15.4.19

12 Απριλίου 1861 ξεκινάει ο Αμερικάνικος Εμφύλιος Πόλεμος που καθόρισε την ιστορία των ΗΠΑ (Α’ μέρος)

Σαν σήμερα, στις 12 Απρίλη του 1861, ξεκίνησε ο αμερικάνικος εμφύλιος πόλεμος, ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα που καθόρισαν την ιστορία των ΗΠΑ. Με αφορμή αυτή την επέτειο δημοσιεύουμε το πρώτο μέρος του σχετικού άρθρου του συντρόφου Τζέιμς Μακ Κέιμπ, από το site της «Σοσιαλιστικής Εναλλακτικής», αδελφής οργάνωσης του «Ξ» στις ΗΠΑ. Τις επόμενες μέρες, θα δημοσιευτούν σε συνέχειες και τα επόμενα μέρη του άρθρου. 


Ο Αμερικάνικος Εμφύλιος Πόλεμος ήταν η πιο σημαντική επανάσταση του 19ου αιώνα και η τελευταία μεγάλη αστική επανάσταση – η ιστορική του σημασία είναι τόσο σπουδαία, που είναι δύσκολο να υπερτιμηθεί. Η μελέτη της περιόδου εκείνης μπορεί να προσφέρει μεγάλο πλούτο πληροφοριών και πολύτιμα διδάγματα για όσους θέλουν να κατανοήσουν την ιστορία του ρατσισμού και του καπιταλισμού.
Η ρατσιστική ιδεολογία αναπτύχθηκε με σκοπό να δικαιολογήσει το διατλαντικό δουλεμπόριο, το οποίο έδωσε ώθηση στη βιομηχανική επανάσταση και την άνοδο του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Όπως περιέγραψε ο Γουόλτερ Ρόντνει:
«Η αλήθεια είναι ότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να σκλαβώσει έναν άλλο για αιώνες χωρίς να εφεύρει μια έννοια ανωτερότητας, και όταν το χρώμα και άλλα φυσικά χαρακτηριστικά αυτών των ανθρώπων (σημ: των σκλάβων) είναι διαφορετικά, αυτή η προκατάληψη δεν μπορεί παρά να πάρει μια ρατσιστική μορφή».

Η άνοδος και η πτώση του Βασιλείου του Βαμβακιού

«Η διαμάχη μεταξύ των υπέρμαχων και των αντίπαλων της δουλείας, είναι μια μάχη ζωής και θανάτου… Ο Νότος δε  μπορεί να υπάρξει χωρίς Αφρικάνικη δουλεία…» Επίτροπος απόσχισης της Νότιας Καρολίνας, 1861
Στα τέλη του 18ου αιώνα η δουλεία δεν έπαιζε πια δεσπόζοντα ρόλο στην αμερικάνικη οικονομία. Πολλοί αντίπαλοί της στις γραμμές των ανώτερων τάξεων πίστευαν πως από τη στιγμή που το Κογκρέσο απαγόρευσε την εισαγωγή σκλάβων το 1808, η δουλεία θα πέθαινε με έναν φυσικό τρόπο στο Νότο όπως είχε συμβεί στο Βορρά. Όταν η δουλεία έγινε οικονομικά αναξιόπιστη για τους γαιοκτήμονες της Βιρτζίνια περίπου στα 1790, αυτοί είχαν την τάση να απελευθερώνουν τους σκλάβους.
Οι φυτείες βαμβακιού στο Νότο ξεκίνησαν να αναπτύσσονται και να αποκτούν αξιόλογο μέγεθος μόνο μετά την ανακάλυψη των τζινς. Αυτή η εξέλιξη πολλαπλασίασε την παραγωγική ικανότητα των φυτειών κατά 100 φορές και έδωσε στη δουλεία μια παράταση ζωής. Έτσι, η οικονομική επανάσταση στον αγροτικό τομέα του Νότου ήταν παράγωγο της βιομηχανικής επανάστασης στη Βρετανία. Μαζί με τα νέα ατμοκίνητα μηχανήματα και εφευρέσεις όπως ο αργαλειός, η βρετανική βιομηχανία κλωστοϋφαντουργίας γνώρισε τεράστια ανάπτυξη.
Οι Βρετανοί καπιταλιστές περηφανεύονταν για την κατάργηση της δουλείας από το 1833. Παρόλα αυτά, είχαν σημαντικά κέρδη από την αμερικανική δουλεία, καθώς από το 1860, τα 4/5 των αγγλικών εισαγωγών ακατέργαστου βαμβακιού προέρχονταν από τον αμερικάνικο Νότο. Μέχρι το 1850, τα 3/4 του βαμβακιού που κυκλοφορούσε παγκοσμίως στο εμπόριο παραγόταν στο αμερικάνικο Νότο, γεγονός που επέτρεψε σε πολλούς ιδιοκτήτες σκλάβων να γίνουν εξαιρετικά πλούσιοι. Μέχρι και το 1860, το βαμβάκι που παραγόταν στο Νότο αποτελούσε το 57% του συνόλου το αμερικάνικων εξαγωγών.
Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα αυτή η «αριστοκρατία του βαμβακιού»  κυριάρχησε στην Ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ, το Ανώτατο Δικαστήριο και τις ένοπλες δυνάμεις. Υπαγόρευσε τις περισσότερες σημαντικές πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονταν στην Ουάσιγκτον πριν τον Εμφύλιο Πόλεμο. Κατά τη διάρκεια των 49 από τα 72 χρόνια  που μεσολάβησαν ανάμεσα στο 1789 και το 1861, οι Πρόεδροι των ΗΠΑ ήταν Νότιοι ιδιοκτήτες σκλάβων.
Η επιρροή και το κοινωνικό τους κύρος αυξήθηκαν καθώς τα μέλη των πλούσιων οικογενειών του Νότου και του Βορρά σύναπταν γάμους μεταξύ τους. Οι δεσμοί μεταξύ των ελίτ του Βορρά και του Νότου συσφίχθηκαν και μέσω της συμμαχίας της Βόρειας και της Νότιας πτέρυγας του Δημοκρατικού Κόμματος.
Η παραγωγή βαμβακιού χρειαζόταν εργατικά χέρια σε όλη τη διάρκεια του έτους, έτσι η δουλεία ήταν παράγοντας-κλειδί, καθώς οι σκλάβοι ήταν αδύνατο να κατέβουν σε απεργία ή να λείψουν από τα χωράφια, και έτσι δεν δημιουργούσαν πρόβλημα στη συνεχή παραγωγή. Παρότι η αγορά του βαμβακιού άνθισε στη δεκαετία του 1850, το ποσοστό κέρδους μειώθηκε, καθώς οι ιδιοκτήτες σκλάβων επένδυαν όλο και περισσότερο τα κέρδη τους στη γη και σε περισσότερους σκλάβους. Στην προσπάθεια τους να πετύχουν ακόμα περισσότερα κέρδη, οι ιδιοκτήτες σκλάβων εξάντλησαν ραγδαία τα εδάφη που κατείχαν, γεγονός που τους οδήγησε να μετακινηθούν σε περιοχές που μέχρι τότε καλλιεργούνταν από μικρομεσαίους αγρότες, κατά τη διάρκεια αυτού που ονομάστηκε «νοτιοδυτική επέκταση» στις αρχές του 19ου αιώνα. Με τον πόλεμο ενάντια στους ιθαγενείς Αμερικάνους (σημ: Ινδιάνους) την εξαγορά της Λουιζιάνας και της Φλόριντα και την προσάρτηση του Τέξας, οι ΗΠΑ τριπλασίασαν το μέγεθος τους μεταξύ του 1803 και του 1845. Σε κάθε Πολιτεία που εντάχθηκε στις ΗΠΑ εκείνο το διάστημα, επικρατούσε αυτόματα η δουλεία.
Ο αυξανόμενος ανταγωνισμός προκάλεσε μεγαλύτερες επενδύσεις σε σκλάβους και γη. Σε αντίθεση με τους άλλους καπιταλιστές, οι ιδιοκτήτες δούλων δεν μπορούσαν να επεκτείνουν την εργάσιμη μέρα. Οι δούλοι δε μπορούσαν να δουλέψουν πέρα από ένα ορισμένο σημείο χωρίς να αναπτυχθεί από την πλευρά τους παθητική μεν, σε μεγάλο βαθμό αποτελεσματική όμως αντίσταση. Απαιτούνταν αυστηρές μέθοδοι επιτήρησης και οι πιο βάρβαρες μορφές τιμωρίας και βασανιστηρίων για να εξασφαλιστεί η ολοκλήρωση των εργοδοτικών στόχων για τους σκλάβους.
Μια στις τέσσερις οικογένειες λευκών στο Νότο του 1860 είχε στην κατοχή της σκλάβους. Μόλις 3% κατείχε περισσότερους από 20 σκλάβους ενώ λιγότερο από 1% εξ αυτών κατείχαν περισσότερους από 100 σκλάβους. Η μεγαλύτερη μερίδα των οικογενειών αυτών είχε στην ιδιοκτησία της από 1 ως 4 σκλάβους. Οι περισσότεροι λευκοί ήταν φτωχοί αγρότες που μόλις επιβίωναν, αλλά πολλές οικογένειες λευκών που δεν κατείχαν σκλάβους, τους νοίκιαζαν περιστασιακά για εποχιακές εργασίες και είχαν τη φιλοδοξία να αποκτήσουν τους δικούς τους σκλάβους μια μέρα.
Επιπλέον, αναπτυσσόταν μια διαδικασία συγκεντροποίησης, κατά την οποία ο πλούτος των παραγωγών βαμβακιού συγκεντρωνόταν σε όλο και λιγότερους ιδιοκτήτες σκλάβων, κυρίως προερχόμενων από το «βαθύ» Νότο. Το 1860, η πιο πλούσια περιφέρεια των ΗΠΑ ήταν η περιφέρεια Άνταμς στο Μισσισίπη. 
Η απαγόρευση της εισαγωγής σκλάβων από την Αφρική έδωσε ώθηση στην πρακτική της αναπαραγωγής σκλάβων για την αγορά και έσπρωξε την τιμή τους προς τα επάνω. Σε όλη την μέχρι τότε ανθρώπινη ιστορία, η αναπαραγωγή ανθρωπίνων όντων προς πώληση ήταν εξαιρετικά σπάνια ή εντελώς άγνωστη. Οι Πολιτείες στις οποίες κυριαρχούσε η δουλεία στον άνω Νότο, οι οποίες δε μπορούσαν να ανταγωνιστούν την πλούσια γη και τους ισχυρούς ιδιοκτήτες σκλάβων του «βαθέος» Νότου στο επίπεδο της παραγωγής βαμβακιού, ειδικεύτηκαν στην αναπαραγωγή σκλάβων. Η πλήρης μετατροπή των σκλάβων σε αντικείμενα και οι απάνθρωπες μέθοδοι χωρισμού οικογενειών και χωριστής πώλησης παντρεμένων ζευγαριών, έκανε αυτή την εξέλιξη ένα ιδιαίτερα βάρβαρο κεφάλαιο στην ανθρώπινη Ιστορία. Έτσι κρίθηκε αναγκαία η διαμόρφωση μιας ακόμη πιο ακραίας ρατσιστικής εκστρατείας από την ελίτ του Νότου. 
Η προσφορά συνέχισε να υπολείπεται της ζήτησης. Έτσι, ένας σκλάβος ικανός να δουλέψει στα χωράφια και ο οποίος κόστιζε 150 δολάρια το 1808, έφτασε τις παραμονές του Εμφυλίου Πολέμου να κοστίζει μεταξύ 2 και 3 χιλιάδων δολαρίων. Το 1860 η συνολική αξία των 4 εκατομμυρίων σκλάβων που ζούσαν στις ΗΠΑ (3 δις δολάρια) ξεπέρασε το ποσό των κεφαλαίων που επενδύθηκαν στις υποδομές και τους σιδηροδρόμους στο σύνολο της έκτασης των ΗΠΑ. 
Το υψηλό επίπεδο επενδύσεων που απαιτούνταν ανάγκασε τους δουλοκτήτες να ψάχνουν απεγνωσμένα τρόπους να επεκτείνουν το σύστημα της σε νέες περιοχές. Λόγω της κρίσης του συστήματος τους, πολλοί επιχειρηματίες-ιδιοκτήτες σκλάβων άρχισαν να κοιτάζουν πιο μακριά από τα δυτικά εδάφη. Το Μανιφέστο του Όστεντ του 1854, υπογεγραμμένο από τον Τζέιμς Μπιουκάναν που 2 χρόνια αργότερα έγινε Πρόεδρος των ΗΠΑ, διακήρυξε ανοιχτά την επιθυμία της ελίτ του Νότου να πάρει την Κούβα από τα χέρια της Ισπανίας. Ο Τζέιμς Μακ Φέρσον, στο βιβλίο του «Αυτό το τρομερό μαστίγιο» σημείωνε πως 
«το 1856 ο προερχόμενος από το Τένεσι, Ουίλιαμ Γουόκερ ανακήρυξε τον εαυτό του Πρόεδρο της Νικαράγουας και εξέδωσε ένα διάταγμα επανεγκαθίδρυσης της δουλείας που σε μια προηγούμενη φάση είχε καταργηθεί».
Οι προσπάθειες για την ανάπτυξη της κλωστοϋφαντουργίας στο Νότο απέτυχαν, επειδή η δουλεία δε μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση για τη βιομηχανική παραγωγή και επίσης αποθάρρυνε τη μετανάστευση. Οι λευκοί μετανάστες εργάτες αισθάνονταν όχι μόνο το κοινωνικό στίγμα που συνδεόταν με τα επαγγέλματα τους στο Νότο, αλλά και την απουσία πολιτικής ισότητας και κοινωνικής ελευθερίας. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης οι απόπειρες να εισαχθούν ειδικευμένες εργάτριες από την περιοχή της Νέας Αγγλίας απέτυχαν, ακόμη και όταν τους προσφέρθηκαν υψηλότεροι μισθοί. Επιπλέον, η πλημμυρίδα βαμβακερών προϊόντων από άλλες περιοχές συνέβαλε στην αποτυχία δημιουργίας ανταγωνιστικής κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας στο Νότο.
Η φύση του συστήματος της δουλείας εμπόδισε την εκβιομηχάνιση και την ανάπτυξη των υποδομών στο Νότο, σε σύγκριση με τον εκσυγχρονισμό που έλαβε χώρα στο Βορρά. Μέχρι το 1860 για παράδειγμα, ο Βορράς διέθετε 3 φορές περισσότερους σιδηροδρόμους από ότι ο Νότος.

Παθητική και ενεργητική αντίσταση

Η επιβράδυνση της εργασίας δεν ήταν η μόνη μέθοδος αντίστασης που χρησιμοποιούσαν οι σκλάβοι. Έσπαγαν επίσης συχνά τα εργαλεία της δουλειάς τους ή κακοποιούσαν τα ζώα στις φυτείες. Υπήρξαν αναρίθμητες εξεγέρσεις δούλων, που συχνά καθοδηγούνταν από ιερείς. Ομάδες εξεγερμένων πήγαιναν από φάρμα σε φάρμα απελευθερώνοντας δούλους και σκοτώνοντας λευκούς κατοίκους. Ένας τέτοιος σκλάβος και ιερέας ήταν και ο Νατ Τέρνερ, που καθοδήγησε μια εξέγερση στη Βιρτζίνια το 1831. Ως απάντηση σε αυτό το περιστατικό, η Πολιτεία της Βιρτζίνια εγκαθίδρυσε ακόμη πιο άγριους κατασταλτικούς νόμους, απαγορεύοντας στους δούλους το κήρυγμα και την εκμάθηση γραφής και ανάγνωσης. 
Αν ο σκηνοθέτης Κουέντιν Ταραντίνο είχε ρίξει μια σύντομη ματιά στην πραγματικότητα, δε θα είχε βάλει το χαρακτήρα του ιδιοκτήτη σκλάβων που ενσάρκωσε στην ταινία «Τζάνγκο» ο Λεονάρντο ντι Κάπριο να ρωτάει «Γιατί δεν ξεσηκώνονται και να σκοτώσουν τους λευκούς;». Η κοινωνία που περιγράφουμε ήταν μια από τις πιο καταπιεστικές στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ένας σημαντικός παράγοντας για την εισαγωγή του «δικαιώματος στην οπλοφορία» στο δεύτερο άρθρο του ιδρυτικού Συντάγματος των ΗΠΑ ήταν η νομιμοποίηση των ένοπλων σωμάτων ελέγχου των σκλάβων που υπήρχαν στις Πολιτείες του Νότου. Οι περισσότεροι λευκοί άνδρες ανάμεσα στις ηλικίες 18-45 ήταν υποχρεωμένοι να θητεύσουν σε αυτές κάποια στιγμή της ζωής τους.

Εκπαίδευση, κινητοποίηση, οργάνωση

Παρότι έγινε εξαιρετικά δύσκολο για τους σκλάβους να εξεγερθούν, πολλοί από αυτούς προχωρούσαν σε επικίνδυνες απόπειρες απόδρασης. Σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, υπήρχε ένα δίκτυο μυστικών διαδρομών και ασφαλών καταφυγίων, που έμεινε γνωστό ως «Υπόγειος Σιδηρόδρομος». Ο πιο γνωστός «πράκτορας» αυτού του δικτύου ήταν μια μικροσκοπική, αγράμματη γυναίκα που λεγόταν Αριέτ Τούμπμαν. Η Τούμπμαν έζησε μια θυελλώδη ζωή. Γεννήθηκε ως σκλάβα στο Μέριλαντ και στάλθηκε να δουλέψει στα χωράφια όταν ήταν 12 ετών. Ένα χρόνο μετά, κατά τη διάρκεια μιας προσπάθειας απόδρασης ενός σκλάβου από το χωράφι που δούλευε, ένας λευκός προσπάθησε να τον σταματήσει πετώντας του ένα βαρύ σιδερένιο αντικείμενο, που όμως πέτυχε την Αριέτ στο κεφάλι. Αυτός ο βαρύς τραυματισμός άφησε για πάντα το σημάδι του πάνω της, με αποτέλεσμα να χάνει περιοδικά τις αισθήσεις της και να φαίνεται σαν κοιμισμένη για 1-2 λεπτά κάθε τόσο. Παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, πραγματοποίησε 20 ταξίδια στις περιοχές του Μέριλαντ και του Ντέλαγουερ, οδηγώντας σύμφωνα με τις εκτιμήσεις περίπου 80 σκλάβους προς τον Βορρά ή τον Καναδά, χωρίς ποτέ να συλληφθεί. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, ηγήθηκε μιας επιδρομής 300 μαύρων στρατιωτών μέχρι τον ποταμό Κομπάχι στη Νότια Καρολίνα, όπου και απελευθέρωσαν 750 σκλάβους. Μετά τον πόλεμο δραστηριοποιήθηκε στους αγώνες για τα δικαιώματα των γυναικών και πέθανε το 1913 σε ηλικία 93 ετών.

Πηγή:http://net.xekinima.org/san-simera-to-1861-xekinaei-o-amerikanikos-emfulios-polemos/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου