6.6.18

Φτωχοί εναντίον φτωχών στη Νότια Αφρική


Δύο ή και τρεις φορές την εβδομάδα ένα κονβόι από φορτηγά εξέρχεται από τις πύλες ενός αγροκτήματος στην επαρχία Γκαουτένγκ μεταφέροντας εκατοντάδες άνδρες οπλισμένους με καραμπίνες, περίστροφα, λοστούς και ασπίδες. Αυτοί είναι τα «Κόκκινα Μυρμήγκια» (Red Ants), μια ιδιωτική εταιρεία ασφάλειας που ειδικεύεται στο να διώχνει ανθρώπους που θεωρούνται ότι βρίσκονται παράνομα σε ιδιωτικές περιουσίες.

Η εταιρεία βρίσκεται συνέχεια στα πρωτοσέλιδα του Τύπου στη Νότια Αφρική και έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα για εγκλήματα που ποικίλλουν: από κλοπές έως και φόνους.

Δέχεται σκληρότατη κριτική από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όμως η κοινή γνώμη έχει ανάμεικτα συναισθήματα, ενώ οι ίδιοι είναι εξαιρετικά πιστοί στην ομάδα και τους εργοδότες τους. «Είμαστε μια οικογένεια, προσέχουμε ο ένας τον άλλο, έχουμε φτιάξει μια κοινότητα» λέει στον Guardian ο Γιόχαν Μπος, ο αγρότης που ίδρυσε την εταιρεία.


Τα κατεστραμμένα κτίρια του Γιοχάνεσμπουργκ

Η έλλειψη επαρκούς στέγασης είναι μια από τις πιο τοξικές κληρονομιές του καθεστώτος του Απαρτχάιντ, που κυβέρνηση τη Νότια Αφρική για περίπου πενήντα χρόνια. Οικογένειες, μετανάστες εργάτες, φοιτητές και άστεγοι πληρώνουν μεσάζοντες για οικόπεδα σε έρημες περιοχές της Πρετόρια και του Γιοχάνεσμπουργκ ή για εγκαταλελειμμένα κτίρια στα κέντρα των πόλεων.

Οι τοπικές αρχές δεν δείχνουν ιδιαίτερη συμπόνοια και τονίζουν ότι πρέπει να εφαρμόσουν το νόμο. Η επιλογή τους για... δράση είναι η αστυνομία και, για να ενισχύσουν το ανθρώπινο δυναμικό για τις εξώσεις, τα «Κόκκινα Μυρμήγκια»

Η Φάτις Μάνσιον ήταν στη δεκαετία του 1930 ένα μοντέρνο μπλοκ διαμερισμάτων στην «καρδιά» του Γιοχάνεσμπουργκ, όπου κατοικούσε η τραπεζική και δικηγορική ελίτ. Πλούσιοι, κυρίως λευκοί, κάτοικοι έφυγαν από το κέντρο της πόλης στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 αφήνοντας εκατοντάδες κτίρια στα οποία μένουν φτωχοί και μετανάστες από αγροτικές περιοχές.

Τετρακόσιοι άνθρωποι μοιράζονται τρεις βρύσες, δεν υπάρχουν τουαλέτες, ούτε ηλεκτρισμός. Οι αρχές τις πόλης τα έχουν χαρακτηρίσει «κτίρια υπό κατάληψη», καλώντας τα «Κόκκινα Μυρμήγκια» να αναλάβουν δράση.



Η επιχείρηση, στην οποία συμμετέχουν 600 «Κόκκινα Μυρμήγκια», ξεκινάει νωρίς το πρωί χωρίς προειδοποίηση. Οι ήχοι από τις αστυνομικές σειρήνες κατακλύζουν τους δρόμους και τα «Μυρμήγκια» εισβάλλουν από την είσοδο. Δεν υπάρχει αντίσταση. Τα βαποράκια, οι αρχηγοί των συμμοριών και οι εκβιαστές έχουν φύγει. Σκουπίδια, έπιπλα και στρώματα στοιβάζονται στους δρόμους.

Παιδιά μεταφέρονται έξω από τα κτίρια, τη στιγμή που μητέρες προσπαθούν να περισώσουν κάποια υπάρχοντα μέσα σε πλαστικές σακούλες. Οι περισσότεροι από τους ενήλικες γνωρίζουν ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί μια μέρα, για τα παιδιά όμως είναι σαν να καταστρέφεται ο κόσμος τους.

Ποιοι είναι οι άνδρες με τις κόκκινες στολές; Προέρχονται από πάμφτωχες πόλεις όπου κάποτε λειτουργούσαν τα ορυχεία, από μακρινές αγροτικές περιοχές, από κατάξερα ορεινά μέρη, από το Σοβέτο, από σκοτεινές γειτονιές κρυμμένες μέσα στην αστική εξάπλωση του Γιοχάνεσμπουργκ.

Οι περισσότεροι είναι νέοι, αρκετοί δεν έχουν αποκτήσει ούτε τη βασική εκπαίδευση, άλλοι έχουν ποινικό μητρώο, ενώ ορισμένοι είναι πρώην κατάδικοι. Όλοι τους, όμως, είναι φτωχοί. Πληρώνονται περίπου με δέκα δολάρια την ημέρα μαζί με λίγη τροφή. Αρκετοί είναι οι ίδιοι καταληψίες.

Ένας άφησε τη γειτονική Μοζαμβίκη για να εργαστεί σε οικοδομές στη Νότια Αφρική, όμως δεν κατάφερε να βρει δουλειά. «Η γυναίκα μου είπε "βρες δουλειά", οπότε βρήκα» λέει στον Guardian.

Ένας άλλος αναφέρει ότι έχει αδέλφια να ντύσει, να θρέψει και να τα στείλει στο σχολείο. «Σε κανέναν δεν αρέσει να κάνει αυτό, αλλά πάω στην εκκλησία κάθε Κυριακή και προσεύχομαι για την ψυχή μου και γνωρίζω ότι ο Κύριος με προσέχει ακόμη και εδώ» συμπληρώνει.

Όλοι λένε ότι αισθάνονται συμπόνοια για τους καταληψίες, αλλά... «η δουλειά είναι δουλειά».

Επικεφαλής είναι μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι, οι ιστορίες των οποίων είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την προβληματική ιστορία της χώρας. Ένας είχε πολεμήσει με τις δυνάμεις της Νοτίου Αφρικής στην Αγκόλα τη δεκαετία του 1980.

Άλλος, πρώην αστυνομικός στο Σοβέτο, με ενεργό δράση κατά του Απαρτχάιντ, δηλώνει ότι η καριέρα του τελείωσε όταν κατήγγειλε τη διαφθορά και προσθέτει ότι η νέα του δουλειά του θυμίζει τον καιρό που ήταν αστυνομικός.


Κατεδαφίζοντας παράγκες

Πρώτα βλέπεις τον καπνό, μετά ακούς το θόρυβο. Εάν η επιχείρηση πηγαίνει καλά είναι σαν να βρίσκεσαι σε εργοτάξιο. Σφυριά χτυπούν τις λαμαρίνες, μηχανές κάνουν θόρυβο, τραγούδια της εργασίας, ραδιόφωνα και διαταγές. Εάν η επιχείρηση δεν πάει καλά τότε ο θόρυβος θυμίζει μάχη. Γυαλιά που σπάνε, πέτρες πάνω σε πλαστικές ασπίδες, ποδοβολητά, πυροβολισμοί, σειρήνες και ουρλιαχτά.

Ο Σικουμπούζο Ντλαμίνι, ένας από τους επικεφαλής των «Κόκκινων Μυρμηγκιών», επιβλέπει 650 άνδρες, εξοπλισμένους με λοστούς και ασπίδες. Όλοι είναι ντυμένοι με κόκκινες φόρμες και λευκά κράνη. «Πάντα νικάμε. Πρέπει να νικήσουμε γιατί είμαστε σε εχθρικό έδαφος. Μακριά από το σπίτι» υπογραμμίζει.

Ένα περιστατικό έχει δημιουργήσει νέες κατηγορίες κατά της εταιρείας. Τα «Μυρμήγκια» προσλαμβάνονται για να «καθαρίσουν» ένα οικόπεδο όπου αναμένεται να χτιστεί εμπορικό κέντρο στις νότιες περιοχές του Γιοχάνεσμπουργκ.

Όμως οι καταληψίες είναι έτοιμοι και συγκρούονται με ματσέτες, πέτρες και ρόπαλα. Η έξωση σταματά και τα «Μυρμήγκια» αποχωρούν. Δύο καταληψίες κείτονται στο έδαφος, ο ένας πεθαίνει από τραύματα στο κεφάλι, ο άλλος είναι ήδη νεκρός.

Η βία έχει αποτέλεσμα να ξεκινήσει έρευνα από ιδιωτική εταιρεία, παρά το γεγονός ότι τα «Κόκκινα Μυρμήγκια» αρνούνται ότι έκαναν κάτι λάθος.



Χάνοντας κάποιον δικό τους

Και από τα «Κόκκινα Μυρμήγκια» υπάρχουν τραυματίες, ενώ κάποιοι έχουν σκοτωθεί. Ο Κέρβιν Γουντς πέθανε όταν καταληψίες άνοιξαν πυρ στα νότια της Λενάσια. Τα «Κόκκινα Μυρμήγκια» καταγγέλλουν ότι μέλη της κοινότητας τον μαχαίρωσαν με κατσαβίδια όταν έπεσε στο έδαφος, ενώ ετοιμάζονταν να τον κάψουν όταν κάποιοι συνάδελφοί του άρχισαν να πυροβολούν για να διαλύσουν το πλήθος.

Η κηδεία του Γουντς έγινε στο Σοβέτο με τα «Κόκκινα Μυρμήγκια» να πυροβολούν στον αέρα ως ύστατο «χαίρε» προς τον συνάδελφό τους.

Η «Χώρα του Ουράνιου Τόξου» είναι μια περιοχή διασπασμένη. Σε ένα ουράνιο τόξο όμως τα χρώματα παραμένουν διαχωρισμένα. Ο πιο βασικός διαχωρισμός είναι οικονομικός.

Τα «Κόκκινα Μυρμήγκια» είναι στην πρώτη γραμμή μιας σύγκρουσης μεταξύ εκείνων που έχουν γη και εκείνων που δεν έχουν, μεταξύ των νικητών και των ηττημένων σε μια χώρα που έχει μερικές από τις μεγαλύτερες ανισότητες στον κόσμο. Κατά τη διάρκεια του δωδεκάωρου ωραρίου τους είναι με τη μία πλευρά, όμως όταν σχολάσουν επιστρέφουν στην άλλη...

Πηγή: The Guardian
Επιμέλεια κειμένου: Χρήστος Καλλιμάνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου