25.5.19

Ευρωεκλογές: πως απαντάμε στην άνοδο της ακροδεξιάς




Γράφει ο Νίκος Κανελλής, δημοτικός σύμβουλος Βόλου, υποψήφιος ευρωβουλευτής του «Ξ» στο ψηφοδέλτιο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Άνοδος της ακροδεξιάς 

Όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι ακροδεξιοί θα καταγράψουν μεγάλη άνοδο στις ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου σε μια σειρά από χώρες. 
Η «Λέγκα» του Ματέο Σαλβίνι, που θέλει να γίνει ο αρχηγός ενός μετώπου όλων των ακροδεξιών της ΕΕ, εμφανίζεται πρώτο κόμμα στις δημοσκοπήσεις στην Ιταλία. Το ίδιο ισχύει και για τον «Εθνικό Συναγερμό» της Μαρίν Λε Πεν που πριν λίγες ημέρες υπερκέρασε για πρώτη φορά το κόμμα του Γάλλου προέδρου Μακρόν. 
Υψηλά ποσοστά αναμένεται να πάρουν επίσης, το Αυστριακό «Κόμμα της Ελευθερίας» (FPO) καθώς και η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) που συμμετέχουν στο μέτωπό της ακροδεξιάς που δημιουργεί ο Σαλβίνι αλλά και οι «Σουηδοί Δημοκράτες». Φαίνεται σίγουρο ότι πρώτο θα έρθει και το «Φιντές» του Ούγγρου πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπάν, και το «Κόμμα του Νόμου και της Δικαιοσύνης» που βρίσκεται στην κυβέρνηση της Πολωνίας. Κι όλα αυτά λίγες εβδομάδες αφότου η ακροδεξιά κατάφερε να μπει στο Ισπανικό κοινοβούλιο για πρώτη φορά μετά την πτώση της δικτατορίας του Φράνκο πριν από 40 χρόνια. 
Στη χώρα μας, τέλος, η ναζιστική εγκληματική συμμορία της Χρυσής Αυγής εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις κοντά στο 7% και διεκδικεί την 3η θέση πάρα τις δολοφονίες που έχει διαπράξει και τη δίκη της ηγεσίας της που συνεχίζεται. 

Επικίνδυνη απειλή

Η εκλογική ενίσχυση ακροδεξιών, εθνικιστικών και ρατσιστικών κομμάτων αποτελεί μια απειλή για τα δημοκρατικά δικαιώματα, για κοινωνικές ομάδες όπως οι πρόσφυγες, οι μετανάστες, οι γυναίκες, οι ΛΟΑΤ άνθρωποι. Είναι επίσης μια απειλή που αφορά το σύνολο της εργατικής τάξης, τα φτωχά λαϊκά στρώματα και τη νεολαία. 
Η ιστορία μας διδάσκει ότι ο εθνικισμός στο τέλος τέλος οδηγεί σε συγκρούσεις, πολέμους, δυστυχία, φτώχεια και καταστροφή. Αυτά δεν ήταν τα «επιτεύγματα» των εθνικιστών στον πρώτο και δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο; 
Βλέπουμε ταυτόχρονα τι σημαίνει ακροδεξιά στην εξουσία σήμερα. Ο Σαλβίνι κλείνει τα σύνορα και αφήνει ανθρώπους να πνίγονται στη Μεσόγειο[1], στοχοποιεί τους Τσιγγάνους[2] ενώ παράλληλα χτυπά τη δημόσια παιδεία[3]. Ο δε συμβιβασμός που έκλεισε με την ΕΕ στο θέμα του προϋπολογισμού και του ύψους του ελλείμματος (και άρα των μέτρων λιτότητας που η ΕΕ ζητούσε να ληφθούν) δεν δίνει πραγματική διέξοδο από την οικονομική στασιμότητα ούτε και προσφέρει πραγματική λύση στα προβλήματα των Ιταλών εργαζομένων. Η Ιταλία παραμένει ο μεγάλος ασθενής της Ευρωπαϊκής οικονομίας με ένα χρέος γύρω στα 2,3 τρις ευρώ (!) ή 130% του ΑΕΠ, με σχεδόν μηδενικούς ρυθμούς ανάπτυξης και με όλες τις προβλέψεις να προεξοφλούν ύφεση την επόμενη περίοδο.   
Ο Ορμπάν στην Ουγγαρία εκτός από τα κλειστά σύνορα και την απάνθρωπη συμπεριφορά στους πρόσφυγες[4], ποινικοποιεί τους άστεγους[5] και προωθεί ακραία αντεργατικά μέτρα όπως ο «νόμος της δουλείας»[6]. Το Αυστριακό FPO μαζί με την αντιμεταναστευτική ρητορική προωθεί μέτρα επέκτασης της εργάσιμης ημέρας[7].  Το Γερμανικό AfD ζητά από τους μαθητές να καταδίδουν στο ίδιο τους καθηγητές με αριστερά φρονήματα[8] ενώ η λαϊκιστική ακροδεξιά κυβέρνηση της Πολωνίας προσπάθησε πρόσφατα να καταργήσει το δικαίωμα των γυναικών στην άμβλωση. 

Ο φασισμός δεν είναι (ακόμη) προ των πυλών 

Τα ακροδεξιά κόμματα που σήμερα ενισχύονται δεν είναι φασιστικά με την ιστορική έννοια του όρου. Δηλαδή, δεν έχουν τάγματα εφόδου, δεν κινητοποιούν μαζικά κοινωνικά στρώματα και δεν έχουν την υποστήριξη του βασικού κορμού της άρχουσας τάξης ώστε να απειλούν να τσακίσουν με τη βία το εργατικό κίνημα οδηγώντας σε έναν νέο αιματηρό παγκόσμιο πόλεμο με τον τρόπο που αυτό έγινε τη δεκαετία του ‘30. Πρέπει λοιπόν να ξεχωρίσουμε τη σημερινή ανερχόμενη ακροδεξιά από το φασισμό και το ναζισμό του ‘30. Αυτό δεν σημαίνει εφησυχασμό! 
Διότι η εκλογική ενίσχυση και η συμμετοχή των ακροδεξιών σε κυβερνήσεις από τη μια αποτελεί μια άμεση απειλή για τα δικαιώματα μας, από την άλλη δημιουργεί ευνοϊκό έδαφος και για τους «ακραίους» φασίστες και νεοναζί. Δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου τα φασιστικά κόμματα χτίζουν τις δυνάμεις τους και γίνονται όλο πιο βίαια και επικίνδυνα. 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ελλάδα όπου η Χρυσή Αυγή διαδέχθηκε το ακροδεξιό ΛΑΟΣ. Συναγερμό όμως πρέπει να προκαλέσουν και γεγονότα όπως το μαζικό ακροδεξιό πογκρόμ στη Γερμανική πόλη Κέμνιτς το περασμένο καλοκαίρι[9]. 

Πως απαντάμε; 

Με βάση τα παραπάνω η απάντηση μας θα πρέπει να συνδυάζει το μαχητικό αντιφασιστικό κίνημα στους δρόμους από τη μια, και την συνολική πολιτική απάντηση από την άλλη.
Η μαζική αντιρατσιστική κινητοποίηση πάνω από 200 χιλιάδων ανθρώπων στο Βερολίνο τον περασμένο Οκτώβριο[10], οι μαζικές διαδηλώσεις για τα 5 χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα[11] το Σεπτέμβριο που μας πέρασε, οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης στους πρόσφυγες στην Ιταλία[12], τα στραπάτσα στους Έλληνες φασίστες με την πρόσφατη ακύρωση του Makedonian Pride στη Θεσσαλονίκη[13] δείχνουν τι δυνατότητες υπάρχουν. Βασικές προϋποθέσεις για να πετυχαίνει νίκες το αντιφασιστικό κίνημα είναι η μαχητικότητα, η αποφασιστικότητα και πάνω από όλα η ενωτική διάθεση. 
Όμως, οι αντιρατσιστικές, αντιφασιστικές κινητοποιήσεις δεν αρκούν. Η ακροδεξιά αξιοποιεί τη δυσαρέσκεια απέναντι στο κατεστημένο και την ΕΕ ακριβώς επειδή η μαζική Αριστερά αποτυγχάνει να δώσει ριζοσπαστική αντικαπιταλιστική διέξοδο. 
Το ένα μετά το άλλο τα διάφορα μαζικά κόμματα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς που σημείωσαν άνοδο τα προηγούμενα χρόνια πολύ γρήγορα απογοήτευσαν τα εργατικά – λαϊκά στρώματα που τα στήριξαν γιατί άρχισαν τους συμβιβασμούς, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το ΣΥΡΙΖΑ που μεταλλάχθηκε σε μνημονιακό κόμμα. 
Τα κόμματα αυτά αρνήθηκαν να συγκρουστούν με την ΕΕ, δηλαδή με το μακρύ χέρι του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, και στο όνομα της παραμονής στην ΕΕ αναλαμβάνουν την εφαρμογή αντιλαϊκών πολιτικών. Αυτή είναι συνταγή ήττας και αποτυχίας.  
Διότι όταν η Αριστερά γίνεται μέρος του κατεστημένου τότε ο κάθε ακροδεξιός έχει τη δυνατότητα να το παίξει αντισυστημική αντιπολίτευση στο σάπιο ευρωπαϊκό κατεστημένο και έτσι κερδίσει λαϊκή υποστήριξη. 
Για αυτό ο αγώνας ενάντια στην ακροδεξιά πρέπει να συνδυάζεται με τον αγώνα για τη δημιουργία νέων πολιτικών φορέων των εργαζομένων και της νεολαίας. 
Φορέων που σε αντίθεση με το ΣΥΡΙΖΑ, τους Ποδέμος, κτλ θα είναι οπλισμένοι με ένα ριζοσπαστικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα και θα εξηγούνε ότι η πραγματική απάντηση στην ΕΕ δεν είναι ο εθνικισμός του Σαλβίνι αλλά η εθελοντική σοσιαλιστική ομοσπονδία της Ευρώπης. Διεθνισμός, εσωτερική δημοκρατία, μαχητική συμμετοχή στα κινήματα, εμπιστοσύνη στην εργατική τάξη και πάνω από όλα σοσιαλιστικό πρόγραμμα είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της Αριστεράς που μπορεί να απαντήσει στους ακροδεξιούς και τους φασίστες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου