7.3.18

Εσύ θα Σέρβιρες Καφέ σε Έναν Φασίστα;

Έλεγε ο Bertolt Brecht παρακολουθώντας τους πανηγυρισμούς μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: «Μη χαίρεστε που σκοτώσατε το κτήνος. Η σκύλα που το γέννησε ζει και είναι πάλι σε οργασμό». Ο ναζισμός και ο φασισμός, αυτές οι δύο σκύλες που συνεχίζουν να γεννούν μέχρι και σήμερα, επιβεβαιώνουν όχι μόνο το πόσο επίκαιρος καταφέρνει να παραμένει ο Γερμανός συγγραφέας. Επιβεβαιώνουν και το ότι η ανθρωπότητα έχει αποτύχει στην προσπάθειά της να σβήσει τέτοια φαινόμενα από τις συνειδήσεις των ανθρώπων πλήρως, παρά τα αποδεδειγμένα καταστροφικά αποτελέσματά τους. Σήμερα, που κάποιοι οι οποίοι έζησαν το Άουσβιτς είναι ακόμη ζωντανοί για να διηγηθούν τις ζοφερές στιγμές που έζησαν, είμαστε ακόμη αναγκασμένοι να βλέπουμε ανθρώπους που υμνούν τον Hitler.

Παρακολουθώντας τη δυναμική επανεμφάνιση του φασισμού και των νεοναζιστικών κομμάτων και οργανώσεων στην Αμερική και την Ευρώπη, αυτό που αποκαλούμε «κοινωνικό σώμα», παλεύει για κατανόηση και νοηματοδότηση. Πέρα όμως από τη θεωρητική προσέγγιση, το μεγάλο πρόβλημα είναι η καθημερινή ύπαρξη των φασιστών, το ότι κυκλοφορούν μέσα στην κοινωνία επηρεάζοντάς την. Για παράδειγμα, ένα απόγευμα Κυριακής, ούτε έναν χρόνο πριν, όταν μαζί με συναδέλφους είχαμε βρεθεί στο Αιγάλεω για να καλύψουμε την άφιξη του «ιερού σκηνώματος» της Αγίας Ελένης, ανάμεσα σε ένα αλαλάζων κοινό, γεμάτο πιστούς που έκλαιγαν, ήταν και ο φασισμός. Εκεί. Κυριολεκτικά.

Περιμένοντας την άφιξη του λειψάνου, είχαμε όλοι συγκεντρωθεί σε μια καφετέρια δίπλα στο σημείο που μας είχαν υποδείξει οι αστυνομικοί πως θα γίνει η παραλαβή-παράδοσή του. Μέσα σε αυτήν τη γεμάτη κόσμο καφετέρια και ενώ βρισκόμουν στο ταμείο για να πληρώσω τον καφέ μου, ξαφνικά ο κόσμος άρχισε να κοιτάει προς την είσοδο του μαγαζιού. Ακολουθώντας τα βλέμματα, παρατήρησα πως εκείνη τη στιγμή μπήκε γελώντας η σύζυγος του αρχηγού της Χρυσής Αυγής και ενεργό μέλος της νεοναζιστικής οργάνωσης, Ελένη Ζαρούλια, συνοδευόμενη από τον Ηλία Παναγιώταρο και ακόμη έναν Χρυσαυγίτη που δεν αναγνώριζα. Κάποιοι κοιτάζοντάς τους, είπαν «σήκω να φύγουμε», κάποιοι δεν έδωσαν καμιά σημασία και ορισμένοι πήγαν κοντά τους για τις αναμενόμενες ψηφοθηρικές χαιρετούρες.

Εκείνα τα λεπτά, ήταν σαν να μου προσέφερε η ζωή μια ταινία μικρού μήκους ώστε να κατανοήσω το πώς λειτουργεί αυτή η ιδεολογία και το πώς επιδρά σε όσους δεν την αποδέχονται. Οι υπάλληλοι του μαγαζιού, φανερά ξενερωμένοι, μαζεύτηκαν σε μια γωνία και άρχισαν να συζητούν χαμηλόφωνα μεταξύ τους. Ο ιδιοκτήτης της μικρής επιχείρησης με τον οποίο είχαμε πιάσει κουβέντα περί ανέμων και υδάτων, όταν τους είδε διέκοψε τη συζήτηση, σταύρωσε τα χέρια, έβγαλε έναν κοφτό αναστεναγμό που έμοιαζε λίγο με λύπη και άγχος, και έστρεψε το κεφάλι του προς τα κάτω φανερά ενοχλημένος. Προς τιμήν του δεν ανάγκασε κανέναν από τους υπαλλήλους του, που έδειχναν επίσης ενοχλημένοι, να τους σερβίρει. Γέμισε τρία ποτήρια νερό, τα έβαλε στον δίσκο, τους τα πήγε μαζί με μια τυπική καλησπέρα που ξεστόμισε και στη συνέχεια γύρισε για να φτιάξει τους καφέδες.

Αν κάποιος μου ζητούσε να περιγράψω με εικόνες τον φασισμό και τον νεοναζισμό, τα συγκεκριμένα καρέ θα έμπαιναν σίγουρα μαζί με τις εικόνες των ταγμάτων εφόδου, τις ομιλίες που σε κάθε λέξη τους ξεδιπλώνεται η ρητορική του μίσους και τους ναζιστικούς χαιρετισμούς της συγκεκριμένης οργάνωσης. Χωρίς φυσικά να συγκρίνονται, αφού μια δολοφονική επίθεση δεν έχει τίποτα όμοιο της. Όμως από κάπου ξεκινάμε, μέχρι να φτάσουμε στο τάγμα εφόδου. Και τα συγκεκριμένα καρέ, ήταν μια εικόνα που, με μια δεύτερη ανάγνωση, δείχνει ακριβώς το πώς επηρεάζει η συγκεκριμένη οργάνωση την καθημερινότητα των ανθρώπων που τους εχθρεύονται. Δείχνει ότι κάποιοι υπενθυμίζουν στους εαυτούς τους κάθε φορά που βλέπουν ένα φασίστα, πως δεν μπορούν να διαφωνήσουν μαζί του.

Ο ιδιοκτήτης της συγκεκριμένης καφετέριας, προφανώς υπό τον φόβο αντιποίνων, τους έφτιαξε και τους σέρβιρε καφέ παρά τη δυσαρέσκειά του. Προσπαθώντας να προστατεύσει τους εργαζόμενους και τη μικρή επιχείρησή του, συμπεριφέρθηκε στους Χρυσαυγίτες σαν να είναι απλοί πελάτες, χωρίς να δείξει την παραμικρή εναντίωση. Προφανώς και δεν είναι ο μόνος που λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Αυτήν τη στιγμή, για παράδειγμα, υπάρχουν τουλάχιστον 15-20 μέλη της Χρυσής Αυγής, αρκετά αναγνωρίσιμα από το ευρύ κοινό, κυρίως λόγω της βουλευτικής ιδιότητάς τους ή λόγω της δίκης που βρίσκεται σε εξέλιξη. Αυτά τα μέλη, κάπου βγαίνουν για καφέδες, κάπου αγοράζουν ψωμί, τσιγάρα, ρούχα. Υποθέτω πως έχουν βασικές ανάγκες που έχουν όλοι οι άλλοι, φυσιολογικοί άνθρωποι. Αντιστοίχως υπάρχουν άνθρωποι που τους εξυπηρετούν και έχουν συναλλαγές μαζί τους. Τους συναναστρέφονται και ζουν δίπλα τους. Κάποιοι προσπαθούν να τους αποφύγουν, όπως οι θαμώνες της καφετέριας που σηκώθηκαν κι έφυγαν, κάποιοι τους συμπεριφέρονται αδιάφορα, κάποιοι τους καλωσορίζουν γιατί εμφορούνται από τις ίδιες άρρωστες ιδέες.

Το να παρατηρείς πως κάποιος δεν μπορεί να διαφωνήσει σε μια κατάσταση, είναι κάπως ανατριχιαστικό. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα πιο φυσιολογικό από κάποιον που θα έλεγε «Δεν θέλω στο μαγαζί μου κόσμο που χαιρετά ναζιστικά», όμως πόσοι θα το έκαναν; Δεν θέλει ιδιαίτερη σκέψη για να διαπιστώσεις πως αν έχεις ένα μαγαζί που έχεις φτιάξει με κόπο, το οποίο σε ζει κιόλας, δεν είναι το πιο έξυπνο πράγμα του κόσμου να έρθεις σε ευθεία αντιπαράθεση με έναν φασίστα που θα ερχόταν να ψωνίσει, ρισκάροντας τη σωματική σου ακεραιότητα, την ασφάλεια των υπαλλήλων σου και την καταστροφή της πηγής των εσόδων σου. Στην ερώτηση «εσύ, τι θα έκανες;», ούτε και η ίδια γνωρίζω την απάντηση. Αυτό που ξέρω με βεβαιότητα είναι πως όποιος υποκύπτει στον φόβο ή ζυγίζει λογικά -κατά τον ίδιο- μια κατάσταση σαν κι αυτή, δεν είναι ανήθικος.

Οι φασίστες στην Ιταλίας, οι φαλαγγίτες της Ισπανίας, τα μέλη της 4ης Αυγούστου στην Ελλάδα, δημιουργήθηκαν, χρησιμοποίησαν τις συνθήκες του Μεσοπολέμου και κανονικοποιήθηκαν σταδιακά στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Ο ολοκληρωτισμός εισέβαλε ύπουλα στην καθημερινότητα των πολιτών δημιουργώντας μια «ανοσία», από την οποία αντλούσαν ενέργεια. Το ίδιο και οι Ναζί της Γερμανίας. Ελάχιστοι φαντάζονταν στα πρώιμα χρόνια του Hitler πως θα κατέληγε σε μαζικές θηριωδίες. Κατέληξε στις συγκεκριμένες θηριωδίες επίσης σταδιακά, όταν πλέον είχε αποκτηνώσει μια μερίδα ανθρώπινων ζώων που από στρατιώτες μετατράπηκαν σε δήμιοι.

Διότι όταν πιστεύουμε πως απειλούμαστε, όταν έχουμε χάσει την ελπίδα πως κάποιος θα μας προστατεύσει, όταν βρισκόμαστε σε κίνδυνο χωρίς πολλές πιθανότητες να ξεφύγουμε, η αντίδρασή μας είναι να κάνουμε τον εαυτό μας να εξαφανιστεί. Και πώς να μην αισθανθεί κάποιος απροστάτευτος όταν, για παράδειγμα, αποδεδειγμένα η Αστυνομία που υποτίθεται πως λειτουργεί υπέρ σου, γίνεται αρωγός σε βανδαλισμούς καταλήψεων από φασίστες; Σε ποιον να απευθυνθείς όταν υπάρχουν πυρήνες της Χρυσής Αυγής μέσα στην ΕΛ.ΑΣ; Kάπως έτσι αναμιγνυόμαστε μέσα σε αυτό που μας απειλεί, προκειμένου να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας. Για παράδειγμα, κάποια πειράματα, όπως αυτά του Milgram και του Stanford, έδειξαν ότι ορισμένες συνθήκες δημιουργούν τη δυνατότητα για συστημικό κακό. Και κάτω από τέτοιες συνθήκες, σχεδόν τα δυο τρίτα από εμάς θα μπορούσαμε να συμμορφωθούμε με την προσταγή για την επιτέλεση του κακού.

Ο φασισμός, ο ναζισμός και οι εκπρόσωποί του πατάνε πρωτίστως στην κοινωνικοπολιτική κατάσταση που υπάρχει. Δεν είναι τυχαίο πως ο Hitler, όπως και ο Μιχαλολιάκος που προσπαθεί απελπισμένα να ακολουθήσει το pattern του, παρουσιάστηκαν σαν Μεσσίες, σαν σωτήρες σε μια ευάλωτη κοινωνικοπολιτική κατάσταση. Ο Hitler πριν πάρει την εξουσία, υποσχόταν διάφορα πράγματα, όπως την καταστροφή των καπιταλιστικών αξιών. Φυσικά, αυτό ήταν το τελευταίο που τον ενδιέφερε. Απόδειξη γι’ αυτό είναι πως μετά τη λήψη της εξουσίας, όχι μόνο συνεργάστηκε στενά με βιομηχάνους, αλλά έγιναν οι καλύτεροι φίλοι του. Ο «ριζοσπαστικός οπορτουνισμός», όπως αποκαλείται η συγκεκριμένη τακτική, χρησιμοποιήθηκε και στην Ελλάδα, πανομοιότυπα, από τη Χρυσή Αυγή.

Ένα από τα πολύ σημαντικά προπύργια της συγκεκριμένης ιδεολογίας είναι η εκμετάλλευση του φόβου που έχουν καταφέρνει να δημιουργεί. Όπως έλεγε άλλωστε και ο Mussolini, για να χρησιμοποιήσουμε και τη γλώσσα των φασιστών, οι άνθρωποι που κουβαλούν τέτοιες ιδεολογίες βλέπουν τους άλλους ανθρώπους σαν «απλές μαριονέτες στην επιφάνεια της ιστορίας».

Αυτός ο φόβος που υπάρχει σε όλους μας είναι φυσιολογικός. Τι άλλωστε θα ήταν πιο φυσιολογικό, πιο ανθρώπινο από τον «φόβο» όταν αντικρίζεις το Τέρας; Το ζήτημα είναι η διαχείρηση και η ανάλυσή του. Όταν σερβίρεις καφέ σε έναν φασίστα, του δείχνεις με τρόπο πως υπάρχει χώρος και για εκείνον στην κοινωνία μας. Μπορείς να το κάνεις, αλλά θα πρέπει συνειδητά εκείνη τη στιγμή να γνωρίζεις πως αν κάνεις πράξεις υπό τον φόβο της τιμωρίας, στραπατσάροντας τη συνείδησή σου, μακροπρόθεσμα το τίμημα θα είναι η αποκτήνωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου