19.11.19

Νοεμβριανά 1916: Οι επίστρατοι, το πρώτο μαζικό «πρώιμο φασιστικό κίνημα» στην Ελλάδα



Πριν από 103 χρόνια, στις 18 του Νοέμβρη του 1916  ξεκίνησε στην Αθήνα ένα όργιο οχλοκρατίας και τρομοκρατίας που έμεινε στην Ιστορία ως «Νοεμβριανά».

Πρωταγωνιστές σ’ αυτό το όργιο ξυλοδαρμών , διαπομπεύσεων, εξευτελισμών κάθε είδους,  και φυλακίσεων ήταν  οι επίστρατοι, η πολιτοφυλακή  (για την ακρίβεια τάγματα εφόδου) του βασιλικού στρατοπέδου στην  περίοδο του Διχασμού βενιζελικών –βασιλικών, που αποτέλεσαν το πρώτο μαζικό «πρωτοφασιστικό» παρακρατικό κίνημα στην Ελλάδα . Η οργάνωσή των επιστράτων έμοιαζε σε πολλά με τα ανάλογα εθνικιστικά κινήματα που δρούσαν στην Ιταλία, τη Γερμανία και την Αυστρία και αποτέλεσαν τη «μαγιά» για την εμφάνιση αργότερα του φασιστικού κόμματος του Μουσολίνι και του ναζιστικού του Χίτλερ.
Οι εθνικιστικές κινήσεις  στην Ελλάδα των αρχών του 20ου αιώνα 
O όρος «φασισμός» μπήκε για πρώτη φορά στο πολιτικό λεξιλόγιο το Μάρτιο του 1919. Τότε ο Μουσολίνι μίλησε σε συγκέντρωση οπαδών του στο Μιλάνο στην πλατεία Σαν Σεπόλκρο και ονόμασε για πρώτη φορά το κίνημά του «φασιστικό».
Στη χώρα μας η χρήση του όρου φασισμός άρχισε από το 1922. Τότε εμφανίζονται σε εμβρυακή μορφή και οι πρώτες οργανώσεις με κύριο ιδεολογικό πρόσημο  τον εθνικισμό , τον αντικομμουνισμό και τον αντισημιτισμό. Αρχικά ήταν ομάδες θαυμαστών του Μουσολίνι που τον θεωρούσαν πρότυπο της αντιμετώπισης των φιλελεύθερων και σοσιαλιστικών ιδεών χωρίς ωστόσο ανοιχτή πολιτική δράση. Αυτή άρχισε λίγα χρόνια μετά το 1927.


Όμως  οργανώσεις και κινήσεις με ακραία εθνικιστική και αντικοινοβουλευτική ιδεολογία που αποτέλεσαν τους προδρόμους του ελληνικού φασισμού υπήρχαν ήδη από τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα. Μέσα σ’ αυτές ξεχωριστή θέση είχε η κίνηση «Ελληνισμός» επικεφαλής της οποίας ήταν ο καθηγητής Φιλοσοφίας πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Νεοκλής Καζάζης (1849-1936).
Η κίνηση αυτή άσκησε  τόσο πολιτική όσο και ιδεολογική επιρροή κυρίως σε μικροαστικά στρώματα έως και τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-1913. Μέσα από το περιοδικό «Ελληνισμός» ο Καζάζης προπαγάνδιζε όχι μόνο τον αλυτρωτισμό με  τα «εθνικά δίκαια» στη Μακεδονία , τη Θράκη και την Κρήτη αλλά και την ανάγκη ενός ισχυρού και αυταρχικού κράτους με ένα ισχυρό ηγέτη.


Την ίδια περίοδο και παράλληλα με τον «Ελληνισμό» δρούσε και η «Εταιρεία της υπέρ των Πατρίων Αμύνης». Επίτιμος πρόεδρος της ήταν ο πρίγκιπας Νικόλαος , ένας γαλαζοαίματος με απολυταρχικές απόψεις. Την άμεση καθοδήγηση την είχε ο  αρχηγός του Στρατιωτικού Οίκου του βασιλιά Γεώργιου  Α΄, υποστράτηγος Παπαδιαμαντόπουλος. Τις θέσεις των αντιπροέδρων κατείχαν οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Γ. Χατζιδάκις και Κ. Μητσόπουλος.
 Η εταιρεία που είχε την ανοικτή στήριξη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος εξέδιδε την εβδομαδιαία εφημερίδα «Τα Πάτρια».Η εφημερίδα έφτασε και τα 20.000 φύλλα και μοιράζονταν κυρίως στις εκκλησίες. Όπως και ο «Ελληνισμός» η Εταιρεία προπαγάνδιζε τον αλυτρωτισμό μαζί με την ανάγκη προστασίας της θρησκείας και της γλώσσας του Έθνους , της καθαρέυουσας. Κεντρικό στοιχείο της ιδεολογίας της ήταν ακόμη ο μιλιταρισμός και το ισχυρό κράτος στο οποίο οι πολίτες οφείλουν πλήρη υποταγή.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης τον προδρομικό ρόλο που έπαιξαν στη διαμόρφωση του ελληνικού φασισμού ο Περικλής Γιαννόπουλος και ο Ίων Δραγούμης και οι δύο επηρρεασμένοι από τις ιδέες της γαλλικής ακροδεξιάς και των θεωρητικών της  Σαρλ Μωρράς και Μωρίς Μπαρρές οι εθνικιστικές ιδέες των οποίων άσκησαν μεγάλη επιρροή σε όλο το πρώτο μισό  του 20ου αιώνα.
Οι συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργήθηκαν οι κινήσεις των επιστράτων


Οι επίστρατοι,  εμφανίστηκαν σε μια στιγμή κατά την οποία είχε φτάσει στο ζενίθ ο διχασμός βενιζελικών-βασιλικών  με επίδικο το στρατόπεδο με το οποίο θα συντασσόταν η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε καταλυθεί η ελληνική κυριαρχία και οι ξένοι επεμβαίνανε ανοιχτά και στρατιωτικά στα εσωτερικά της χώρας. Στην  Μακεδονία οι Γερμανοί και οι Αγγλογάλοι στα νότια είχαν καταλύσει κάθε έννοια  κυριαρχίας ενός ανεξάρτητου κράτους.
«Στην κρίσιμη αυτή περίοδο, όπως γράφει ο Γιάνης Κορδάτος, οι μεν παλαιοκομματικοί είχαν ρίξει το σύνθημα «Μικρά και έντιμος Ελλάς», οι δε βενιζελικοί θυμήθηκαν τον Παλαιολόγο και ονειρεύονταν το Βυζάντιο» (Μεγάλη  «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», τ.ΧΙΙΙ, σ. 450, Εκδόσεις 20ος Αιώνας).
Θυμίζουμε σε συντομία μερικές βασικές ημερομηνίες εκείνης της ταραγμένης περιόδου για να μπορέσουμε να καταλάβουμε καλύτερα τις συνθήκες  μέσα στις οποίες ιδρύθηκαν, το καλοκαίρι του 1916 οι σύνδεσμοι  επιστράτων.
1915
16 Φλεβάρη/1 Μάρτη (σ.σ.: Η πρώτη ημερομηνία είναι με το παλιό Ιουλιανό ημερολόγιο, η δεύτερη με το νέο Γρηγοριανό) : Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος προτείνει στους Αγγλογάλλους τη συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Καλλίπολης. Ο Κωνσταντίνος αντιδρά και ο Βενιζέλος παραιτείται και αναλαμβάνει νέα κυβέρνηση υπό τον Δ. Γούναρη.
31 Μάη /13 Ιούνη: Νίκη των Φιλελευθέρων στις βουλευτικές εκλογές. Ο Βενιζέλος επιστρέφει αλλά στις 22 Σεπτέμβρη/5 Οκτώβρη παύεται από τον Κωνσταντίνο. Νέος πρωθυπουργός ο Αλέξανδρος Ζαίμης. Εγγλέζοι και Γάλλοι αποβιβάζονται στη Θεσσαλονίκη.
25 Noέμβρη/8 Δεκέμβρη: Κυβέρνηση Στέφανου Σκουλούδη. Διάλυση της Βουλής.
6/19 Δεκέμβρη: Εκλογές με αποχή των βενιζελικών.
1916
Γενάρης: Κατάληψη της Κέρκυρας από τους Γάλλους.
13/26 Μάη: Το οχυρό Ρούπελ παραδίδεται στο βουλγαρικό στρατό.
Ιούνης: Αρχίζει ο αποκλεισμός της Ελλάδας από τους Αγγλογάλλους. Παραιτείται ο Σκουλούδης. Νέα κυβέρνηση  Ζαίμη.
12/25 Αυγούστου: Ο ιταλικός στρατός που έχει εισβάλει στην Αλβανία προωθείται στη Βόρειο Ήπειρο.
17/30 Αυγούστου: «Κίνημα της Εθνικής Αμύνης» από βενιζελικούς αξιωματικούς στη Θεσσαλονίκη.
19 Αυγούστου/1 Σεπτέμβρη: Από τη μοίρα του γαλλικού στόλου που βρίσκεται στο Σαρωνικό υπό το ναύαρχο Φουρνέ αποβιβάζονται ισχυρές δυνάμεις  στον Πειραιά.
29 Αυγούστου/11 Σεπτέμβρη: Παραιτείται ο Ζαίμης, τον διαδέχεται ο Νικόλαος Καλογερόπουλος.
13/26 Αυγούστου: Το Δ΄ Σώμα Στρατού με διοικητή τον Ι. Χατζόπουλο παραδίδεται στους Γερμανούς και μεταφέρεται στο Γκέρλιτς.
30 Αυγούστου/12 Σεπτέμβρη: Ο βουλγαρικός στρατός μπαίνει στην Καβάλα.
14/27 Σεπτέμβρη: Νέα κυβέρνηση υπό τον Σπυρίδωνα Λάμπρου.



26 Σεπτέμβρη/ 9 Οκτώβρη: Ο Βενιζέλος , ο ναύαρχος Κουντουριώτης και ο στρατηγός Δαγκλής σχηματίζουν την «Κυβέρνηση της Εθνικής Αμύνης». Η Ελλάδα χωρίζεται στα δύο. Το «Κράτος των Αθηνών» περιορίζεται στα  παλιά σύνορα του 1912. Οι Έλληνες της «Παλιάς Ελλάδας» πεινούν λόγω του αποκλεισμού των Αγγλογάλλων. Αντίθετα στη Θεσσαλονίκη μεταφέρονται συνεχώς εφόδια.

25 Οκτώβρη/9 Νοέμβρη: Οι Γάλλοι καταλαμβάνουν το Ναύσταθμο.



3/16 Νοέμβρη: Ο ναύαρχος Φουρνέ απαιτεί να του παραδοθούν  όπλα και κανόνια του ελληνικού στρατού.
18 Νοέμβρη/1 Δεκέμβρη: «Νοεμβριανά». Στρατεύματα της Αντάντ αποβιβάζονται στον Πειραιά και κατευθύνονται στην Αθήνα. Συναντούν όμως ισχυρή αντίδραση από στρατιωτικές μονάδες και Επίστρατους. Ωμή τρομοκρατία από τους  Επίστρατους κατά των βενιζελικών.
24 Νοέμβρη/ 7 Δεκέμβρη: Η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης διακηρύχνει πως ο Κωνσταντίνος είναι πια  έκπτωτος. Ακόμη κηρύχνει τον πόλεμο στη Γερμανία και τη Βουλγαρία

12/25 Δεκέμβρη: Το «Ανάθεμα» του Βενιζέλου.
26 Δεκέμβρη/8 Γενάρη: Νέο τελεσίγραφο της Αντάντ στην κυβέρνηση της Αθήνας και πιο σκληρός αποκλεισμός.
Στο «κράτος της Θεσσαλονίκης» ο λαός ντύνεται με τη βία  στο χακί και σύρεται χωρίς  τη θέλησή του στο πολεμικό σφαγείο, ενώ στο «κράτος των Αθηνών» σε πόλεις και χωριά συμμορίες βασιλικών τραμπούκων ασκούν άγρια τρομοκρατία σε βάρος καθενός που  θεωρούν αντίπαλο.
«Παρακρατικές οργανώσεις και ομάδες πραιτωριανών»

Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα στις 5 Ιούνη 1916  υπογράφτηκε το καταστατικό του Πανελληνίου Συνδέσμου  Εφέδρων , όπως ήταν η επίσημη ονομασία των επιστράτων την ηγεσία των  οποίων ανάλαβε τον Αύγουστο ο έφεδρος αξιωματικός Ιωάννης Σαγιάς, όργανο των γερμανών. Πρωταγωνιστικό ρόλο στο κίνημα των Επιστράτων έπαιζε και ο βαυαρικής καταγωγής Κωνσταντίνος Έσλιν, πρόεδρος της Βουλής το 1910.
 Ο Γιάνης Κορδάτος γράφει πως «οι πρώτοι πυρήνες των επιστρατικών συλλόγων είχαν καθαρά αντιπολεμική ιδεολογία», αλλά στην πορεία το αντιπολεμικό τους αίσθημα το εκμεταλλεύτηκαν ο Ιωάννης Μεταξάς και οι άνθρωποι της Αυλής του Κωνσταντίνου και έτσι εξελίχτηκαν σε φατρίες που εξυπηρετούσαν τη γερμανική πολιτική , σε παρακρατικές οργανώσεις και ομάδες πραιτωριανών:
« Η γένεση του επιστρατισμού, δεν είναι έργο του Μεταξά. Ο επιστρατισμός σαν πρώτη ιδέα ξεκίνησε από τους στρατώνες. Όπως είπαμε, οι έφεδροι επηρεάστηκαν από την προπαγάνδα «υπέρ της ουδετερότητας», των βασιλικών αξιωματικών και από τις επεμβάσεις  και πιέσεις των Αγγλογάλλων που έφερναν την Ελλάδα πιο κοντά στον πόλεμο. Εξόν από τις αιτίες αυτές και ένας άλλος λόγος έπαιξε αποφασιστικό ρόλο: Οι έφεδροι κουράστηκαν και μαθαίνοντας πως στο δυτικό και ανατολικό μέτωπο σκοτώνονταν σε κάθε επίθεση χιλιάδες στρατιώτες και άλλοι τόσοι πληγώνονταν, οδηγούμενοι από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και επιβίωσης, σχημάτισαν την ιδέα να οργανωθούν για ν’ αντιδράσουν κατά της φιλοπόλεμης και ανταντόφιλης  πολιτικής του Βενιζέλου. Οι πρώτοι λοιπόν πυρήνες των επιστρατικών συλλογων είχαν καθαρά αντιπολεμική ιδεολογία.
Οι επιστρατικοί όμως σύλλογοι δεν μπόρεσαν να κρατήσουν την αυτοτέλειά τους (…) Το αντιπολεμικό αίσθημα των εφέδρων το εκμεταλλεύτηκαν ο Μεταξάς και άλλοι αυλικοί πολιτικοί και στρατιωτικοί και με τα υλικά μέσα που διαθέτανε  και την ηθική επιβολή τους, κατόρθωσαν από τη μια μεριά να ενώσουν  όλους τους επιστρατικούς συλλόγους και να βάλουν επικεφαλής τον έφεδρο αξιωματικό Ι. Σαγιά, που ήταν όργανο της γερμανικής προπαγάνδας.
Έτσι οι επιστρατικοί σύλλογοι που σε κάθε πόλη και μεγάλο χωριό είχαν στρατιωτικό καθοδηγητή έναν αξιωματικό, όχι μόνο οπλίστηκαν, αλλά και εξελίχτηκαν σε φατρίες που εξυπηρετούσαν τη γερμανόφιλη πολιτική του παλαιοκομματισμού και έγινα στήριγμα της Αυλής. Πήραν δηλαδή στραβό δρόμο (…).
Από τη μια μεριά αποκαλούσαν τον Κωνσταντίνο «γνήσιον διάδοχον των Παλαιολόγων» και από την άλλη έγιναν στήριγμα του παλαιοκομματισμού που συνεργαζόταν με τους Βούλγαρους σοβινιστές και τους Τούρκους καταχτητές.

Αντί να κρατήσουν ψηλά τη σημαία της ουδερότητας και να αγωνιστούν για την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας μακριά από τις ξένες επιρροές, έγιναν τυφλά και φανατικά όργανα των πραχτόρων του Σεγκ  (σ.σ.: ο βαρώνος Σεγκ ήταν αντιπρόσωπος στην Αθήνα του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών και του γενικού επιτελείου του Κάιζερ και λειτουργούσε πιο πάνω από τον γερμανό πρεσβευτή).
Με την ανοχή και την καθοδήγηση υψηλών προσώπων οργάνωναν οχλοκρατικές διαδηλώσεις. Οι επιστρατικοί σύλλογοι είχαν εξελιχθεί σε παρακρατικές οργανώσεις και σε ομάδες πραιτωριανών» («Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», οπ.π. σ. 462).
«Παρουσιάζουν αναλογίας με τον ιταλικόν φασισμόν, του οποίου προεπορεύθησαν»
Από την πλευρά των βενιζελικών ο ιστορικός Γεώργιος Βεντήρης γράφει για τον χαρακτήρα των κινήσεων των επιστράτων:
«… Παρουσιάζουν αναλογίας με τον ιταλικόν φασισμόν, του οποίου προεπορεύθησαν , προς τους Γερμανούς μοναρχικούς ή τους εθνικόφρονας σοσιαλιστάς. Αλλ’ αι ομοιότητες περιορίζονται εις την μέθοδον της ενέργειας και τον αντιδημοκρατικόν χαρακτήρα των διαφόρων τούτων κινήσεων. Διότι η δράσις των Ελλήνων επιστράτων δεν ανταπεκρίνετο εις οικονομικάς ανάγκας ή εθνικούς σκοπούς μιας ωρισμένης ομογενούς τάξεως, όπως συμβαίνει εις Ιταλίαν και Γερμανίαν. Αυτή είναι η πρωτοτυπία των, εις τούτο δε πρέπει να αποδοθή ο αναρχικός χαρακτήρ και η σχετικώς σύντομος ζωή των επιστράτων. Ήσαν τεχνητόν πολιτικόν όργανον, ξένον προς την φυσιολογικήν μορφήν της νεοελληνικής κοινωνίας. Απόστημα και όχι σώμα κοινωνικόν. Εις τους πυρήνας των ανευρίσκοντο κατά κανόνα τοπικοί αρχηγοί των παλαιών κομμάτων. Αφορμή και σκοπός της εσωτερικής των υπάρξεως ήτο η επιβολή της βασιλικής δικτατορίας ως του αποτελεσματικοτέρου μέσου δια την συντριβήν του μετά το 1909 «αστικού-συνταγματικού» καθεστώτος. Πρωτίστως όμως τους συνήνωνε η «σημαία της ουδετερότητος». Δια της τελευταίας αυτής παρέσυραν το μέγα μέρος του αγροτικού πληθυσμού,του οποίου εξεμεταλλεύθησαν την άγνοιαν και την έμφυτον συντηρητικότητα». («Η Ελλάς του 1910-1920», τ. Β΄, σ. 151,152, Πυρσός ,Αθήνα 1931).
« Ένας φασισμός προδρομικός αλλά ατελής»
Σύμφωνα με τον Γ.Θ. Μαυρογορδάτο  («Εθνικός Διχασμός και μαζική οργάνωση. Οι επίστρατοι του 1916, σ. 34-36, Αλεξάνδρεια 1996) η συγγένεια των επιστράτων με τα πρωτοφασιστικά και φασιστικά κινήματα που συναντάμε σε άλλες χώρες, και ειδικότερα τον ιταλικό φασισμό και τον γερμανικό ναζισμό είναι εμφανής. Γι αυτό και μπορούμε να μιλάμε για «ένα φασισμό προδρομικό αλλά ατελή».
Πράγματι, ομοιότητες υπήρχαν σε πολλά σημεία:
-Η στρατιωτική οργάνωση με πυρήνα τους παλαιούς πολεμιστές και επικεφαλής αξιωματικούς.
-Η αποθέωση του μιλιταρισμού, της «ιδέας του στρατιώτη» ως ενσάρκωση του ηρωισμού.
-Η  πειθαρχία και η τυφλή υπακοή στον αρχηγό. Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτός ήταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο απόλυτος μονάρχης, που τον αποκαλούσαν σωτήρα της Πατρίδας, φιλόστοργο πατέρα και τρισένδοξο στρατηλάτη. « Εμπιστευόμαστε, αναφερόταν σε ένα τηλεγράφημα που έστειλαν στον Κωνσταντίνο, εις Σε και μόνον μεγαλειότατε, τας τύχας μας και την τύχην της πατρίδος ως γνήσιον διάδοχον των Παλαιολόγων και εκ θείας προνοίας εμπιστευμένον εκπληρωτήν και άγρυπνον φρουρόν των ιερών ιδανικών της φυλής μας».
-Η άσκηση οργανωμένης βίας και τρομοκρατίας σε βάρος των αντιπάλων.
– Η ανακάλυψη και η εξαφάνιση του «εσωτερικού εχθρού» και η επίθεση σε κάθε  ξένο ακόμη κι αν αυτός είναι έλληνας πρόσφυγας. « Κάτω οι ξένοι – κάτω οι ύποπτοι- ζήτω οι ντόπιοι-ντόπιο πράγμα- όχι πρόσφυγες- εξορία-εξορία», έγραφε η φιλοβασιλική εφημερίδα «Νέα Ημέρα» στις 16.8.1916.

O αντικοινοβουλευτισμός, ο αντιφιλελευθερισμός  και η απέχθεια προς την ιδέα της  Δημοκρατίας σαν κάτι καταστροφικό για το Έθνος .« Με την ανακήρυξιν της Δημοκρατίας θα γίνωμεν απλούστατα λαός άνευ ιδέας, η νόθος και έκφυλος φωνή της Ανθρωπότητος και οι Ισραηλίται των Εθνών!», αναφέρεται σε ένα κείμενο των επιστράτων τον Οκτώβριο του 1916.
-Η κοινωνική τους σύνθεση με πλειοψηφία μικροαστών και μικροιδιοκτητών της υπαίθρου, ανάλογη μ’ αυτή των κινημάτων άλλων χωρών.
Υπήρχαν όμως και διαφορές που δεν επέτρεψαν τη μετατροπή των επιστράτων σε ένα καθαρά φασιστικό κίνημα πριν ακόμη εμφανιστεί επίσημα σε άλλες χώρες:
-Στόχος τους ήταν η αστική τάξη και όχι  η εργατική  η οποία στη συγκεκριμένη περίοδο ούτε πολιτική έκφραση είχε και το αριθμητικό βάρος της στην ελληνική κοινωνία ήταν ακόμη μικρό.
-Στις διακηρύξεις τους δεν συναντάμε  στοιχεία επιθετικού εθνικισμού και αλυτρωτισμού.
-Αρχηγό τους είχαν ένα μονάρχη κι όχι μια φυσιογνωμία ηγετική όπως αυτές που συναντάμε αργότερα στη Γερμανία την Ιταλία.
Ο Σαγιάς με τις ολόρθες μουστάκες αλά Κάιζερ και οι επίστρατοι από τα Μεσόγεια
Μια χαρακτηριστική περιγραφή του αρχηγού των επιστράτων Ιωάννη Σαγιά μας δίνει ο ποιητής Κώστας Βάρναλης που τότε υπηρετούσε ως δάσκαλος στη «φωλιά» των βασιλικών στα Μεσόγεια, στην Κερατέα. Γράφει λοιπόν ο Βάρναλης με το δικό του ξεχωριστό σαρκαστικό  τρόπο για το Σαγιά και την κάθοδο των επιστράτων από τα Μεσόγεια στην Αθήνα («Φιλολογικά απομνημονεύματα» , σ. 198,199, Κέδρος, Αθήνα 1980):
« Σ’ ένα καφενείο της πλατείας καθότανε μαζί με τους «επιτελείς» του ο Σαγιάς, ο γενικός πρόεδρος όλων των επιστρατικών συλλόγων με τις ολόρθες μουστάκες του αλά Κάιζερ και περίμενε το λαό να μαζευτεί. Όταν γέμισε το καφενείο, έλαβε το λόγο ( ήτανε φοβερός καθαρευουσιάνος):
-Από χιλιετηρίδων ο ελληνικός λαός υπερήσπισε δια του αίματος του την ελευθερίαν της πατρίδος εναντίον ποικιλωνύμων εχθρών, ών τινες πολλάκις ισχυρότεροί του. Ήδη οι εχθροί της Ελλάδος βοηθούμενοι υπό του μυσαρωτέρου των εφιαλτών της απαιτούσι τα όπλα, τα τίμια όπλα του ελληνικού στρατού, τα οποία εδόξασαν δύο νικηφόροι πόλεμοι. Ουδείς υπεύθυνος κυβερνήτης αισθάνεται εαυτόν ικανόν να υποκύψη εις τοιαύτην αυθαιρεσίαν.
Και ημείς, ο στρατευόμενος λαός, θ’ αντισταθώμεν ενόπλως. Έφθασεν η στιγμή κύριοι, να δείξωμεν εάν είμεθα άξιοι να ζώμεν ελεύθεροι και έντιμοι ή δούλοι και εξουθενωμένοι…
Έτσι πάνου-κάτου μίλησε ο Σαγιάς. Και φανάτισε το πλήθος. Ύστερα μπήκε στο αυτοκίνητό με την παρέα του κι έφυγε να πάει και στ’ άλλα χωριά να πει τα ίδια: στα Καλύβια, στο Μαρκόπουλο, στο Κορωπί, στο Λιόπεσι.
Την άλλη μέρα, από τα χαράματα, οι επίστρατοι όλων των χωριών με τους προέδρους των και με στρατιωτικό αρχηγό τον έφεδρο ανθυπασπιστή Μέγγουλη από την Κερατιά, κατεβήκανε στους σταθμούς και παίρνανε το τραίνο ( καμιά εφτακοσαριά το όλο) για την Αθήνα.
Τη νύχτα η Αθήνα παρουσίαζε την όψη πολιορκημένης πολιτείας. Στην Ομόνοια , στην οδό Σταδίου κ.τ.λ. ανεβοκατεβαίνανε ατελείωτες περιπολίες επιστράτων με βάδισμα αργό και με πολύ σοβαρό ύφος. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και μύριζε μπαρούτι».
Και το καυστικό σχόλιο του ποιητή για τον «πόλεμο»  βασιλικών και βενιζελικών με το λαό στη μέση , έρμαιο των επιδιώξεών τους και αιώνιο θύμα:
« Οι «ουδετερόφιλοι» πιστεύανε, πως ύστερα από το πολεμικό ξεσήκωμα του λαού, οι «προστάτιδες Δυνάμεις» δε θα επιμένανε να ζητάνε τα όπλα. Οι ανταντόφιλοι όμως που ήτανε βέβαιοι, πως η κυβέρνηση με την τεχνητή αυτήν εξέγερση των μπράβων της μπλοφάριζε και πως μόλις θα φαινόντανε από μακριά τα αγήματά των ξένων στόλων, θα υποχωρούσε δουλικά- όπως πάντα. Και τότες ο Βενιζέλος, που λέγανε πως βρισκότανε στο Κερατσίνι, θ’ ανέβαινε στην Αθήνα ν’ αφήσει λεύτερο το λαό να πάει να σκοτωθεί για το μεγαλείο της πατρίδας, αφού τούτος είναι ο μεγαλύτερος πόθος του».

Γράφει: Γιώργος Καραγιάννης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου