαίσιο για τις κοινότητες που πλήττονται από τη ρατσιστική βία λόγω εθνικότητας, εθνοτικής καταγωγής, χρώματος ή/και θρησκείας επιδεινώνεται όταν σε αυτό επιδρά πλέον ο θεσμικός ρατσισμός, ο οποίος εκφράζεται είτε μέσα από πολιτικές που δυσχεραίνουν την πρόσβαση σε βασικά δικαιώματα, είτε μέσα από την αντιεπαγγελματική συμπεριφορά δημόσιων λειτουργών με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό από υπηρεσίες και αγαθά των ατόμων από διαφορετικά εθνοτικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά ή γλωσσικά περιβάλλοντα. Καθόλου τυχαία άλλωστε, οι αιτούντες άσυλο, πρόσφυγες και μετανάστες αποτελούν την πλειοψηφία των θυμάτων σε περιστατικά που εμπλέκονται ένστολοι ή δημόσιοι λειτουργοί».
Όπως καταγράφει το Δίκτυο, ο θεσμικός ρατσισμός, «εκφράζεται είτε μέσα από πολιτικές που δυσχεραίνουν την πρόσβαση σε βασικά δικαιώματα, είτε μέσα από την αντιεπαγγελματική συμπεριφορά δημόσιων λειτουργών με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό από υπηρεσίες και αγαθά των ατόμων από διαφορετικά εθνοτικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά ή γλωσσικά περιβάλλοντα.
Καθόλου τυχαία άλλωστε, οι αιτούντες άσυλο, πρόσφυγες και μετανάστες αποτελούν την πλειοψηφία των θυμάτων σε περιστατικά που εμπλέκονται ένστολοι ή δημόσιοι λειτουργοί».

Βία και κατά των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Το Δίκτυο κατέγραψε δύο περιστατικά επιθέσεων σε βάρος οργανώσεων και φορέων, που δραστηριοποιούνται στο προσφυγικό. Όπως υποστηρίζει το δίκτυο «τα εν λόγω περιστατικά, αποδεικνύουν το έλλειμμα ειδικής προστασίας των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την οποία το Δίκτυο έχει επισημάνει στις ετήσιες εκθέσεις του».
Επίσης στην έκθεση αναφέρεται ότι κατά τη συγγραφή της, το δίκτυο εξακολουθεί να καταγράφει βίαιες επιθέσεις κατά εργαζομένων σε οργανώσεις που παρέχουν υπηρεσίες στον προσφυγικό πληθυσμό που διαμένει στα νησιά του Αιγαίου.

Επιθέσεις σε μνημεία και ιερούς χώρους

Στην έκθεση καταγράφονται τρεις επιθέσεις εναντίον ιερών χώρων και μνημείων για το 2019, που εμφορούνται από εναντίωση στη θρησκευτική ταυτότητα Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι ωστόσο δεν ανήκουν στο κυρίαρχο θρησκευτικό δόγμα. Όπως συγκεκριμένα αναφέρει το Δίκτυο, καταγράφηκαν δύο περιστατικά βεβήλωσης μνημείων Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη και τα Τρίκαλα καθώς και ένα περιστατικό επίθεσης και βεβήλωσης μουσουλμανικού νεκροταφείου στην Αλεξανδρούπολη.
Σε σχέση με αυτές τις επιθέσεις, χαρακτηριστικό είναι ότι δεν στοχοποιούνται συγκεκριμένα άτομα της μουσουλμανικής ή εβραϊκής κοινότητας αλλά συνολικά η κοινότητα.

Επιθέσεις κατά ΛΟΑΤΚΙ

Συνολικά για το 2019, το Δίκτυο κατέγραψε 44 περιστατικά επιθέσεων κατά ατόμων ΛΟΑΤΚΙ για το 2019 (25 λόγω ταυτότητας φύλου, 16 λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και 3 περιστατικά λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού/ταυτότητας φύλου). Οι καταγεγραμμένες επιθέσεις κατά ΛΟΑΤΚΙ εκτείνονται από το λεκτικό επίπεδο έως ωμή σωματική βία και «αποτυπώνουν μοτίβα κάθε δυνατής έντασης», όπως αναφέρει η έκθεση.
Ιδιαίτερα για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, η έκθεση κάνει ειδική αναφορά στις επιθέσεις εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος. Μάλιστα όπως σημειώνεται, τέτοια περιστατικά λαμβάνουν χώρα με την αποκάλυψη των σεξουαλικών προτιμήσεων ή της ταυτότητας φύλου του παιδιού στους γονείς. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι γονείς από προστάτες του παιδιού γίνονται δράστες.
Στα περιστατικά του 2019 εντοπίζονται και ενδο-σχολικές ή ενδο-πανεπιστημιακές επιθέσεις τόσο από συμμαθητές των θυμάτων όσο και από εκπαιδευτικούς. Τα εν λόγω ευρήματα εγείρουν ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς η οικογένεια αλλά και το σχολείο, αποτελούν περιβάλλοντα στα οποία το άτομο θα έπρεπε να λαμβάνει αποδοχή και ασφάλεια.
Σε σχέση με τις επιθέσεις που δέχονται ΛΟΑΤΚΙ άτομα στο δημόσιο χώρο, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ομόφυλου ζευγαριού, το οποίο, περπατώντας σε κεντρικό δρόμο της Αθήνας, όπως δήλωσαν τα ίδια τα θύματα, δέχθηκε αρχικά λεκτική και στη συνέχεια σωματική βία από δύο ένστολους. Το ζευγάρι, μετά το πέρας του περιστατικού, κάλεσε την αστυνομία για καταγγελία.

Αστυνομική ρατσιστική βία

Ειδικότερα αναφορικά με τα περιστατικά αστυνομικής ρατσιστικής βίας, το Δίκτυο, για το 2019 καταγράφει 17 περιστατικά με δράστες ένστολους. Θύματα αυτών των επιθέσεων, ήταν κυρίως αιτούντες άσυλο, πρόσφυγες και μετανάστες αλλά υπήρξαν και δύο περιπτώσεις στις οποίες οι επιθέσεις των αστυνομικών αφορούν Έλληνες πολίτες με διαφορετική εθνοτική καταγωγή, διαφορετική ταυτότητα φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού από τον κυρίαρχα αποδεκτό.
Οι προβληματικές συμπεριφορές των αστυνομικών οργάνων, σημειώνονται σύμφωνα με την έκθεση, κατά τη διάρκεια τυπικών και μη τυπικών αστυνομικών επιχειρήσεων ελέγχου. Η συντριπτική πλειοψηφία των περιστατικών αυτών, αφορά σωματική βία σε δημόσιο χώρο την οποία τα θύματα κατήγγειλαν στο Δίκτυο. Επίσης σωματική βία καταγράφεται και εντός αστυνομικών τμημάτων καθώς και κέντρων υποδοχής ή κράτησης.
Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρει το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας, «από τις περιγραφές των ασυνόδευτων ανηλίκων, προκύπτει ένα μοτίβο στερεοτυπικής βίας κατά ανηλίκων ηλικίας 15-17 ετών σε χώρους κράτησης ή υποδοχής στους οποίους διαμένουν μέχρι τη μεταφορά τους σε δομή φιλοξενίας (6 περιστατικά)».
Σε μία εκ των περιπτώσεων, οι αστυνομικοί ενώ χτυπούσαν τον ανήλικο επί 15 περίπου λεπτά, αναφέρονταν ταυτόχρονα με υβριστικά και προσβλητικά σχόλια στους γονείς του και απειλούσαν ότι θα τον γυρίσουν στη χώρα καταγωγής τους. Σε άλλη περίπτωση, εντός Κέντρου Υποδοχής και Ταυτοποίησης σε νησί του Αιγαίου και με βάση τη μαρτυρία του θύματος, άνδρες της αστυνομίας έμπαιναν μέσα στο κοντέινερ επί τρία διαφορετικά βράδια, ως επί το πλείστον μεθυσμένοι, και άρχιζαν να τους χτυπούν απρόκλητα και να τους βρίζουν ρατσιστικά.
Η έκθεση καταγράφει πως οι αστυνομικοί, τους τράβηξαν από τα κρεβάτια και άρχισαν να τους χτυπάνε με γροθιές και γκλόμπ, λέγοντας «είσαι στη χώρα μου […] φύγετε από τη χώρα μου».
Καταγγελίες στις αρχές
Όπως αναφέρει στην έκθεσή του το δίκτυο, από τα 100 συνολικά περιστατικά που καταγράφηκαν, μόνο 19 είχαν καταγγελθεί στην αστυνομία κατά την καταγραφή τους από οργανώσεις του Δικτύου.
Σε 37 περιπτώσεις, το θύμα δήλωσε ότι δεν ήθελε να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες λόγω φόβου, έλλειψης εμπιστοσύνης στις αρχές ή λόγω γραφειοκρατίας. Σε μία μάλιστα περίπτωση που Ελληνίδα δέχτηκε επίθεση λόγω εθνοτικής καταγωγής, η ίδια δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να προβεί σε καταγγελία γιατί «έτσι είναι τα πράγματα».
Ιδιαίτερα σε περιστατικά με θύματα ανήλικους βάσει σεξουαλικού προσανατολισμού ή/και ταυτότητας φύλου παρατηρείται η αποθάρρυνση του θύματος από τους ίδιους τους γονείς του από το να προβεί σε καταγγελία.
Διαβάστε ολόκληρη την έκθεση του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου