2.7.18

Αφρική: Ένα ποδοσφαιρικό χρυσωρυχείο για τους ισχυρούς

Οι προικισμένοι ποδοσφαιριστές της Αφρικής είναι εξίσου φυσικός πόρος όπως το πετρέλαιο ή τα διαμάντια. Έτσι, η Ευρώπη, η Κίνα και η Μέση Ανατολή τους εκμεταλλεύονται, επενδύοντας στα όνειρά τους.

Ο Τσέχος συγγραφέας Ρόμπιν Ουιφαλούσι, ξάδερφος του διάσημου Τσέχου παλαίμαχου ποδοσφαιριστή, εδώ και μερικά χρόνια έχει εκδώσει το δικό του βιβλίο έπειτα από μία μικρή παραμονή του σε χώρες της Αφρικής, όπως στην Κένυα, στην Ουγκάντα και στη Ρουάντα, όπου περιγράφει ένα διαφορετικό ποδόσφαιρο από αυτό που βλέπουμε στις τηλεοράσεις μας.
Σύμφωνα με τον ίδιο το ποδόσφαιρο στην Αφρική συνδέεται άρρηκτα με την ζωή και την καθημερινότητα. Άλλωστε όπως τονίζει: «το ποδόσφαιρο εκεί δεν παίζεται μόνο στα γήπεδα, αλλά, παίζεται στις αλάνες και επιπλέον έχει στενές σχέσεις και με την πολιτική. Πολλές φορές ηγέτες κρατών προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τη δύναμη του ποδοσφαίρου ή των Εθνικών Ομάδων προκειμένου να αυξήσουν τη δυναμική τους. Επικεντρώθηκα αρκετά σε αυτό το κομμάτι καθώς ήθελα να μοιραστώ αυτήν την εμπειρία και γενικότερα να μεταφέρω στο κοινό ποδοσφαιρικές εικόνες από τις πιο φτωχές περιοχές του πλανήτη που δεν βλέπουμε συχνά».
Οι Αφρικανοί ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται σε ευρωπαϊκές ομάδες είναι πολλοί. Ένας από τους πιο γνωστούς είναι Γιάγια Τουρέ, που σε μικρότερη ηλικία πέρασε και από τα ελληνικά γήπεδα, από τους πιο γνωστούς  διεθνής με την Ακτή Ελεφαντοστού και παίκτης της Manchester City. Ο Τουρέ ανήκει σε μια ολιγομελή διεθνή ελίτ, με υπέρογκες αμοιβές. Η πραγματικότητα όμως για τους περισσότερους παίκτες της Αφρικής βρίσκεται στην «σκοτεινή» πλευρά του ποδοσφαίρου. Συχνά δεν έχουν συμβόλαια, ενώ έχουν τρομερά σκληρές συνθήκες εργασίας και το 21% κερδίζει κάτω από 300 δολάρια το μήνα.
Παρόλα αυτά το κίνητρο υπάρχει και προσηλυτίζει χιλιάδες αφρικανικές οικογένειες που θέλουν να δουν το παιδί τους να φορά τη φανέλα της Τσέλσι, της Σεβίλλης ή της Μάντσεστερ Σίτι. Γι αυτό και τα πρώτα θύματα της εκμετάλλευσης, καταρχήν από τους μάνατζερ δεν είναι οι πρωταγωνιστές, τα νεαρά παιδιά που αγαπούν με αγνότητα την μπάλα, αλλά οι γονείς τους. Σε κάθε χώρα της Αφρικής, λειτουργούν ποδοσφαιρικά κέντρα, τα οποία διαφημίζουν ότι μπορούν να καταστούν αρωγοί εκπλήρωσης των ονείρων των παιδιών.
«Εδώ καλλιεργούμε ποδοσφαιριστές», αναφέρουν οι επιγραφές στα κτίρια, που πολλές φορές είναι απλά ξύλινα παραπήγματα δίπλα σε χώρους άθλησης. Τα νεαρά παιδιά συρρέουν με ενθουσιασμό σε αυτές τις ακαδημίες, ο αριθμός των οποίων είναι απροσδιόριστος, ενώ το νομικό κενό που τις συνοδεύει σημαίνει ότι ο καθένας μπορεί να στήσει ένα ποδοσφαιρικό κέντρο και να προσελκύσει «θύματα ονείρου», απομυζώντας τα ελάχιστα χρήματα που διαθέτει η οικογένειά του. Μόλις η ποδοσφαιρική ακαδημία πείσει τους γονείς των παιδιών ότι το ευοίωνο μέλλον περνάει μέσα από εκεί, τότε αυτοί από προστάτες μετατρέπονται εν μια νυκτί συνεργοί και κάνουν τα πάντα ώστε να απομακρύνουν το παιδί τους από την δυσβάσταχτη τοπική πραγματικότητα.
Ο Ροζέρ Μιλά και ο Ζαν Κλοντ Μβουμπίν από το Καμερούν εδώ και 16 χρόνια έχουν δημιουργήσει την Culture Foot Solidaire, έναν οργανισμό που ασχολείται με αυτό το αντικείμενο και έχει πάρα πολύ μεγάλη δράση. Ο Μβουμπίν έχει περιγράψει με τα πιο μελανά χρώματα αυτό που συμβαίνει στο ποδόσφαιρο: «Δεν μπορούμε να υπολογίσουμε τον ακριβή αριθμό των θυμάτων. Οι κύριες πηγές είναι στις Νιγηρία, Γκάνα, Μάλι, Καμερούν, Ακτή Ελεφαντοστού. Μάλιστα όσο περνούν τα χρόνια η απάτη λαμβάνει άλλες διαστάσεις. Πριν από μερικά χρόνια είχαμε τους ψευτο-ατζέντηδες. Τώρα σε όλες αυτές τις χώρες λειτουργούν «ακαδημίες» υπό την καθοδήγηση ευρωπαϊκών ομάδων και ο στόχος τους είναι να στρατολογούν νέους. Ετοιμάζονται ψεύτικα χαρτιά και έρχονται μαζικά στην Ευρώπη. Κάποιοι από αυτούς είναι οι τυχεροί. Οι περισσότεροι όμως καταλήγουν στους δρόμους, έχοντας χάσει όλη τους την περιουσία και χωρίς να μπορούν να γυρίσουν στις πατρίδες τους. κάποιες ομάδες δείχνουν κατανόηση και τους βοηθούν στον επαναπατρισμό αλλά αυτές είναι λίγες».
Για τον Μβουμπίν η απαγόρευση από την ΟΥΕΦΑ να δρουν μάνατζερ στις μεταγραφές ανηλίκων έχει κάνει ακόμη πιο δύσκολη την κατάσταση, αφού αυτό το μέτρο ευνοεί την παρουσία απατεώνων. Όπως τονίζει τα εργοστάσια παραγωγής παικτών που έχουν στήσει οι Ευρωπαίοι στην Αφρική δρουν ανεξέλεγκτα και δεύτερον δεν προσφέρεται σε ποδοσφαιριστή από την Αφρική η δυνατότητα να αποκτήσει εύκολη πρόσβαση στην Ευρώπη για να δοκιμαστεί από ομάδες.
Με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν από 4 έως 5.000 ευρώ υπολογίζεται το ποσό που αποσπούν οι επιτήδειοι από τις οικογένειες των Αφρικανών που θέλουν για το παιδί τους μία καλύτερη ζωή ενώ 2 στους 10 υπολογίζεται πως έχουν την τύχη να βρεθούν ξαφνικά από τους δρόμους της Αφρικής σε ομάδα της Ευρώπης. Οι υπόλοιποι οκτώ εξαπατούνται. Στο βιβλίο «The Lost Boys: Inside Football’s Slave Trade» ο Εντ Χόκινς, καταθέτει στοιχεία σύμφωνα με τα οποία αγγλικές ομάδες όπως είναι η Τσέλτεναμ εκμεταλλεύεται νεαρούς ποδοσφαιριστές από την Αφρική.


Ιστορίες της «μαύρης» μπάλας
Το 2015, ο 14χρονος Λιβεριανός Κεσελί Καμαρά, αποκάλυψε κύκλωμα εκμετάλλευσης νεαρών Αφρικανών ποδοσφαιριστών στο Λάος, καταγγέλλοντας ότι μεταφέρθηκε στη χώρα της Ασίας με πολλές υποσχέσεις, υπέγραψε συμβόλαιο για μισθό και μπόνους, αλλά δεν εισέπραξε ποτέ τίποτα, ενώ κοιμόταν στο πάτωμα ενός κλειστού γυμναστηρίου, με άλλα 30 άτομα στον ίδιο χώρο.
Σε έρευνα που πραγματοποίησε το BBC, εντόπισε έξι ανήλικους στην ομάδα Champasak United, οι οποίοι δεν θέλησαν να μιλήσουν, προφανώς από φόβο. Οι συγκεκριμένοι παίκτες, ηλικίας 14 και 15 ετών, μεταφέρθηκαν από τις χώρες της Δυτικής Αφρικής στο Λάος, παρότι οι κανονισμοί της FIFA αναφέρουν ρητώς πως απαγορεύεται η οποιαδήποτε μετακίνηση παικτών κάτω των 18 ετών, σε άλλο κράτος, είτε σε ομάδα, είτε σε ακαδημία.
Ωστόσο, η ομολογία του 14χρονου Κεσελί Καμαρά, ο οποίος υπέγραψε εξαετές συμβόλαιο πριν αγωνιστεί στη μεγάλη ομάδα, αποκάλυψε την καλά οργανωμένη υπόθεση. Ο Καμαρά επέστρεψε στη Λιβερία και προχώρησε στις συγκεκριμένες καταγγελίες.
Μετά τις πιέσεις που δέχθηκε, η Champasak United προχώρησε στην αποδέσμευση 17 παικτών ηλικίας κάτω των 18, πριν τρεις μήνες. Σύμφωνα με τα στοιχεία, όλοι τους είχαν ως εκπρόσωπο τον Άλεξ Καρμό, ο οποίος παρουσιάζεται ως μάνατζερ στη Λιβερία. Ο πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής αρνήθηκε τις κατηγορίες και δήλωσε ότι όλοι οι παίκτες έτρωγαν τρεις φορές την ημέρα και πληρώνονταν κάθε μήνα.


Την ίδια χρονιά, το 2015, trafficking νεαρών αφρικανών ποδοσφαιριστών αποκαλύφθηκε και στην Πορτογαλία. Έρευνα από την υπηρεσία Μετανάστευσης στην Πορτογαλία, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι 157 ποδοσφαιριστές από άλλες χώρες ήταν παράνομα στη χώρα. Μάλιστα, από αυτούς τους ποδοσφαιριστές οι 105 ήταν Αφρικανοί που ενημερώθηκαν ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψουν τη χώρα.
Οι αρχές της Πορτογαλίας ερεύνησαν 60 συλλόγους της χώρας και για 25 απο αυτούς σχηματίσθηκε δικογραφία σε βάρος τους, με κατηγορίες για εκμετάλλευση ποδοσφαιριστών τους οποίους άφησαν μόνους, στην τύχη τους.
Ο Πρόεδρος του Συνδέσμου των Πορτογάλων Ποδοσφαιριστών Χοακίμ Εβανγκελίστα, είπε ότι το ανθρώπινο trafficking στο ποδόσφαιρο είναι μία πραγματικότητα, με οργανωμένα δίκτυα να λειτουργούν σε αυτόν τον τομέα.
«Φέρνουν νέους ανθρώπους στη χώρα και τους βάζουν σε συλλόγους που δέχονται να συνεργασθούν με αυτούς τους ατζέντηδες που νοικιάζουν ελπίδες. Αν οι ποδοσφαιριστές πετύχουν, τότε θα γίνουν συμφωνίες με κέρδη για τους μάνατζερ που μεσολαβούν. Αν δεν τα καταφέρουν να ξεχωρίσουν, τότε ενημερώνονται ότι πρέπει να επιστρέψουν στο σπίτι, αλλά, πληρώνοντας τα έξοδα για τα εισιτήρια τους, καθώς, τους εγκαταλείπουν όλοι».
«Μπορούμε να δράσουμε μόνο αν έχουμε καταγγελία, αλλά, αυτό σπάνια συμβαίνει γιατί οι ποδοσφαιριστές φοβούνται να μας πούν τις ιστορίες τους. Κι αυτό συμβαίνει γιατί δέχονται απειλές απο μάνατζερ όπως κι απο ομάδες, που τους λένε ότι δε θα τους αφήσουν να παίξουν πουθενά αλλού, αν ανοίξουν το στόμα τους. Κι εκείνοι δε μιλούν γιατί δε θέλουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, όπου ζούν μέσα στη φτώχεια, έχοντας αποτύχει στην Ευρώπη. Κρατούν κλειστό το στόμα, έως ότου απελπίζονται», επισημαίνει ο Εβανγκελίστα.
Στις 12 Νοεμβρίου 2014, η Ολγα Παλμέλα, ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου Μπλέ Ακτή στο Σετουμπάλ, μοιράσθηκε στο φέισμπουκ, το δράμα που ζούσε με μερικούς Αφρικανούς ποδοσφαιριστές οι οποίοι κατοικούσαν σε δωμάτια του ξενοδοχείου.
«Συχνά, οι μάνατζερ εγκαταλείπουν νεαρούς ποδοσφαιριστές στο ξενοδοχείο, όταν δεν βρίσκουν ομάδες για αυτούς. Είναι θλιβερό αυτό που συμβαίνει και δυστυχώς οι αρχές δεν ασχολούνται».
Η Παλμέλα θυμάται την περίπτωση δύο ποδοσφαιριστών από την Γκάνα, για τους οποίους ο μάνατζερ τους, τις είχε πει να τους πετάξει στο δρόμο, επειδή δεν τους χρειαζόταν. Ακολούθησε διαμαρτυρία της Παλμέλα στην Πορτογαλική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου και στην ΟΥΕΦΑ, αλλά, δεν πήρε απάντηση.
Tα δύο παιδιά έφθασαν εκεί μέσω του Πορτογάλου μάνατζερ Ζοάο Γκονσάλβες, ο οποίος θέλησε να βοηθήσει τον Γκανέζο μάνατζερ Θεόφιλο Ντέλα Γκόκα, που ήθελε να βρεί ομάδα για τους παίκτες που ήδη είχαν ενημερωθεί να αποχωρήσουν απο τον σύλλογο της Δανίας για τον οποίο αγωνίζονταν.
Οπως λέει ο Γκονσάλβες, όταν έφθασαν οι δύο παίκτες στην Πορτογαλία ήταν σε άθλια κατάσταση:«Εμειναν στο ξενοδοχείο της Ολγας και προσπάθησα να κανονίσω ώστε να προπονηθούν με ομάδες, αλλά, ήδη υπέφεραν από εξάντληση κι ασιτία. Εδειχναν ότι ήταν για καιρό στο δρόμο, πεινασμένοι. Ο Γκανέζος μάνατζερ τους, ποτέ δεν έστειλε χρήματα για το ξενοδοχείο και για τα εισιτήρια επιστροφής με το αεροπλάνο. Ετσι, υποχρεώθηκα να πληρώσω εγώ τα έξοδα. Τα παιδιά ήταν τόσο αδύναμα ώστε δεν μπορούσαν ούτε καν να αγωνισθούν σε ομάδα της πέμπτης κατηγορίας».


Οι «ακαδημίες» στην Αφρική
Η σχολική παιδική χαρά στο Κουμάσι, ένα προάστιο του Αμπιτζάν, γίνεται ένας χώρος ποδοσφαιρικής κατάρτισης στις καλοκαιρινές διακοπές. Ο Aristide B, πρώην επαγγελματίας παίκτης, βοήθησε στη δημιουργία αυτής της ακαδημίας. Υπάρχουν εκατοντάδες προγράμματα όπως αυτό στην οικονομική πρωτεύουσα της Ακτής του Ελεφαντοστού. Ο Aristide παρουσίασε τον καλύτερό του παίκτη, εννέα ετών. «Θέλω να παίξω στην Ευρώπη», είπε με σιγουριά το αγόρι.
Ο Aristide B και οι συνάδελφοί του από το Κουμάσι περιγράφουν στη Monde Diplomatique ιστορίες που απεικoνίζουν τη διαφορά μεταξύ των ονείρων εκατομμυρίων νέων Αφρικανών και της σκληρής πραγματικότητας. Αλλά ο Justin S, παρά τις κακές εμπειρίες σε πολλά σωματεία, θέλει να συνεχίσει να παίζει. Πήρε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο το 2007, σε ηλικία 17 ετών, με 106 δολάρια, όταν ο μηνιαίος μισθός του ήταν 88 δολάρια. Δεν έλαβε ποτέ το υποσχεθέν επίδομα ύψους 267 δολαρίων για την υπογραφή της σύμβασής του.
Όπως και να έχει μόλις φτάσουν τα 18, πολλοί Αφρικανοί ποδοσφαιριστές αναζητούν την τύχη τους στην Ευρώπη, με την πίστη ή την ελπίδα πως εκεί θα ζήσουν με αξιοπρέπεια, αν όχι θα πλουτίσουν. Πολλοί από τους καλύτερους αποκτούν διπλή εθνικότητα για να παίξουν σε μια εθνική ομάδα στην Ευρώπη. Στο Euro 2016, υπήρχαν 40 παίκτες αφρικανικής καταγωγής σε ευρωπαϊκές ομάδες.
Η αλήθεια είναι ότι οι ευρωπαϊκοί σύλλογοι παγιδεύουν τους Αφρικανούς παίκτες ηλικίας 18, 19, 20 όταν είναι φθηνοί και τους μεταπωλούν αργότερα, κερδίζοντας δεκάδες ή και εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Ο Jérôme Champagne, διευθυντής διεθνών σχέσεων της FIFA το 2007-10 δήλωσε: «Ίσως δεν μπορείτε να κατηγορήσετε την αποικιοκρατική κυριαρχία για τα πάντα, αλλά είναι δύσκολο να αγνοήσετε τον αντίκτυπό της στο εμπόριο του ποδοσφαίρου. Οι ποδοσφαιριστές εξάγονται από τη χώρα καταγωγής τους, όπως τα ορυκτά και το πετρέλαιο, και τα πλούσια έθνη, ειδικά στην Ευρώπη, εκμεταλλεύονται και επωφελούνται από αυτά».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου