20.9.18

«Φίλα με, με Λύσσα» - Δεν Φταίει το «Πάθος» για τις Συζυγοκτονίες στην Ελλάδα

«Δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου. Τον μισώ, δεν αντέχω που τον βλέπω στον καθρέφτη. Με έθιξε, έθιξε τον ανδρισμό μου. Τώρα, εκ των υστέρων, καταλαβαίνω, είπε ό,τι είπε για να με τρελάνει». Αυτές οι φράσεις ήταν μέρος της απολογίας του Γιάννη Κατσιλάμπρου, του καθηγητή μουσικής που τον Σεπτέμβριο του 2008 σκότωσε τη γυναίκα του, Παναγιώτα Μαζαράκη.

Ο καθηγητής μουσικής, πάνω σε έναν καβγά με τη σύζυγό του, τη χτύπησε με ένα σίδερο στο κεφάλι και αφού εκείνη έπεσε στο πάτωμα, την πήρε, έπλυνε το ματωμένο της σώμα, το τύλιξε με σακούλες και ένα σεντόνι, και προσπάθησε αρχικά να το θάψει στο φρεάτιο του ασανσέρ, και μετά κάτω από το σπίτι του σκύλου. Τελικά, έβαλε την πλέον νεκρή σύζυγο στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου και το μετέφερε σε έναν κάδο σκουπιδιών στη Φιλοθέη. Επέστρεψε όμως, πήρε τη σορό της και τη μερέφερε στο πάρκο δίπλα στο σπίτι τους, όπου την έθαψε και στη συνέχεια τη σκέπασε με τσιμέντο και πέτρες.

Η Παναγιώτα και ο Γιάννης φαινομενικά είχαν τα πάντα: ο νεανικός παράφορος έρωτας γεννήθηκε όταν ήταν ακόμα στα 18 τους, ενώ τα δύο παιδιά τους «ολοκλήρωσαν την εικόνα της άψογης οικογένειας». Οικονομικά προβλήματα δεν υπήρχαν - και οι δύο προέρχονταν από εύπορες οικογένειες, είχαν υψηλό μορφωτικό επίπεδο και ζούσαν σε μια μονοκατοικία στη Φιλοθέη. Ωστόσο, τον τελευταίο καιρό είχαν αρκετά προβλήματα στη σχέση τους και η Παναγιώτα είχε αποφασίσει πως είχε έρθει πλέον η ώρα του διαζυγίου. Λίγο πριν της αφαιρέσει τη ζωή, της είπε «δεν θα χωρίσουμε ποτέ».

Στο πιο μακρινό 1999, άλλος ένας συζυγοκτόνος, δικηγόρος, στραγγάλισε τη σύζυγό του, επίσης δικηγόρο στο επάγγελμα. Στους δικαστές, ο Γρηγόρης Κούλας είχε πει: «Τη λάτρευα. Η ζωή μου έχασε το νόημά της όταν έμαθα ότι με απατούσε». Η ιατροδικαστική εξέταση αποκάλυψε πως ο δράστης πρώτα τύλιξε με δύναμη τα χέρια του στον λαιμό της και την αποτελείωσε με ένα κορδόνι. Στο δικαστήριο επικαλέστηκε τη λατρεία που είχε στη γυναίκα του, η οποία είχε αποφασίσει να δώσει τέλος στον γάμο τους, ενώ παράλληλα ο ίδιος υποπτευόταν πως διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση.

Μετά τη δολοφονία, αρχικά εξαφανίστηκε. Δίπλα από τη σορό της συζύγου του, όμως, είχε αφήσει ένα πολύ σύντομο ερωτικό γράμμα, που έλεγε «Κράτα με στα λεπτά σου δάχτυλα και φίλα με, με λύσσα». Το γράμμα έκλεινε με τη φράση «Προστάτευσέ με», ενώ δίπλα της άφησε μια ανθοδέσμη με λουλούδια και ένα άρωμα που της αγόρασε από το Παρίσι.

Πηγαίνοντας ακόμη πιο πίσω χρονολογικά, τον Ιούνιο του 1987, καταγράφηκε ίσως το πιο προβεβλημένο έγκλημα της Ελλάδας, αυτό του Παναγιώτη Φραντζή. Η αφαίρεση της ζωής της γυναίκας του, Ζωής Γαρμανή, συγκλόνισε τα εγκληματολογικά χρονικά, όχι τόσο για τον τρόπο με τον οποίο δολοφονήθηκε, όσο για τη συνέχεια.

Ο Παναγιώτης και η Ζωή είχαν γνωριστεί τον Οκτώβριο του 1985. Ο πρώτος, 25 ετών τότε, ήταν φοιτητής της ΑΣΟΕΕ, δευτερότοκος γιος μιας αστικής οικογένειας που ζούσε στα Κάτω Πατήσια. Η δεύτερη, 16 ετών, κόρη ευκατάστατης αστικής οικογένειας που ζούσε τον Άγιο Νικόλαο Πατησίων, τελείωνε τότε το Λύκειο. Από περιγραφές ανθρώπων που γνώριζαν το ζευγάρι, αλλά και από τις καταθέσεις των γονιών της Ζωής, προέκυψε ότι ο Φραντζής ζήλευε υπερβολικά τη σύζυγό του, σε σημείο να περιορίζει ακόμη και τις εξόδους με τις φίλες της. Πριν παντρευτούν, την ακολουθούσε κρυφά από τους γονείς της ακόμη και στις οικογενειακές διακοπές για να μπορεί να τη βλέπει, αλλά και για να ελέγχει τις κινήσεις της. Στην κατάθεσή του αργότερα, είπε πως «Είχε έντονη φιλαρέσκεια. Της άρεσε να τραβάει πάνω της τις ματιές των ανδρών, αλλά αυτή να μη δίνει σημασία. Η σχέση μας ήταν τρομερά δύσκολη». Για το μοιραίο βράδυ που αφαίρεσε τη ζωή της συζύγου του, περιέγραψε πως «Είχε θιγεί ο εγωισμός μου και είχα ζωστεί από κατώτερες και πεζές σκέψεις και συναισθήματα. Όταν μου 'δειξε την αδιαφορία, φαρμακώθηκα σαν να μου είχαν κάνει τη μεγαλύτερη αδικία. Παρ’ ότι έτρεμα ολόκληρος από τα νεύρα μου, θεώρησα καλό να μην αντιδράσω, να μη δώσω συνέχεια, γιατί καταλάβαινα πως δεν θα μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου - ήταν και δύο η ώρα το βράδυ».

Όμως δεν συγκράτησε τον εαυτό του. Ο Φραντζής, σύμφωνα με την ιατροδικαστική εξέταση, πρώτα στραγγάλισε τη σύζυγό του και στη συνέχεια τεμάχισε το πτώμα της σε 11 κομμάτια με μια πρωτοφανή αγριότητα. Ο ιατροδικαστής που την εξέτασε, περιέγραψε πως ο δράστης τής έβγαλε τα μάτια, της έκοψε τη μύτη, τα αυτιά και τα μαλλιά ώστε να μην αναγνωρίζεται από κανένα, σε μια διαδικασία που κράτησε πάνω από τρεις ώρες.

«Το πάθος τού θόλωσε το μυαλό»

Φυσικά, σε όλες αυτές τις δεκαετίες, οι τρεις γυναίκες δεν είναι τα μοναδικά περιστατικά συζυγοκτονιών. Αυτά τα «εγκλήματα πάθους» είναι πιο συχνά απ' όσο φανταζόμαστε, έχουν πολλές φορές κοινά χαρακτηριστικά και πηγάζουν από παρόμοιες ψυχοπαθολογίες, αλλά έχουν πάντα την ίδια κατάληξη.

Υπάρχει στους ανθρώπους μια κινητήρια δύναμη και μια ανασταλτική δύναμη. Η κινητήρια δύναμη σε τέτοια «εγκλήματα πάθους» είναι ο πρωτόγονος εαυτός μας, ο οποίος περιλαμβάνει για παράδειγμα τη σεξουαλικότητα, αλλά και την επιθετικότητα. Οι άνθρωποι έχουμε καλές σχέσεις με τη βία. Ο ανασταλτικός παράγοντας όμως είναι η συμπεριφορά εντός ενός κοινωνικού συνόλου, οι κανόνες που έχει διδαχθεί ένας άνθρωπος από μικρή ηλικία, αλλά και οι εικόνες που αποτυπώθηκαν στην ψυχοσύνθεση του. Εικόνες που είτε κάποιος μελλοντικά θα τις μιμηθεί, είτε θα τις αποφύγει. Το «εγκλήματα πάθους» είναι ένας ορισμός που αποδέχεται η εγκληματολογία και οι νομικές επιστήμες, όχι όμως η ψυχολογία, η οποία θεωρεί πως τέτοιου είδους εγκλήματα «χτίζονται» σιγά-σιγά στο μυαλό των δραστών. Όταν ένας άνθρωπος φτάνει στο να σκοτώσει τη σύντροφό του, έχει υπερισχύσει ο πρωτόγονος βίαιος εαυτός, ενώ ο «πολιτισμένος» εαυτός κοιμάται ή είναι ανίκανος να αντιδράσει.

Τα εγκλήματα πάθους είναι το τοτέμ των εγκλημάτων για αστυνομικούς, εγκληματολόγους, δημοσιογράφους και κοινή γνώμη. Πάντα έχουν όση ίντριγκα χρειάζεται, δολοπλοκίες, πάθη, λάθη και μια κλειδαρότρυπα απ’ την οποία επιχειρούν, όσοι διαβάζουν γι’ αυτά, να κοιτάξουν. Τα δημοσιεύματα που εμφανίζονται μετά από κάθε τέτοιο ειδεχθές έγκλημα τιτλοφορούνται συνήθως με προτάσεις όπως «η ζήλεια τού θόλωσε το μυαλό», «Σκότωσε την πέτρα του σκανδάλου», «Το πάθος τον έφτασε στο έγκλημα». Συνήθως, παρά την πληθώρα πληροφοριών που μεταφέρουν, πάντα αποφεύγουν να μιλήσουν για την έμφυλη βία και την ενδοοικογενειακή βία που οδηγεί σε δολοφονίες γυναικών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της έμφυλης βίας είναι ακόμη και οι ίδιες οι καταθέσεις των δραστών στα δικαστήρια. «Έθιξε την τιμή μου», «Πλήγωσε τον ανδρικό εγωισμό μου», λένε οι περισσότεροι, ενώ σαν κίνητρα παρουσιάζονταν -και παρουσιάζονται μέχρι σήμερα- οι αποφάσεις των γυναικών να τους εγκαταλείψουν - ή η «ηθική» τους.


Η πατριαρχία, η οποία δημιουργεί και την έμφυλη βία, είναι εκείνη που δημιουργεί και καθορίζει τους ρόλους των ανδρών και των γυναικών, ενώ περιορίζει την αυτοδιάθεση του σώματος των θηλυκών πλασμάτων ανάλογα με το πόσο ζηλεύει ή όχι ο κάθε σύζυγος. Η γυναίκα που πρέπει να είναι «δούλα και κυρά» και ζει με κάποιον που «έχει ψηλά την ανδρική του τιμή και φοράει παντελόνια» δεν έχει το περιθώριο λάθους, πάθους ή εγκατάλειψης της συζυγικής στέγης τις περισσότερες φορές. Αυτό είναι ένα δείγμα για το ότι ακόμη και σήμερα οι γυναίκες θεωρούνται έστω και υποσυνείδητα κτήμα και κατάκτηση ενός αρσενικού.

Χαρακτηριστικό αυτού του μοτίβου είναι και το έγκλημα που έγινε πριν από λίγο καιρό στην Πέλλα. Ένας 38χρονος, ερωτευμένος με μια 20χρονη, μαθαίνοντας πως εκείνη θα μετακομίσει την Κρήτη, μετέβη στο σπίτι της για να τη ζητήσει σε γάμο. Εισπράττοντας αρνητική απάντηση, τόσο από την ίδια όσο και από τους οικείους της, έφυγε από το σπίτι για να επιστρέψει λίγη ώρα μετά οπλισμένος με μία καραμπίνα σε έξαλλη κατάσταση. Κατά τον διαπληκτισμό, ο 38χρονος σημάδεψε με το όπλο την 20χρονη και στην προσπάθειά της να την προστατεύσει η γιαγιά της «μπήκε μπροστά» και έχασε τη ζωή της, αφού ο άνδρας άνοιξε πυρ. Συνολικά ο δράστης πυροβόλησε εννέα φορές, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν ο 74χρονος παππούς, σύζυγος του θύματος, και η 22χρονη αδελφή της 20χρονης. Σε αυτήν την περίπτωση δεν υπήρχε καν σχέση μεταξύ του 38χρονου και της 20χρονης, παρόλα αυτά το έγκλημα βαφτίστηκε «έγκλημα πάθους».

Φυσικά υπάρχουν και γυναίκες που δολοφονούν τους άνδρες τους πάνω σε κάποιο καβγά ή επειδή «θίχτηκε ο εγωισμός τους». Υπάρχει όμως ένα πολύ άνισο ποσοστό σε αυτά τα εγκλήματα, αφού για παράδειγμα, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ, «Σε εθνικό επίπεδο και όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, από το 2014 μέχρι και το 2017, έχουν σημειωθεί περισσότερα από 13.700 περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, με τις γυναίκες να αποτελούν περίπου το 70% των θυμάτων. Ορισμένες φορές, μάλιστα, τραγική κατάληξη αυτών των ενδοοικογενειακών συμβάντων είναι ακόμα και ο θάνατος». Σύμφωνα με τη Γενική Γραμματεία Ισότητας, «Στο 40% των δολοφονιών γυναικών, δράστης είναι ο σύζυγος, ποσοστό που αναδεικνύει την έσχατη μορφή βίας κατά των γυναικών», ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά στις δολοφονίες ανδρών συζύγων φτάνουν το 6%.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου