16.6.18

Πώς η Sillicon Valley δημιούργησε όσα δεν μπόρεσε ο αμερικανικός στρατός

Καθε αγορά που κάνουμε με πιστωτική κάρτα, κάθε συνδρομή που αγοράζουμε, κάθε ιατρική συνταγή, κάθε τοποθεσία Web που επισκεπτόμαστε και ηλεκτρονικό μήνυμα που στέλνουμε ή λαμβάνουμε, κάθε τραπεζική κατάθεση που κάνουμε, κάθε ταξίδι μας και όλα τα γεγονότα που παρευρισκόμαστε - όλες αυτές οι συναλλαγές και οι επικοινωνίες θα μετατραπούν σε ... μια εικονική, συγκεντρωτική μεγάλη βάση δεδομένων», προειδοποιεί δημοσίευμα των New York Times.

Ο αρθρογράφος και συγγραφέας William Safire, ήδη από το 2002 - δύο χρόνια πριν δημιουργηθεί το Facebook - προσπερνούσε τα κοινωνικά δίκτυα και τη ψηφιακή διαφήμιση και αναφερόταν στο Total Information Awareness, το πιο ισχυρό και εκτεταμένο σύστημα συγκέντρωσης και ανάλυσης προσωπικών δεδομένων που δημιουργούσαν οι ΗΠΑ στο όνομα της πρόληψης νέων τρομοκρατικών επιθέσεων στο έδαφός τους μετά την επίθεση της 11ης Σεπτέμβρη 2001.

Η Υπηρεσία Έρευνας Προηγμένων Προγραμμάτων (Darpa) των υπηρεσιών ασφαλείας και του αμερικανικού στρατού, υποσχέθηκε τότε να συγκεντρώσει τεράστια ποσά δεδομένων των Αμερικανών για τον εντοπισμό πιθανών απειλών για την εθνική ασφάλεια. Η εικονική μεγάλη βάση δεδομένων θα ανήκε στο υπουργείο Άμυνας, το οποίο θα τη χρησιμοποιήσει για τον προσδιορισμό συμπεριφορών που θα βοηθούσαν να προβλέψουμε τις αναδυόμενες τρομοκρατικές απειλές
Όπως αναφέρει σε δημοσίευμά του το περιοδικό Wired, σήμερα συμμετέχουμε οικειοθελώς στο δυστοπικό σενάριο για το οποίο προειδοποιούσε ο Safire πριν από 16 χρόνια, με τα δεδομένα μας να συγκεντρώνονται σε πέντε ιδιωτικές εταιρείες που δεσπόζουν στον Ιστό -την Google, την Apple, το Facebook, το Amazon και τη Microsoft- οι οποίες πλουτίζουν από την εκμετάλλευση των προσωπικών μας δεδομένων, τα οποία μάλιστα παραδίδουν σε μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών. Έτσι, οι ιδιωτικές εταιρείες είναι οι χώροι αποθήκευσης των πληροφοριών μας και κάνουν ό,τι θα θεωρούνταν υπερβολικά εξωφρενικό για μια κυβέρνηση.
Η ανησυχία για το πρόγραμμα Total Information Awareness, ήταν τότε έντονη και ευρέως διαδεδομένη. Το αμερικανικό Ινστιτούτο Cato προειδοποιούσε για τον φόβο δημιουργίας μιας κοινωνίας επιτήρησης, ακαδημαϊκοί, φορείς και οργανώσεις αντέδρασαν σφόδρα. Τελικά, η Γερουσία των ΗΠΑ, υπό την πίεση αυτή, ψήφισε ομόφωνα να αμβλύνει το πρόγραμμα.
Αλλά καθώς το Total Information Awareness επικρινόταν και αποδυναμωνόταν στην Ουάσιγκτον, ένα παρόμοιο πρόγραμμα προέκυψε και άρχισε να αποκτά δυναμική, στη Silicon Valley. Μέσα σε λίγα χρόνια, έγινε λόγος για τη δύναμη (και την οικονομική υπόσχεση) των «Big Data» και «Social Mobile Local».
Σύντομα λοιπόν προέκυψε η μέθοδος του ψυχολόγου Μίχαλ Κοσίνσκι, στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, με βάση την οποία, από το 2012 ακόμα, ήταν δυνατόν να προβλεφθούν - βάσει των κινήσεων ενός χρήστη στο Facebook - χαρακτηριστικά όπως το χρώμα του δέρματος, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, οι πολιτικές αντιλήψεις (αν κάποιος είναι συντηρητικός ή προοδευτικός κλπ).
Οι πρόσφατες αποκαλύψεις για παρεμβάσεις στις αμερικανικές εκλογές ανέδειξαν την κύρια μελλοντική απειλή για τους δημοκρατικούς θεσμούς. Η συγκέντρωση πληροφοριών για κάθε πολίτη, τα λεγόμενα big data, καθώς και η εκθετική αύξηση της υπολογιστικής ικανότητας δημιουργούν απεριόριστες δυνατότητες για τον επηρεασμό του εκλογικού σώματος από τους κατέχοντες πληροφορίες και αλγορίθμους. Οι εκλογές θα κρίνονται σε μεγάλο βαθμό από την αντιπαράθεση ανάμεσα στους ισχυρούς του κυβερνοχώρου: μεγάλα κράτη, πολυεθνικές επιχειρήσεις, δίκτυα. Η έκβαση των κυβερνομαχών θα προβάλλεται στον κάθε ψηφοφόρο μέσα από εξατομικευμένα μηνύματα.
Σήμερα, λοιπόν, γενικότερα πολλές εταιρείες έχουν πρόσβαση στα δεδομένα όλων των κινήσεών μας, οικονομικών, κοινωνικών, επικοινωνιακών, τα οποία συγκεντρώνονται για να προσδιορίσουν τα πρότυπα συμπεριφοράς μας που βοηθούν τις εταιρίες στην πρόβλεψη των διαφημίσεων στις οποίες θα κάνουμε κλικ. Κατ' επέκταση στην πρόβλεψη κάθε μετέπειτα κίνησής μας.
Οι μεγαλύτερες εταιρείες τεχνολογίας στον κόσμο πέτυχαν να γίνει η εκτεταμένη παρακολούθηση και η συνάθροιση δεδομένων ο κανόνας, καθώς συνδυάζοντας τις τεχνολογικές δυνατότητες μπόρεσαν να δημιουργήσουν εύκολα και περιεκτικά προφίλ χρηστών.
Στην ακρόαση του ιδρυτή και διευθύνοντα συμβούλου του Facebook στο Κογκρέσο με αφορμή το σκάνδαλο διαρροής δεδομένων εκατομμυρίων χρηστών της διαδικτυακής πλατφόρμας, η γερουσιαστής Maria Cantwell ανέφερε την ομοιότητα μεταξύ της TIA και της συλλογής προσωπικών πληροφοριών του Facebook.
«Έχετε ακούσει για το πρόγραμμα Total Information Awareness;», ρώτησε η γερουσιαστής Cantwell. «Ξέρετε για τι μιλάω;».
«Όχι, δεν το γνωρίζω», απάντησε ο Ζάκερμπεργκ, επιχειρηματολογώντας ότι ήταν στο γυμνάσιο. Η Cantrell συνέχισε να αναφέρεται στο πρόγραμμα του αμερικανικού στρατού: εξόρυξη δεδομένων σε τεράστια κλίμακα, με δυνατότητα άνευ προηγουμένου επιτήρησης, ελέγχου και ταυτοποίησης. Η συγκρητική προσέγγισή της, με παραλληλισμούς μεταξύ των εταιρειών και του TIA, εγείρει σημαντικά ερωτήματα: πως μπορούν οι εταιρίες να συγκεντρώνουν τόση εξουσία ενώ οι Αμερικανοί την αρνήθηκαν στην Υπηρεσία Έρευνας Προηγμένων Προγραμμάτων (Darpa); Ποιες είναι οι συνέπειες αυτού του εργαλείου που υπάρχει εκτός των ορίων δημόσιας εποπτείας; Και πού οδηγούμαστε;
Υπάρχουν βέβαια, τυπικά, μερικές κρίσιμες διαφορές μεταξύ του Total Information Awareness και των πλατφορμών που διαχειρίζονται οι εταιρίες των κοινωνικών μέσων ενημέρωσης. Κατ 'αρχάς, οι χρήστες επιλέγουν οικειοθελώς τους όρους παροχής υπηρεσιών των εταιρειών. Οι άνθρωποι φαινομενικά γνωρίζουν τι παραδίδουν σε αντάλλαγμα του δωρεάν ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, των μηνυμάτων και τρόπων να μοιραστούν εικόνες και να συνδεθούν με φίλους. Δεύτερον, οι συνέπειες του προφίλ μας είναι διαφορετικές: Η κυβέρνηση έχει τη δύναμη να μας συλλάβει. Το Facebook και το Google δεν μπορούν - τουλάχιστον ακόμη - να το κάνουν

Ωστόσο, ό,τι δεν κατάφερε ο αμερικανικός στρατός, το κατάφεραν οι ιδιωτικές εταιρείες και μάλιστα χωρίς να αντισταθμίζεται από δημόσια εποπτεία. Αυτό είναι ακόμη πιο επικίνδυνο. Τώρα, με αυτόν τον τρόπο, μέσω των εταιρειών πολλές κυβερνήσεις μπορούν να αξιοποιήσουν μια τεράστια βάση δεδομένων για να προβλέψουν τη συμπεριφορά μας και να μας στοχεύσουν. Στην πραγματικότητα κυβερνήσεις και μυστικές υπηρεσίες το έχουν ήδη καταχραστεί, όπως η Ρωσία για να φτάσει τους Αμερικανούς πολίτες ενόψει εκλογών.
Οι ιδιωτικές πλατφόρμες που συγκεντρώνουν τα προσωπικά δεδομένα μας δεν έχουν την υποχρέωση να τα χρησιμοποιήσουν για τους αρχικούς σκοπούς της εθνικής ασφάλειας και της αντιτρομοκρατίας που ενέπνευσαν το ΤΙΑ. Μπορούν όμως να μας παρουσιάσουν ως εξτρεμιστές. Να εντοπίσουν πρώιμες ενδείξεις «ριζοσπαστικοποίησης» ή κινδύνου για την κοινωνική τάξη.
Αυτά τα ισχυρά και επικίνδυνα εργαλεία είναι τώρα σε ιδιωτικά χέρια ενώ ομάδες που ήταν επικριτικές απέναντι στο Total Information Awareness - όπως το Ίδρυμα Electronic Frontier, το Ινστιτούτο Ανοιχτής Τεχνολογίας - έχουν σιωπήσει σε μεγάλο βαθμό σχετικά με το Facebook και τη Google που συγκεντρώνουν παρόμοια δύναμη.
Οι εντυπωσιακές αποκαλύψεις του «μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος» Έντουαρντ Σνόουντεν επέτρεψαν στο ευρύ κοινό να ανακαλύψει ότι η προστασία της ιδιωτικής μας ζωής απειλείται πλέον από τη μαζική παρακολούθηση στην οποία μας υποβάλλουν τα θαυμαστά εργαλεία («έξυπνα» κινητά τηλέφωνα, ταμπλέτες, υπολογιστές) που υποτίθεται ότι θα διεύρυναν τον χώρο της ελευθερίας μας. Ωστόσο, μάλλον, ακόμα δεν έχουμε εκτιμήσει πλήρως σε ποιο βαθμό, και με ποιο τρόπο, κατασκοπευόμαστε. Και επομένως ελεγχόμαστε.
Ο Ιγνάσιο Ραμονέ πρώην διευθυντής της «Le Monde Diplomatique», καθηγητής της θεωρίας της επικοινωνίας στο πανεπιστήμιο του Παρισιού, έγραψε πρόσφατα το βιβλίο «Η αυτοκρατορία της επιτήρησης». Με πλούσια τεκμηρίωση και πολλά παραδείγματα, ο Ιγνάσιο Ραμονέ περιγράφει την άνευ προηγουμένου συμμαχία -κράτος, στρατιωτικός μηχανισμός ασφάλειας, γιγάντιες βιομηχανίες του Ιστού- με την οποία έχει συγκροτηθεί αυτή η αυτοκρατορία της επιτήρησης που αψηφά τους πολίτες, περιορίζει τα ατομικά τους δικαιώματα και θέτει σε κίνδυνο την αντίληψη περί δημοκρατίας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου