9.10.18

Ο μεγάλος και δύσκολος δρόμος της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης


Αν όλοι έχουμε συνηθίσει να γελάμε όταν ακούμε ποιο είναι κατά καιρούς το πιο «σύντομο ανέκδοτο», κάθε άλλο παρά γέλιο προκαλεί η χρήση αυτού του «αστείου» αν αναφερθεί κανείς στην ελληνικής κοπής ψυχιατρική μεταρρύθμιση. Πουθενά αλλού όμως φαίνεται ότι δεν ταιριάζει καλύτερα αυτή η παραδοξολογία.

Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση που ξεκίνησε το 1985 εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να αποτελεί ένα σχεδόν ανέφικτο ζητούμενο. Στο παρελθόν, είτε με αναλυτικές τοποθετήσεις ψυχιάτρων και ψυχοθεραπευτών είτε με αφορμή τραγικά περιστατικά είτε με την ψήφιση νόμων η «Εφ.Συν.» ασχολήθηκε με το θέμα τής πλέον ευάλωτης ομάδας πληθυσμού που δεν είναι άλλη από τους πάσχοντες από ψυχικά νοσήματα και ειδικά εκείνους που κλείνονται στις ψυχιατρικές μονάδες ακουσίως.
Η πρωτιά της Ελλάδας

Ας σημειωθεί εδώ ότι σε ποσοστό ακούσιων εγκλεισμών η Ελλάδα κατέχει το σκήπτρο. Μέσος όρος ακούσιων ασθενών 75-80%, συχνά 95%, όταν στην Ε.Ε. είναι 7-8%. Πάνω από 85% διαφορά!

Λίγο τα στερεότυπα και ο στιγματισμός, λίγο οι δυσκολίες της κάθε οικογένειας να αφομοιώσει την κοινωνική αποδοκιμασία αλλά και τις δυσκολίες συμβίωσης με ένα άτομο που δεν γνωρίζει τις περισσότερες φορές πώς να αντιμετωπίσει, αλλά πάνω και πέρα από όλα η στρεβλή πεποίθηση ότι ένα ψυχικό νόσημα ισοδυναμεί εξ αρχής με καθολικό καρκίνο σε τελικό στάδιο δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε αισιοδοξίας για την τύχη των ανθρώπων που ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία.

Οι εισαγγελείς δεν σταματούν να δίνουν συνεχώς εντολές για ακούσιο εγκλεισμό με αποτέλεσμα τα νοσοκομεία να αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τους ανθρώπους.

Κουβεντιάσαμε πολλή ώρα με τη δρα ψυχίατρο του ΕΣΥ και συντονίστρια διευθύντρια του ψυχιατρικού τομέα του Νοσοκομείου «Γ. Γεννηματάς» Μαρία Διαλλινά για τη εφαρμογή της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης αλλά και την τωρινή κατάσταση που επικρατεί στις κατά τόπους μονάδες.

«Δυστυχώς, όπως όλες οι μεταρρυθμίσεις, ειδικά η ψυχιατρική χρειάζεται πριν από όλα αλλαγή νοοτροπίας. Στην Ελλάδα αυτό δεν έγινε ποτέ. Το να κλείσουν μονάδες και να αδειάσουν τα κτίρια που σε τελική ανάλυση ήταν και είναι περιουσία των ασθενών ήταν το εύκολο και όπως αποδείχτηκε, εξαιρετικά επιβαρυντικό ειδικά για τους οικονομικά ασθενέστερους. Εκλεισαν, για παράδειγμα, επί Λοβέρδου το Νταού Πεντέλης, την ίδια στιγμή που οι έφηβοι δεν είχαν στη συνέχεια πού να νοσηλευτούν. Μια μικρή μονάδα στο Σισμανόγλειο και οι υπόλοιποι στους ξενώνες που από μονάδες βραχείας παραμονής μετατράπηκαν σε οικοτροφεία με νοσηλείες που φτάνουν συχνά τα δέκα χρόνια. Κι όμως τα ίδια τα κτίρια στο Νταού μπορούσαν να μετατραπούν σε έξοχους ξενώνες με λιγότερα χρήματα και με μικρότερες ανάγκες σε προσωπικό από εκείνο που απαιτείται στις διάσπαρτες και πολλές φορές ακατάλληλες δομές».

Σύμφωνα με την κ. Διαλλινά, καμία κυβέρνηση μέχρι τώρα δεν έχει δώσει λύση στον ξενώνα του νοσοκομείου «Αγγέλια» που φιλοξενεί περιστατικά με βαριές νευροαναπτυξιακές διαταραχές, έχει μεγάλο κόστος λειτουργίας (υψηλό ενοίκιο) και όχι επαρκές προσωπικό που απορροφάται δυστυχώς από το προσωπικό του νοσοκομείου αποδυναμώνοντας τα άλλα τμήματα.

Η ίδια συμπληρώνει ότι «τελευταία γίνονται σημαντικές προσπάθειες που εμποδίζονται όμως από αναχρονιστικές ιδεοληψίες. Εχει διαμορφωθεί ένα καθεστώς ανάμεσα σε «Αντουανέτες» με δυνατά σωματεία και κωπηλάτες γαλέρας που δεν έχουν συνδικαλιστική δύναμη. Αντί να κλείσουν τα άσυλα επιστρέφουν στα γενικά νοσοκομεία. Η ασυλοποίηση δεν σχετίζεται όμως με τα κτίρια αλλά με τη νοοτροπία μας».
Η δήθεν «αποασυλοποίηση»

Η Μ. Διαλλινά μάς εξήγησε ότι από τότε που ξεκίνησε η δήθεν «αποασυλοποίηση» και ιδιαίτερα μετά τον μεγάλο σεισμό του 1999 (οπότε και υπήρξαν καταστροφές στο Δαφνί) αλλά και στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης που οδήγησε στη συρρίκνωση κρίσιμων μονάδων και πάντα με πρόσχημα την αποασυλοποίηση, οι ψυχίατροι στα νοσοκομεία άρχισαν να βλέπουν ράντσα, ενώ συνωστίζονταν και εξακολουθούν να συνωστίζονται εκεί ασθενείς όλων των ηλικιών, των φύλων και όλα τα περιστατικά ανεξάρτητα της βαρύτητάς τους.

Σύμφωνα με τη συνομιλήτριά μας, έγιναν οι μονάδες μικρά και μεγάλα άσυλα, η ψυχοθεραπεία συνεχίζει να είναι σχεδόν πολυτέλεια, η φαρμακοθεραπεία παραμένει κύρια μέθοδος αντιμετώπισης των διαταραχών, οι ασθενείς συχνά δένονται πολύ περισσότερες ώρες από όσες προβλέπουν τα ειδικά πρωτόκολλα, ενώ πολλοί από αυτούς φεύγοντας τριγυρνούν στους δρόμους άστεγοι και ανήμποροι.

Προφανώς έχουν γίνει βήματα και μάλιστα σημαντικά και προφανώς επίσης υπάρχουν πολλές μικρές ή μεγάλες δομές που προσφέρουν πραγματικό έργο, σημειώνει η συνομιλήτριά μας.

«Δυστυχώς όμως όλες οι μονάδες ζητούν να νοσηλεύουν τα ελαφρύτερα περιστατικά και αποφεύγουν με κάθε τρόπο τις μακροχρόνιες νοσηλείες. Αποτέλεσμα, για όσους έχουν είτε μέσω επιδομάτων είτε και από μόνοι τους κάποια οικονομική ευχέρεια να πληρώσουν, για παράδειγμα, έναν φροντιστή ή να διασφαλίσουν ώρες ψυχοθεραπείας και την παραμονή του συγγενή τους σε μια μονάδα έχει καλώς. Οι υπόλοιποι και ειδικά οι βαριές και χρόνιες περιπτώσεις απλά ασυλοποιούνται στις μονάδες των νοσοκομείων, στα συρρικνωμένα ψυχιατρεία και στα διάφορα παραρτήματα».

Παράλληλα, όπως σημειώνει η Μ. Διαλλινά, ο εξαιρετικός νόμος για την περίθαλψη αντί του εγκλεισμού των ψυχικά ασθενών κρατουμένων που έχουν το ακαταλόγιστο τους οδήγησε στη νοσηλεία ανά ομάδες των πέντε ανθρώπων στα νοσοκομεία με επιπρόσθετες ανάγκες προσωπικού και κυρίως με την απόλυτη αδυναμία στοιχειώδους προαυλισμού τους.

Εδώ χρειάζεται άμεσα διάλογος για μια άλλη προσέγγιση με πιθανή ακόμα και τη διαμόρφωση των χώρων που έχουν τα δύο μεγάλα ψυχιατρεία ώστε να μπορούν να φιλοξενούν όχι μόνο τους κρατουμένους αλλά και τους άπορους χρόνιους ασθενείς που τώρα τριγυρνούν στους δρόμους χωρίς καμία φροντίδα.

Δύο αυτιστικοί, ένα «μπαλάκι»!

Το δράμα δύο παιδιών που στο πλαίσιο της «αποασυλοποίησης» έφυγαν από το Νταού Πεντέλης, μεταφέρθηκαν στον Ξενώνα Εφήβων με Αυτισμό «Αγγέλια», από εκεί στο ψυχιατρικό τμήμα του «Γ. Γεννηματάς» και κατέληξαν στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής σε ένα κτίριο εντελώς ακατάλληλο και επιβαρυντικό για τους δύο νέους




Τα αυτιστικά παιδιά έφυγαν από το Νταού Πεντέλης και μεταφέρθηκαν στον Ξενώνα Εφήβων με Αυτισμό «Αγγέλια» (παράρτημα του «Γεννηματάς») ως μόνιμα περιστατικά (ορισμένοι ενήλικες πλέον) στο πλαίσιο της «αποασυλοποίησης».

«Με δυο λόγια άλλαξαν απλώς κτίριο! Χρειάζεται υψηλή αυτογνωσία και όχι μόνον τα ιδεολογήματα του τύπου “αρκεί να δημιουργηθούν τμήματα στα γεν. νοσοκομεία ή ξενώνες, ώστε να μετατραπεί ως διά μαγείας η ψυχική διαταραχή σε μια κοινή διαταραχή”», παρατηρεί η Μ. Διαλλινά και εξιστορεί το απίθανο αυτό δράμα:

Δύο παιδιά μεταφέρθηκαν από την «Αγγέλια» στο ψυχιατρικό κτίριο του Νοσοκομείου «Γεννηματάς» που είναι επιφορτισμένο να δέχεται κυρίως περιστατικά βραχείας νοσηλείας παρά το σχέδιο για άμεση δημιουργία και τμήματος οξέων περιστατικών.

Η έλλειψη τμημάτων μέσης νοσηλείας είναι πολύ κρίσιμη, μια και πουθενά δεν προκύπτει ότι μια ψυχική νόσος μπορεί, για παράδειγμα, να υποχωρήσει μέσα σε 30 ημέρες. Αντίθετα η παραμονή χρόνιων ασθενών σε νοσοκομειακή μονάδα (βραχείας νοσηλείας) οδηγεί στην αναγκαστική καθήλωση των ασθενών, ενώ συχνά το νοσοκομείο αναγκάζεται να τους κρατάει σε ράντζα.

Οι δύο αυτιστικοί νέοι έφτασαν στο «Γεννηματάς» σε κατάσταση μεγάλης υπερδιέγερσης ο πρώτος στις στις 24/1/2016 και ο δεύτερος στις 19/9/2017. Η κατάστασή τους παρουσίασε σημαντική πρόοδο, παρά το γεγονός ότι σε κάθε βάρδια υπάρχουν 2-3 νοσηλευτές για όλους τους ασθενείς, ενώ το συγκεκριμένο νοσοκομειακό τμήμα έχει 5-7 εφημερίες τον μήνα και μεγάλο αριθμό οξέων περιστατικών.

Σημειώνεται εδώ ότι δεν υπάρχει πλαίσιο για αυτισμό και μάλιστα βαριάς συμπτωματολογίας, διότι αν φυσικά υπήρχε οι ασθενείς θα είχαν μεταφερθεί εκεί.

Στις 5/7/2018 δόθηκε εντολή από τον γ.γ. Υγείας και τον εισαγγελέα για διακομιδή των ασθενών στο ΨΝΑ. Ωστόσο και προκειμένου να μην επιβαρυνθεί το ΨΝΑ με εισαγωγές εν μέσω καλοκαιρινών αδειών και να γίνει ομαλή μετάβαση και προετοιμασία τόσο των ασθενών όσο και του τμήματος και ύστερα από συνεχείς τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον διευθυντή Ιατρικής Υπηρεσίας του ΨΝΑ, ορίστηκε ότι οι ασθενείς θα εισαχθούν σε δίκλινο δωμάτιο, στο 7ο Τμήμα του ΨΝΑ, όπου νοσηλεύεται χρονίως μικρός αριθμός ασθενών με παρόμοιες νευροαναπτυξιακές διαταραχές.

Τα παραπάνω σημειώνει και σε επιστολή της (3/10/2018) η Μ. Διαλλινά προς το ΨΝΑ και τον εκεί Σύλλογο Εργαζομένων, με κοινοποίηση και προς όλους τους αρμοδίους.

Εχει προηγηθεί άλλη επιστολή (19/9/2018) με την οποία ενημερώνει η ίδια με έκθεση για όλες τις φροντίδες που δέχτηκαν οι δύο νέοι στο Νοσ. «Γεννηματάς», τους πλήρεις ιατρικούς φακέλους τους, τη φαρμακευτική αγωγή αλλά και βίντεο με τη σημαντική πρόοδό τους. Συμπληρώνει δε ότι και επί δύο μήνες, μέχρι τη διακομιδή τους, σχεδιάστηκε και πραγματοποιήθηκε πρόγραμμα προσαρμογής για τη συγκατοίκηση και την ενίσχυση της αλληλεπίδρασης των ασθενών.

Παρ’ όλα αυτά οι δύο νέοι εισήχθησαν -κατά παράβαση των ανωτέρω εντολών- σε άλλο τμήμα και συγκεκριμένα στο «προκάτ» κτίριο 2, αντίθετα σε κάθε θεραπευτικό, ιατρικό και ανθρωπιστικό κριτήριο, χωρίς να ληφθεί υπόψη το ιατρικό και φαρμακευτικό ιστορικό τους και με ραγδαία αλλαγή της φαρμακευτικής αγωγής και του τρόπου καθημερινής φροντίδας και κινητοποίησής τους.

Το κτίριο 2 κρίνεται από την ίδια ως εντελώς ακατάλληλο και επιβαρυντικό για τους δύο νέους, δεδομένου ότι εκεί «νοσηλεύονται πάνω από 30 άτομα, τα περισσότερα ηλικιωμένα και κρατούμενοι του άρθρου 69, πολλοί από τους όποιους έχουν εκδηλώσει επιθετική και απειλητική στάση απέναντί τους».

Των επιστολών αυτών είχε προηγηθεί ανακοίνωση του Συλλόγου Εργαζομένων στο ΨΝΑ (5/9/2018) σύμφωνα με την οποία οι δύο ασθενείς έπρεπε να μεταφερθούν ξανά στην «Αγγέλια» κι όχι στο ΨΝΑ διότι ο αυτισμός δεν είναι ψυχιατρική νόσος και χρειάζεται ειδική φροντίδα. Και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι παραδέχονται στην επιστολή αυτή ότι η συγκεκριμένη μονάδα «δεν καθίσταται ασφαλής για τη νοσηλεία των δύο ασθενών, με αποτέλεσμα την επικινδυνότητα τόσο των ίδιων όσο και των υπόλοιπων ασθενών αλλά και του προσωπικού».

Κάνουν λόγο για αποδυναμωμένο προσωπικό και ελλείψεις καθιστώντας υπεύθυνο για ό,τι συμβεί αν δεν φύγουν από εκεί οι δύο ασθενείς το υπουργείο Υγείας!

Ωστόσο οι υπογράφοντες την ανακοίνωση δεν απαντούν στο γιατί οι δύο αυτοί νέοι δεν πήγαν στο ειδικό κτίριο 7, γιατί δεν ελήφθησαν υπόψη ο πλήρης ιατρικός φάκελος, οι οδηγίες και η φαρμακευτική αγωγή και τελικά κατέληξαν σε ακατάλληλο κτίριο, ενώ λανθασμένα αναφέρονται, σύμφωνα με την ψυχίατρο Μ. Διαλλινά, σε νοητική υστέρηση που δεν ισχύει για ασθενείς με αυτισμό.

Το να γίνονται δύο νέοι άνθρωποι με αυτισμό, που πάνω από όλα χρειάζονται αγάπη, φροντίδα και ήσυχο περιβάλλον για να μην αναστατώνονται, μπαλάκι ανάμεσα στα συμφέροντα συλλόγων ή διοικήσεων ιδρυμάτων ή οποιουδήποτε άλλου είναι σίγουρα η χειρότερη επιλογή που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε από την κούραση ούτε από τις διαπιστωμένες ελλείψεις ούτε από τίποτε άλλο.

Τα κακώς κείμενα που υπάρχουν δεν αντιμετωπίζονται με «όχημα» δύο ανθρώπους τόσο ευάλωτους. Κανείς δεν παραγνωρίζει τις ελλείψεις και την κούραση, αλλά δυστυχώς γίνεται φανερό ότι όλοι προσπαθούν να «ξεφορτωθούν» ανθρώπους και ειδικά χρόνιους ασθενείς.

Είναι όμως επίσης δεδομένο ότι τα νοσοκομεία δεν μπορούν να νοσηλεύουν για μεγάλο διάστημα ασθενείς όταν έχουν σε κάθε εφημερία ανάγκη από επιπλέον κρεβάτια και αντιμετωπίζουν καθημερινά δεκάδες ακούσιες εισαγωγές ανθρώπων με ψυχικά νοσήματα.

Στον τομέα αυτό δεν μπορεί να υπάρχουν πολυτέλειες, επιλεκτικές εφημερίες νοσοκομείων, επιλεκτικές φροντίδες ανθρώπων και επιλεκτικές εισαγωγές.

Συντάκτης: 
Αντα Ψαρρά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου