11.5.18

H Δίκη της Ηριάννας και του Περικλή μάς Δείχνει πώς Χειρίζεται η Ελληνική Αστυνομία το DNA

Πραγματοποιήθηκε χθες Πέμπτη (10/5) η δεύτερη δικάσιμος της πολύκροτης δίκης της Ηριάννας Β.Λ. και του Περικλή Μπ. σε δεύτερο βαθμό. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε περίπου στις 9:30 στο κατάμεστο Εφετείο Κακουργημάτων της Λουκάρεως, με πλήθος ανθρώπων που στηρίζουν τους δύο κατηγορούμενους, να βρίσκονται τόσο εντός και εκτός της αίθουσας. 

Μπορείτε να διαβάσετε εδώ τι συνέβη στην πρώτη δικάσιμο του Εφετείου.
Αρχικά καλέστηκε ο εξαφανισμένος μάρτυρας κατηγορίας, ο πολίτης που σύμφωνα πάντα με την Αντιτρομοκρατική κάλεσε την Αστυνομία για να παραδώσει τα γνωστά όπλα της Πολυτεχνειούπολης. Ο «αγνοούμενος» μάρτυρας εν ονόματι Παπαλάμπρου, ο οποίος σύμφωνα με την Αντιτρομοκρατική ήταν ο «ιδιώτης» πολίτης που κάλεσε την Αστυνομία, επειδή είδε έναν μελαχρινό άνδρα με μακριά μαλλιά να κρύβει ένα κουτί στην Πανεπιστημιούπολη. Εκεί σύμφωνα με την κατάθεση του Αστυνομικού Γουλιαμάκη που κατέθεσε στην πρώτη δικάσιμο, βρήκαν μια σακούλα με όπλα και σφαίρες διαφόρων διαμετρημάτων σε μια πλαστική σακούλα. Τα όπλα, σύμφωνα με τον εξαφανισμένο μάρτυρα, ο οποίος σύμφωνα με την Αστυνομία δεν δύναται να εντοπιστεί ώστε να καταθέσει, θάφτηκαν λίγο πριν το τηλεφώνημά του στην Αστυνομία. Όπως και στην πρώτη δικάσιμο, ο μάρτυρας δεν εμφανίστηκε.
Η εξέταση συνεχίστηκε από εκεί που είχαν διακόψει στην προηγούμενη εκδίκαση, με τον σύντροφο της Ηριάννας να συνεχίζει την κατάθεσή του. Η εισαγγελέας ρώτησε τον Κωνσταντίνο Π. σχετικά με τις λεπτομέρειες της κοινής τους ζωής με την Ηριάννα και τον Περικλή, ενώ ο μάρτυρας ρωτήθηκε με επικριτικό ύφος αν συμφωνεί ακόμη με το άρθρο που είχε δημοσιεύσει παλιότερα στην Εφημερίδα των Συντακτών. Μάλιστα, η εισαγγελέας επεσήμανε πως δεν έπρεπε να δοθεί δημοσιότητα στην υπόθεση επειδή αυτό πυροδότητσε τους βανδαλισμούς στην Ερμού. Φυσικά, όπως είπε και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος στη μαρτυρία του, «Το πρωτόδικο δικαστήριο έπαιζε με την κοινή λογική όλων μας. Αυτή η καφκική κατάσταση έπρεπε να γίνει γνωστή γιατί δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς. Δεν γινόταν να αφήσουμε αυτές τις λογικές να κυριαρχήσουν. Ο κόσμος στέκεται δίπλα στην Ηριάννα επειδή καταλαβαίνει τον παραλογισμό». Η εισαγγελέας ωστόσο δεν σκέφτηκε πως για όλο αυτό το κύμα συμπαράστασης που έχει ξεσπάσει μετά την πρωτόδικη καταδίκη της Ηριάννας και του Περικλή, δεν ευθύνεται η δημοσιότητα που πήρε η υπόθεση, αλλά ότι η συγκεκριμένη ποινή δεν καλύπτει το περί κοινού δικαίου αίσθημα στις συνειδήσεις των πολιτών. 
Η ύπαρξη βιολογικού υλικού στον τόπο τέλεσης του εγκλήματος ή σε μέσο τέλεσης του εγκλήματος, ή σε οποιοδήποτε αντικείμενο, ακόμη και πάνω στο θύμα, δεν αποδεικνύει ότι το έγκλημα τελέσθηκε από το πρόσωπο στο οποίο ανήκει το βιολογικό υλικό.
Μια από τις πιο σημαντικές μάρτυρες αυτής της υπόθεσης ήταν η βιολόγος της Διεύθυνσης Εγκληματικών Ερρευνών της ΕΛ.ΑΣ, Αριστέα Μεθενίτη, η οποία αρχικά κατέθεσε: «Το 2011 που έγινε η πραγματογνωμοσύνη, δεν είχαμε πιστοποίηση, όπως κανένα εργαστήριο στην Ελλάδα. Η ποσότητα δείγματος αφού απέδωσε γενετικό τύπο επαναλήψιμο ήταν κατά την γνώμη μου επαρκής. Το 2011 είχαμε σύστημα στο οποίο χρησιμοποιούσαμε 16 γεν. τόπους, προσδιορίστηκαν επτά. Πρόκειται για τη μέθοδο που χρησιμοποιείται παγκοσμίως». Ο πρόεδρος του δικαστηρίου, τότε, της επεσήμανε πως «Οι βιολόγοι συνάδελφοί σας διαφωνούν» και πως «υπάρχει ένα όριο στο εαν είναι αξιόπιστη η μέθοδος του DNA». Όπως επίσης επισημάνθηκε από τον πρόεδρο, στο πόρισμα της βιολόγου δεν αναγράφεται ο ιστός που βρέθηκε, εάν δηλαδή πρόκειται για αίμα, σπέρμα ή τρίχα που βρέθηκε. Στη συνέχεια, ο πρόεδρος ρώτησε τη μάρτυρα αν υπάρχει 100% επιτυχία στην εξέταση DNA από τα εγκληματολογικά εργαστήρια και εάν την εξέταση άλλος βιολόγος αν θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα. Η ειδικός της ΕΛ.ΑΣ. απάντησε λέγοντας πως «Εμείς κάνουμε στατιστική, δίνουμε συχνότητα εμφάνισης σε γενικό πληθυσμό. Δεν μπορούμε να κάνουμε αυτή την αναγωγή, γιατί δεν υπάρχει αυτό στη στατιστική. Πρακτικά, αφού έχουμε στον ελληνικό πληθυσμό 11 εκατομμύρια ανθρώπους δεν μπορείς να βρεις αυτόν τον γενετικό τύπο σε άλλον».
Ο θεμελιωτής της μεθόδου του DNA, ωστόσο, έχει δηλώσει ο ίδιος πως η μέθοδος είναι αμφιλεγόμενη. Δεν αρκεί για να ενοχοποιηθεί κάποιος - πόσο μάλλον για να καταδικαστεί. 'Οπως είχαμε επισημάνει και παλιότερα, ακόμη και ο επινοητής της μεθόδου ανίχνευσης του DNA, Kary Mullis, ένας βραβευμένος νομπελίστας, αμφισβητεί την ιατροδικαστική χρήση της μεθόδου: «Το γεγονός ότι στον τόπο του εγκλήματος βρέθηκε DNA, το οποίο μοιάζει με το DNA κάποιου υπόπτου, θα μπορούσε να σημαίνει διάφορα πράγματα. Αν βρεις τους δύο πρώτους αριθμούς μιας πιστωτικής κάρτας, δεν μπορείς να αποδείξεις ότι δεν είναι η δική μου, αφού τα νούμερα δεν συμπίπτουν. Απαιτείται ολόκληρος ο αριθμός για να το κάνεις. Το δείγμα DNA που συλλέγεται από τα ιατροδικαστικά εργαστήρια αντιστοιχεί μόνο στους δυο πρώτους αριθμούς, έχει λοιπόν τα όριά του» (Dancing Naked in the Mind Field). Το ίδιο ακριβώς επιχείρημα του θεμελιωτή της μεθόδου χρησιμοποίησε και ο πρόεδρος, ο οποίος φάνηκε πως διαφωνεί με τη συλλογιστική της βιολόγου. Παρόλα αυτά η βιολόγος απάντησε «πρώτη φορά το ακούω».
Παράλληλα, ειδικοί που έχουν ασχοληθεί με το πώς αξιοποιείται το DNA στην ποινική δίκη έχουν επισημάνει πολλάκις πως η ταυτοποίησή του δεν είναι, όπως συνήθως νομίζεται, διαπίστωση ενός βιολογικού γεγονότος. Είναι μια νομική αξιολόγηση. Η ύπαρξη βιολογικού υλικού στον τόπο τέλεσης του εγκλήματος ή σε μέσο τέλεσης του εγκλήματος, ή σε οποιοδήποτε αντικείμενο, ακόμη και πάνω στο θύμα, δεν αποδεικνύει ότι το έγκλημα τελέσθηκε από το πρόσωπο στο οποίο ανήκει το βιολογικό υλικό.
Όπως επίσης είχε επισημανθεί από τον Γεώργιο Συλίκο (Πρόεδρο του Πανελληνίου Συλλόγου Νομικών και Πρόεδρο του Πανελληνίου Συλλόγου Επιστημόνων Ποινικολόγων) σε παλιότερο θέμα του VICE, σε ό,τι αφορά τη συχνότητα εμφάνισης στον γενικό πληθυσμό, στην οποία στηρίχθηκε η βιολόγος της ΕΛ.ΑΣ, «ακόμη και αν υπάρξει ταυτοποίηση με ορισμένο πρόσωπο, υφίσταται απλώς και μόνον μια ένδειξη για ενδεχόμενη σχέση ενός προσώπου με ορισμένο τόπο, αντικείμενο ή πρόσωπο, δεν αποδεικνύεται όμως η τέλεση του εγκλήματος. Θα ήταν χρήσιμο να προστεθεί ότι η ταυτοποίηση με την ανάλυση του DNA είναι, στην πραγματικότητα, μια στατιστική πιθανολόγηση με βάση στατιστικά δεδομένα, η οποία θα μπορούσε να γίνει με αυξημένη πιθανότητα μόνον αν υπήρχε πλήρες αρχείο του γενετικού υλικού των κατοίκων της χώρας. Όμως τέτοιο αρχείο στην Ελλάδα δεν υπάρχει και δεν πρέπει να υπάρξει, διότι δεν είναι σύμφωνο με το Ελληνικό Σύνταγμα, παραβιάζει τα ατομικά δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα και μάλιστα την αξία και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, και αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές ενός Κράτους Δικαίου». 
Πολλώ δε μάλλον όταν και η ίδια η βιολόγος της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών ερευνών παραδέχτηκε πως δεν μπορούσε να ξεχωρίσει καν τι υλικό είναι αυτό που έχει στη διάθεσή της - αν είναι σάλιο, ιδρώτας ή οτιδήποτε άλλο. Παραδέχτηκε επίσης πως το δείγμα ήταν σε τόσο μικρή ποσότητα που φοβήθηκαν μήπως το χάσουν, έτσι ώστε να δικαιολογήσει το γεγονός πως όταν η Ηριάννα και ο Περικλής ζήτησαν να εξετάσουν βάσει του νόμιμου δικαιώματους και οι ίδιοι το DNA βάσει του οποίου καταδικάστηκαν σε 13 χρόνια φυλάκισης, τους απαντήθηκε πως «το δείγμα δεν υπάρχει πια». 
Η δίκη διεκόπη και θα συνεχιστεί με την τρίτη δικάσιμο στις 24 Μαΐου με την εξέταση των δύο βιολόγων που έχουν κληθεί για την υπεράσπιση των κατηγορουμένων.

Γράφει: Άννα Νίνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου