25.1.19

Τα πορτοκάλια της ελευθερίας



Πήραμε και δημοσιεύουμε ένα γράμμα από την αναγνώστριά μας Έλενα Σμολοκτού. Μετά από την αρχική εισαγωγή μας παραθέτει ένα παραμύθι μιας και είναι ένα από τα βασικά αντικείμενα ενασχόλησής της.


Φίλοι μου ,

Πριν λίγες μέρες έζησα ένα ακόμα παράλογο από αυτά που ζούμε στην Ελλάδα εδώ και χρόνια στην καθημερινότητα μας. Ήμουν στο μετρό , το χρησιμοποιώ καθημερινά για να πάω στην δουλειά μου όπως και χιλιάδες άνθρωποι στην Αθήνα, άκουσα την γνωστή φωνή των ανακοινώσεων :

΄΄Για την ασφάλεια των πολιτών και καθ’ υπόδειξη της αστυνομίας το μετρό δεν θα διέρχεται από τη στάση Σύνταγμα ΄΄

Για την ασφάλεια μου λοιπόν …..

Που να μείνω και τι να πρωτοσχολιάσω το… για την ασφάλεια μου ή το… καθ’ υπόδειξη της αστυνομίας;

Μα που ζω τέλος πάντων, σ' ένα κράτος όπου η εξουσία χρόνια τώρα νοιάζεται τόσο πολύ για μένα!

Κάθε φορά που έρχεται κάποιος από την τρόικα για να ελέγξει, να ζητήσει, να υποτάξει λίγο ακόμα την αξιοπρέπεια μας ,η εξουσία φροντίζει να μην μπορέσουμε να έχουμε πρόσβαση στη βουλή μη και επαναστατήσουμε μη και σηκώσουμε κεφάλι .Φοβάται μη βγούμε στους δρόμους. Νοιάζεται η εξουσία για την ασφάλεια των πολιτών !Δεν ξεχνάω τις εντολές που δίνει στην αστυνομία για ξυλοδαρμούς και χημικά σε κάθε προσπάθεια αντίδρασης μας. Όχι όχι μόνο για τους νέους που βράζει το αίμα τους, και θα βγουν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν αλλά ακόμα και για τους συνταξιούχους, για τον καθένα μας δηλαδή που σηκώνει κεφάλι. Καθ΄ υπόδειξη της αστυνομίας λοιπόν … αυτοί οι τραγικά καλοί άνθρωποι, με τις στολές και τις μάσκες κάθε φορά που θα πούμε όχι στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο κάθε φορά που δεν θα υπηρετήσουμε τα συμφέροντα του νεοφιλελευθερισμού θα νοιαστούν για τον καθένα μας ξεχωριστά. Κράτος και αστυνομία έχουν βαλθεί να μας φροντίζουν νύχτα μέρα .

Γιατί όμως εγώ δεν είμαι ήρεμη και χαρούμενη; Γιατί η καρδιά μου χτυπά δυνατά και το αίμα τρέχει σαν τρελό στις φλέβες μου γιατί θυμώνω; Θυμώνω γιατί οι άνθρωποι ανέχονται ακόμη όλη αυτή τη κατάσταση .Προσπαθώντας να επιβιώσουν δεν μπορούν ακόμα να ξεσηκωθούν και να επαναστατήσουν μα ξέρω πως μέσα τους υπάρχει ένα θεριό ένα θεριό σαν αυτό των παραμυθιών που έχει μισάνοιχτα τα ματιά του δεν κοιμάται αλλά περιμένει ,περιμένει εκείνη την κατάλληλη στιγμή .

Εκείνη τη μέρα για την …ασφάλεια μου κατέβηκα σε άλλη στάση και πήρα λεωφορείο για να πάω σπίτι μου άργησα περίπου μια ώρα ,έχασα και το μάθημα που είχα …εδώ που τα λεμε δεν ήταν και η πρώτη φορά που η εξουσία μεριμνούσε τόσο αποτελεσματικά για την ασφάλεια μου .

Κουρασμένη και εκνευρισμένη ανέβηκα στην ταράτσα του σπιτιού μου και κάθισα διπλά στη λεμονιά μου , μη με ρωτήσετε τι ήθελα να κάνω εκείνη τη στιγμή …

Ως γνήσια παραμυθού κατέφυγα στα παραμυθια ξέροντας ότι θα με παρηγορήσουν και θα γιατρέψουν την ψυχή μου. Θυμήθηκα τότε ένα παραμύθι που μου έλεγε ο πάππους μου .

Τα πορτοκάλια της ελευθέριας .

Αρχή του παραμυθιού ανοίξτε τα ματιά της ψυχής σας φίλοι μου.

Μια φορά κι έναν παλιό παλιό καιρό ,σε ένα όμορφο χωριό ήρθε μεγάλο κακό και καταστροφή. Ένας βασιλιάς με τον στρατό του πήρε με τη βία τη γη των ανθρώπων και έγινε αφέντης τους . Οι χωρικοί γίνανε σκλάβοι στα χωράφια τους να δουλεύουν μέρα νύχτα και αυτός να τους δίνει ένα ξεροκόμματο .Ένας από αυτούς τους χωρικούς ήταν και ο Λάμπρος είχε πέντε παιδιά που κοντεύαν να πεθάνουν από την ασιτία .Η γυναικά του μάζευε χόρτα άγρια και ότι καρπούς έβρισκε στο βουνό αλλά πως να χορτάσουν τόσα στόματα.

Όλο το χωριό πείναγε και άρχισαν οι άνθρωποι να πεθαίνουν από τις κακουχίες .Τότε ο βασιλιάς φοβήθηκε ότι δεν θα έχει ανθρώπους να καλλιεργούν τα χωράφια του και αποφάσισε να δίνει σε όλους λίγο ψωμί. Πήγαινε λοιπόν και ο Λάμπρος και έπαιρνε το ψωμί για αυτόν και την οικογένεια του .

Είχαν ένα μικρό υπόγειο στο σπίτι τους όπου κατάφερναν και έκρυβαν ότι μπορούσαν λίγο κρασάκι από το αμπέλι τους και κανένα φρούτο. Η γυναικά του όμως πάντα έδινε από το φαγητό της στα παιδιά γιατί τα πόναγε τα βλαστάρια της έτσι αδύνατα που ήταν . Ο Λάμπρος την μάλωνε ‘’τρώγε ‘’της έλεγε ‘’μη μου πάθεις τίποτα και μείνω μόνος μου με τόσες ψυχές και τι θα αποκάνω’’ ! Αλλά αυτή όλο και έδινε κρυφά στα παιδιά της από το δικό της φαΐ !

Μια μέρα που αυτός έλειπε χτύπησε η πόρτα τους ήταν μια γριά έμοιαζε ετοιμοθάνατη από την αφαγιά και γύρεψε κάτι να φάει .Η γυναικα ήταν πονόψυχη και της έδωσε το μερίδιο της από το ψωμί και ένα φρούτο , στυλώθηκε αυτή και κατάφερε να περπατήσει.

Κατά το μεσημέρι ήρθε ο Λάμπρος καθίσανε να φάνε αλλά η γυναικά δεν έτρωγε ’’ ε …πείνασα και έφαγα νωρίτερα ‘’ λέει στον άντρα της .Ο Λάμπρος θύμωσε και άρχισε να φωνάζει πως έκανε τέτοιο πράγμα η γυναίκα του .Τότε το μικρότερο παιδί που είδε τη μανά του να κλαίει είπε την αλήθεια πως η μάνα έδωσε ψωμί σε μια γριά ζητιάνα που πεινούσε .Τότε ο Λάμπρος θύμωσε ακόμα πιο πολύ και πήγε να την χτυπήσει αλλά θυμήθηκε που του έλεγε η μάνα του΄΄ μη χτυπήσεις ποτέ τη γυναικά σου γιατί θα σου ξεραθεί το χέρι΄΄ και έτσι κρατήθηκε. Μετά από αυτά η γυναικά στεναχωρημένη πήγε στο υπόγειο ήπιε κρασί και μέθυσε συλλογιζόταν τον άντρα της που πήγε να σηκώσει χέρι απάνω της και έκλεγε απαρηγόρητα και στο τέλος αφού ήπιε και ήπιε βγήκε έξω .

Αχ!!!και τότε άρχισε το πανηγύρι !Άρχισε να φωνάζει η γυναικά με όλη της τη δύναμη

΄΄Ανάθεμα σε βασιλιά και μυριανάθεμα σε.

Μας πήρες τα χωράφια μας κι όλα τα ζωντανά μας .

Πεινάνε τα παιδάκια μας, κι φίλοι μας πεθαίνουν .

Οπού βρεθείς κι όπου σταθείς μόνο κακό να πάθεις .

Να αρρωστήσεις και βαριά πόνος κακός να σε έβρει .

Έτρεξαν οι συχωριανοί της να της κλείσουν το στόμα αλλά ήταν αργά οι άνθρωποι του βασιλιά την είχαν ακούσει και έτρεξαν να την συλλάβουν .Τότε λέει ο άντρας της εγώ φταίω εμένα να πάρετε .Και τον πήραν τον καημένο το Λαμπρό τον έβαλαν φυλακή .Έμεινε η γυναικά με τα παιδιά της αγκαλιά να στενάζει απαρηγόρητα .Εκεί στη φυλακή έμαθε ο Λάμπρος την καταδίκη του θάνατος .Την Κυριακή στην πλατεία θα ήταν ο απαγχονισμός του. Τα νέα μαθεύτηκαν στο χωριό και σαν ήρθε η Κυριακή πήρε τα παιδιά της η γυναικά και πήγαν στην πλατεία .Κάποια στιγμή έρχεται κοντά της η γριά που της είχε δώσει η γυναικά το ψωμί και το φρούτο και ήταν η αρχή της συμφοράς τους .΄΄ Έχω ανθρώπους στο παλάτι΄΄ της λέει και΄΄ να πεις στον άντρα σου να κάνει το, και το ,να φάει μόνο μετά τον βασιλιά ποτέ πριν από αυτόν΄΄. Σε λίγο φάνηκε ο Λάμπρος δεμένος από τη μια και ο βασιλιάς με την κουστωδία του από την άλλη. Άρχισαν τα τύμπανα να κτυπούν όλα ήταν έτοιμα. Τότε μίλησε ο βασιλιάς και λέει ΄΄ο μελλοθάνατος έχει μια τελευταία χάρη΄΄ .΄΄Τι χάρη να έχω΄΄ λέει ο Λάμπρος’’ να σφίξω στην αγκαλιά μου την γυναίκα μου και τα παιδιά μου μόνο αυτό ΄΄.Όταν η γυναικά του τον αγκάλιασε του μετέφερε αυτολεξεί ότι του είπε η γριά .Ο βασιλιάς για να φανεί καλός και συμπονετικός γυρίζει τότε στον κόσμο και λέει ΄΄ ΄΄Έχω εδώ δυο πορτοκάλια το ένα είναι κόκκινο από μέσα και το άλλο δεν είναι ,διάλεξε Λάμπρο και αν πετύχεις το κόκκινο θα σε κρεμάσω αν πετύχεις το άλλο θα γλυτώσεις.΄΄Τότε ο Λάμπρος διάλεξε αλλά θυμήθηκε τα λογία της γυναίκας του και λέει ΄΄Ποτέ μετά από εσένα που είσαι και βασιλιάς πρώτα εσύ βασιλιά μου ! Ο κόσμος άρχισε να φωνάζει και ο βασιλιάς δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά αναγκάστηκε να κόψει το πορτοκάλι .Σαν το έκοψε όλοι είδαν ότι ήταν κόκκινο …και χαρούμενοι αρχίσαν να ζητωκραυγάζουν που ο Λάμπρος γλύτωσε την κρεμάλα .Ο Λάμπρος όμως είχε κάτι στο μυαλό του. ΄΄Α!!! φώναξε δυνατά τώρα βασιλιά μου θα κόψω κι εγώ το δικό μου πορτοκάλι! Ο βασιλιάς όμως δεν ήθελε.

΄΄μπα δεν χρειάζετε΄΄ λέει ενοχλημένος .Ο κόσμος περίμενε κόβει κ ο Λάμπρος το πορτοκάλι του και ήταν και αυτό κόκκινο. Και ο κόσμος κατάλαβε . Τότε έγινε κάτι ,που κανένας δεν το περίμενε και κανένας δε το φαντάζονταν !Οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι ο βασιλιάς όχι μόνο έκλεψε τα χωράφια τους με τη βία ,τους σκοτώνει χωρίς να κάνουν τίποτε κακό , αλλά και τους κοροϊδεύει κατάμουτρα .Την φτώχια την βάσταξαν, την πεινά ,ακόμα και τον θάνατο την κοροϊδία όμως δεν μπορέσαν να την αντέξουν .

Όλοι μαζί λοιπόν πήραν τα φτυάρια τους τις αξίνες τους τα ρόπαλά τους, ότι είχε ο καθένας, πήραν την ανδρεία της ψυχής τους σήκωσαν ψηλά τη θέληση τους ,κι έλαμψε ο τόπος εκείνος . Χίμηξαν στον βασιλιάς και στην κουστωδία του ,στον στρατό του και τους λιάνισαν όλους .Πήραν πίσω τη γη τους και τη ζωή τους . Γιατί η ψυχή του ανθρώπου φωτισμένη είναι. Και για μεγάλα πράγματα έχει φτιαχτεί να κάνει .

Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Παραμύθι της Έλενας Σμωλοκτού

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου