29.12.17

Μέσα στο διαδικτυακό χάος της αμερικανικής ακροδεξιάς

Τη στιγμή που οι μεγάλες εταιρείες των social media ασκούν ολοένα και πιο αυστηρή πολιτική απέναντι σε κηρύγματα μίσους και φασιστικές και ξενοφοβικές προκλήσεις, οι ακροδεξιοί προσπαθούν να δημιουργήσουν το δικό τους «παράλληλο» Διαδίκτυο. Τα αποτελέσματα τις περισσότερες φορές είναι απογοητευτικά, για εκείνους, ωστόσο ελλοχεύουν και συγκεκριμένοι κίνδυνοι.


Δυσλειτουργικές πλατφόρμες με λίγους χρήστες προσπαθούν να πλασαριστούν ως η ακροδεξιά απάντηση σε Facebook, Twitter κλπ. Εκεί υπερεθνικιστές και νεοναζί προβάλουν ελεύθερα τα κηρύγματα μίσους τους, διατυπώνουν προκλητικές απόψεις, αλλά και διασπείρουν ψευδείς ειδήσεις τις οποίες, τουλάχιστον, διαβάζουν και παρακολουθούν μόνο οι ομοϊδεάτες τους.
Η μεγάλη τεχνολογική ουτοπία, όμως, των Αμερικανών ακροδεξιών, μάλλον είναι καταδικασμένη να αποτύχει, παρά τις προσπάθειες αρκετών επιφανών μελών της αμερικανικής ακροδεξιάς.

Ένα παράλληλο ακροδεξιό σύμπαν

Πριν από μερικές ημέρες ο δημοσιογράφος Κέβιν Ρουζ των New York Times πραγματοποίησε έρευνα στις «σκοτεινές» σελίδες της αμερικανικής ακροδεξιάς, γνωστής και ως Alt Right, ενός περίεργου συνασπισμού υπερεθνικιστών, φυλετιστών, ακροδεξιών, νεοναζί και τρολς του διαδικτύκου.
Τους τελευταίους μήνες δημοφιλείς ιστοσελίδες όπως το Youtube, το Twitter και το Facebook χρησιμοποιούν πιο αυστηρή πολιτική απέναντι σε κηρύγματα μίσους και απέκλεισαν αρκετούς «αναγνωρίσιμους» ακροδεξιούς χρήστες. Η Alt Right, μετά από τις εξελίξεις αυτές, ανακήρυξε την... ανεξαρτησία της από την Σίλικον Βάλεϊ. Οι ακροδεξιοί ακτιβιστές αποφάσισαν να δημιουργήσουν τη δική τους εκδοχή μέσων κοινωνικής δικτύωσης, στα οποία όλες οι απόψεις, δηλαδή οι δικές τους, θα είναι ανεκτές, όσο ακραίες και προκλητικές κι αν είναι.
Περισσότερες από δέκα εταιρείες τεχνολογίας έχουν δημιουργηθεί με την καθεμία να υπόσχεται καταφύγιο από την πολιτική ορθότητα και τη λογοκρισία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Gab, που μοιάζει με ακροδεξιό Twitter. Ανάμεσα στους πιο επιφανείς χρήστες είναι ο ακροδεξιός Μάιλο Γιαννόπουλος, αλλά και ο Αντριου Άνγκλιν, ιδρυτής του νεοναζιστκού σάιτ Stormer. Υπάρχουν ακόμη το WrongThink, που θυμίζει το Facebook, το PewTube (Youtube), το Voat (Reddit), το Infogalactic (Wikipedia), αλλά και το GoyFundMe (Kickstarter). Υπάρχει ακόμη και το Wasp.Love, ιστοσελίδα για να μπορούν οι ακροδεξιοί να κλείνουν ραντεβού και να βρίσκουν το έτερόν τους ήμισυ.
Ο Ρουζ στο άρθρο του επισημαίνει ότι πέρασε αρκετές ημέρες μελετώντας αυτές τις υπηρεσίες, δημιούργησε λογαριασμούς και εξερεύνησε τα χαρακτηριστικά και τις λειτουργίες τους, ενώ πήρε και συνεντεύξεις από αρκετούς χρήστες. Ο ίδιος σημειώνει ότι «με την άδεια της συζύγου μου άνοιξα και λογαριασμό στο WASP.love και διαφήμισα τον εαυτό μου ως δημοσιογράφο των New York Times, αλλά κανένας δεν θέλησε να μου μιλήσει».

Η «ουτοπία» δεν λειτουργεί

Υποστηρίζει ότι τα ευρήματά του προκαλούν περισσότερο οίκτο παρά φόβο. Σίγουρα κάποιες από αυτές τις πλατφόρμες ήταν γεμάτες από ανησυχητικές αναφορές στους Ναζί, αλλά τα περισσότερα είναι κενά από περιεχόμενο, με πολύ λίγους χρήστες και ελάχιστη επίβλεψη. Ως τεχνολογικά προϊόντα είναι μάλλον δεύτερης και τρίτης κατηγορίας με αρκετά χαλασμένα links, λάθη και σημαντικές καθυστερήσεις στη φόρτωση. 
Ακόμη και οι ίδιοι οι... ακόλουθοι εμφανίζονται απογοητευμένοι από το εναλλακτικό αποτέλεσμα.
«Είμαι επενδυτής στο Gab» αναφέρει ένας χρήστης με το όνομα @AnewThomasPaine και συνεχίζει «αλλά είμαι απογοητευμένος από την πλατφόρμα. Τη χρησιμοποιώ σπάνια, καθώς υπάρχουν πολύ λίγοι ενεργοί χρήστες και πολύ λίγα καλά χαρακτηριστικά μετά από έναν χρόνο λειτουργίας».
Το Gab, οι διαχειριστές του οποίου ισχυρίζονται ότι έχει περισσότερους από 300.000 εγγεγραμμένους χρήστες, υποτίθεται ότι θα ήταν ένα ακροδεξιό success story. Η υπηρεσία βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όταν ξεκίνησε πέρυσι, καθώς συγκέντρωσε περισσότερα από ένα εκατ. δολάρια μέσω crowdfunding. Ο Ουτσάβ Σαντούχα, επικεφαλής του μέσου, είχε δηλώσει στο περιοδικό Slate ότι η εταιρεία θα ξεκινούσε μία οργάνωση με το όνομα «Τεχνολογική Συμμαχία για την Ελευθερία της Έκφρασης» και είχε ήδη στρατολογήσει περισσότερους από εκατό τεχνικούς από την Σίλικον Βάλεϊ.

Και λογοκρισία στον... ελεύθερο χώρο έκφρασης;

Σήμερα, πάντως, το Gab είναι προβληματικό και το μεγαλύτερο κομμάτι της δραστηριότητάς του προέρχεται από έναν μικρό πυρήνα χρηστών. Αρκετοί επιφανείς ακροδεξιοί, άλλωστε, το εγκατέλειψαν πολύ γρήγορα. Και το ίδιο το μέσο είχε πρόβλημα με θέματα... λογοκρισίας φέτος, καθώς είχε διαγράψει σχόλιο που κορόιδευε την Χέδερ Χέιερ, την ακτιβίστρια που σκοτώθηκε στη Σάρλοτσβιλ, κάτι που προκάλεσε αντιδράσεις από σκληροπυρηνικούς ακροδεξιούς. Ο ιδρυτής του Gab, Άντριου Τόρμπα, δεν δέχθηκε να μιλήσει στους New York Times δηλώνοντας «δεν κάνω συνεντεύξεις με μέσα που προωθούν τα fake news».

Χρηματοδοτώντας το μίσος

Αντιθέτως, ο Ρουζ μίλησε με τον Κόντι Γουίλσον, έναν προγραμματιστή από το Τέξας ο οποίος βρίσκεται πίσω από το Hatreon, μία πλατφόρμα που δημιουργήθηκε για να προσφέρει υπηρεσίες crowdfunding για σχέδια που θεωρούνται πολύ «επικίνδυνα» για να χρηματοδοτηθούν από άλλες παλτφόρμες όπως το Kickstarter και το Patreon.
Το Hatreon ξεκίνησε πολύ καλά με περισσότερους από 400 ακροδεξιούς να συγκεντρώνουν περίπου 25.000 δολάρια το μήνα μέσω της πλατφόρμας, όμως τον τελευταίο καιρό έχει πέσει σε ανυποληψία. Ο Γουίλσον σημειώνει ότι μία μεγάλη εταιρεία πιστωτικών καρτών σταμάτησε να εξυπηρετεί το Hatreon κάτι που εμπόδισε αρκετούς χρήστες από το να συμμετάσχουν στη χρηματοδότηση σχεδίων. Σήμερα το Hatreon, επισήμως, αναφέρει ότι είναι εκτός λειτουργίας για τεχνικούς λόγους. Ο ίδιος ο Γουίλσον, πάντως, δεν θεωρεί τον εαυτό του ακροδεξιό, ενώ εκτιμά ότι όλες αυτές οι πλατφόρμες δεν θα μπορέσουν σε καμία περίπτωση να γίνουν βιώσιμες οικονομικά.
Τα πράγματα δεν είναι πολύ καλύτερα για το WrongThink, το οποίο βγήκε online το 2016 με την ελπίδα να γίνει μία εναλλακτική του Facebook για ακροδεξιούς και νεοναζί. Έναν χρόνο μετά η πλατφόρμα έχει μόλις 7.000 εγγεγραμμένα μέλη, όπως τουλάχιστον αναφέρει ο ιδρυτής του.

Δύσκολες εμπορικές σχέσεις και έλλειψη ταλέντου

Οι ακροδεξιοί και οι νεοναζί προσπαθούν εδώ και χρόνια να δημιουργήσουν τις δικές τους πλατφόρμες με ελάχιστη επιτυχία.  Πριν από μία δεκαετία πολλά εθνικιστικές ιστοσελίδες με ονόματα όπως New Saxon, PodBlanc δημιουργήθηκαν για να συναγωνιστούν τα Myspace, Friendster και άλλες πλατφόρμες της εποχής, όμως τα περισσότερα κατέρρευσαν όταν οι δημιουργοί τους ξέμειναν από χρήματα ή αντιμετώπισαν νομικά προβλήματα. 
Οι διαχειριστές των υπηρεσιών αυτών αναμένουν την εφαρμογή των απαγορεύσεων και στο Twitter (την επόμενη εβδομάδα) ελπίζοντας ότι αυτό που οι ίδιοι ονομάζουν «λογοκρισία» θα φέρει περισσότερους απογοητευμένους χρήστες στις δικές τους υπηρεσίες.
Αλλά ο Μαρκ Πιτκαβάτζ, ο οποίος παρακολουθεί τον ακροδεξιό εξτρεμισμό για λογαριασμό του Anti-Defamation League (εβραϊκή διεθνής οργάνωση που μάχεται κατά του αντισημιτισμού) εκτιμά ότι αυτές οι εταιρείες αντιμετωπίζουν σημαντικά δομικά προβλήματα. Όχι μόνο πρέπει να δημιουργήσουν ένα αμφιλεγόμενο προϊόν και να προσεγγίσουν χρήστες, αλλά πρέπει να το κάνουν και χωρίς πρόσβαση σε «κλασικές» πηγές χρηματοδότητας, όπως επενδυτές και επενδυτικές εταιρείες. Παράλληλα, δυσκολεύονται να βρουν εταιρείες να φιλοξενήσουν τις υπηρεσίες τους και να επεξαργαστούν πληρωμές.
«Το Διαδίκτυο είναι ομαδικό τόλμημα. Βασίζεται στον πάροχο internet, στην εταιρεία που θα σου δώσει όνομα, σε εταιρεία που επεξεργάζεται πληρωμές από πιστωτικές κάρτες. Είναι πολύ σύνηθες ένας ή περισσότεροι από αυτούς να μην θέλουν να συνεργαστούν επιχειρηματικά με μία ακροδεξιά οργάνωση» σημειώνει.
Υπάρχει, ακόμη, έλλειψη ταλέντου σε αυτές τις εταιρείες, καθώς αρκετοί βασίζονται σε εθελοντές και λίγοι μπορούν να πληρώσουν επαγγελματίες προγραμματιστές. 
Οι ακροδεξιές πλατφόρμες είναι, επιπρόσθετα, αντιμέτωπες με τις δυνάμεις της αγοράς που πιέζουν όλες τις μικρές εταιρείες και τις start-ups. Ένα μεγάλο κομμάτι της βασικής αρχιτεκτονικής του Διαδικτύου ελέγχεται από το Facebook, την Google, την Apple και την Amazon. Χωρίς την υποστήριξη από τους γίγαντες της Σίλικον Βάλεϊ είναι πολύ δύσκολο για όποια εταιρεία να ανταπεξέλθει στον ανταγωνισμό.

Τα καλά και τα κακά νέα

Τα καλά νέα είναι ότι η ελπίδα των ακροδεξιών και των νεοναζί για ένα παράλληλο δικό τους internet είναι καταδικασμένες να αποτύχουν. Τα κακά είναι πως χωρίς να υπάρχει ένα λειτουργικό παράλληλο σύστημα, ίσως να είναι πιο δύσκολο να περιοριστούν οι νεοναζιστικές και άλλες προκλητικές απόψεις και ιδεολογίες σε μικρές γωνίες του Διαδικτύου που δεν χρησιμοποιούνται από το ευρύ κοινό. 
Το Facebook και το Twitter ενδέχεται να παραμείνουν τα βασικά πεδία ιδεολογικής μάχη και η ευθύνη να παραμείνουν τα μέσα αυτά «καθαρά» από κηρύγματα μίσους θα παραμείνει στα χέρια των εταιρειών αυτών.
Με πληροφορίες από τους New York Times
Μετάφραση/Επιμέλεια : Χρήστος Καλλιμάνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου