2.11.17

Μια κουβέντα με τον Γιάννη Αγγελάκα για την πολιτική, την καθημερινότητα και τον φασισμό

Είναι τρομερά δύσκολο να μιλήσεις για τον Γιάννη Αγγελάκα, χωρίς να μιλήσεις για τον εαυτό σου: Για τα πρώτα αδέξια εφηβικά ξενύχτια με την «Ταξιδιάρα Ψυχή», για τα sleeping bag που έστησες στα παγωμένα πατώματα των φοιτητικών καταλήψεων ουρλιάζοντας «Θ' Ανατέλλω», για τα μάτια που έτσουζαν από τα δακρυγόνα στο Σύνταγμα, με την πεισματική λούπα «Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ». 
Αλλά και για κάθε στιγμή που αναγεννιόταν ο κόσμος στα υγρά σεντόνια ενός καινούργιου έρωτα και σιγοτραγουδούσες «Όπως ξυπνούν οι εραστές», για εκείνες τις φορές που το βάρος της ύπαρξής σου έμοιαζε αβάσταχτο, που τσαλαβουτούσες βαθιά στα σκοτάδια σου και επέστρεφες με τη σκέψη ότι «ειν' η αγάπη ένα ταξίδι από γιορτή σε γιορτή» («κι από πληγή σε πληγή»). Όπως και για την οργή που πάλλεται κάθε 6η του Δεκέμβρη, για την αλληλεγγύη στην Ηριάννα, για τον όρκο τιμής που δώσαμε κάτω από το μνημείο του Παύλου Φύσσα, ότι δεν θα περάσει ο φασισμός.

Ο Γιάννης Αγγελάκας ήταν πάντα εκεί. Βασικός εκπρόσωπος μιας ανήσυχης γενιάς που δεν θαμπώθηκε από την απατηλή λάμψη του lifestyle, που απέρριψε το βόλεμα ως πυξίδα ζωής, που έφτιαχνε αντίλογους στην εξουσία. Έγινε ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της, σε εποχές που απεχθάνονται την ποίηση.

Συναντηθήκαμε ένα πρωινό καθημερινής, σε μια απόμερη γωνία των Πετραλώνων, καλά προστατευμένη από τα νευρικά κορναρίσματα και την ψυχολογία της καταναγκαστικής ρουτίνας. Ξεκίνησε μια ακομπλεξάριστη και ειλικρινή συζήτηση για όλα. Επανέλαβε κάνα δυο φορές ότι είναι 58 χρονών. Αυτή ενδεχομένως είναι μια ασήμαντη πληροφορία: Παραμένει μια άχρονη, αιρετική και συνάμα ρομαντική φωνή που απλώνεται γύρω από υψωμένα χέρια.


VICE: Mια δήλωση που κάνατε με τον Παύλο Παυλίδη σε παλιότερη συνέντευξη, σχετικά με τη γέννηση του ελληνικού ροκ, παρερμηνεύτηκε, προκαλώντας πολύ θόρυβο. Σε τρομάζει ο τρόπος που κάποιοι άνθρωποι βρίσκονται με το δάχτυλο στη σκανδάλη, έτοιμοι να την πατήσουν επί δικαίων και αδίκων;Γιάννης Αγγελάκας: Όχι, δεν με τρομάζει, συμβαίνουν αυτά. Όλα ξεκίνησαν από τη λάθος γνώμη ενός δημοσιογράφου, που δεν διάβασε καν ολόκληρη τη συνέντευξη. Κάποιοι ψοφάνε για παρεξήγηση. Λες και είπαμε εμείς ποτέ ότι πριν από μας δεν υπήρξε τίποτε. Αντίθετα, σε κάθε συνέντευξη τιμούμε όσους μας ενέπνευσαν ως πιτσιρικάδες - τον Παύλο, τον Πουλικάκο και τους άλλους. Με τον όρο «Big Bang» δεν εννοούσαμε την απαρχή του ελληνικού ροκ. Εμείς οι ίδιοι, εξάλλου, ήμασταν γκρουπ από το 1982, αλλά βρισκόμασταν στο περιθώριο, κάναμε άλλες δουλειές για να ζήσουμε. Το 1993 ξεκίνησε αυτή η διαδικασία να αποκτά μεγαλύτερα ακροατήρια. Είχε πλάκα, όμως, όλο αυτό. Τώρα, ο κόσμος που καταλαβαίνει, καταλαβαίνει. Όποιος δεν θέλει να καταλάβει, είναι δικό του πρόβλημα.

Οι συναυλίες που κάνατε με τον Παύλο Παυλίδη, αλλά και αυτές που κάνεις με άλλους καλλιτέχνες είναι πάντα γεμάτες κόσμο, παρότι αυτό το πρότυπο δεν προβάλλεται καθόλου από την τηλεόραση. Υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ τηλεοπτικής και πραγματικής ζωής;Τεράστιο χάσμα. Υπήρχε ήδη από τη δεκαετία του '90, όταν όλοι έδειχναν την Ελλάδα να χορεύει στα τραπέζια και να καίει χαρτονομίσματα, σιγοντάροντας τη νεοελληνική βλακεία. Εμείς πάντα λειτουργούσαμε ως αντίλογος στο τι αποβλακώνει τον κόσμο - και τότε και τώρα. Την τηλεόραση την κρατάμε σε απόσταση. Επιλέγουμε τα Μέσα που θα δώσουμε κάποια συνέντευξη, μια στο τόσο. Παρόλα αυτά, μας ακούνε, κάνουμε συναυλίες κάνουμε και τέλος πάντων, ζούμε από αυτό που κάνουμε.

Πήγαμε με τον Παύλο στη Λάρισα και παίξαμε σε 1.000 άτομα. Τρεις μέρες νωρίτερα, ήταν ο Ρέμος με διάφορους και γέμισαν ένα στάδιο με 10.000 άτομα.

Αναφέρθηκες στο '90, που όλα τα προβλήματα έμοιαζαν λυμένα και εσείς σαν μια παραφωνία του lifestyle. Νιώθεις ότι μ' έναν τρόπο η ανησυχία που εκφράζατε τότε ήταν ένα πρελούδιο κινδύνου γι' αυτό που ζούμε σήμερα;Φυσικά. Μπορώ να σου πω ότι μέσα στην κρίση, μας ανακάλυψαν και κάποιοι παραπάνω. Ξέρεις, υπάρχει κάτι στη στάση σου, στην ηθική σου, που σιγά-σιγά με τον χρόνο δουλεύει προσθετικά, σε ανακαλύπτουν καινούργιοι, αλλά το σκέφτονται ξανά και οι παλιότεροι που δεν σε έπαιρναν στα σοβαρά. Βέβαια, ποτέ δεν δικαιώνεσαι στην Ελλάδα. Σήμερα, με όλη αυτήν την ταλαιπωρία που έχει υποστεί αυτή η χώρα, η τηλεόραση εξακολουθεί να επιβάλλει την υποκουλτούρα. Πήγαμε με τον Παύλο στη Λάρισα και παίξαμε σε 1.000 άτομα. Τρεις μέρες νωρίτερα, ήταν ο Ρέμος με διάφορους και γέμισαν ένα στάδιο με 10.000 άτομα. Δεν άλλαξε και τίποτα φοβερό. Αισθητικά, η κοινωνία με τα ίδια φαντάσματα συνεχίζει. Η βλακεία ποτέ δεν πεθαίνει. Είναι αήττητη.

Ναι, βέβαια το να κάνεις sold out συναυλία στην Τεχνόπολη είναι κάπως ενθαρρυντικό, δείχνει ότι υπάρχει κόσμος που αναζητά εναλλακτικά μονοπάτια έκφρασης.
Ποτέ δεν είχα αποθαρρυνθεί, για να σου πω την αλήθεια. Πάντα πίστευα ότι υπάρχει τέτοιος κόσμος. Αυτό φαίνεται στις δικές μας συναυλίες, στις συναυλίες του Θανάση, στην τεράστια συναυλία που έγινε για την Ηριάννα. Σ' αυτά τα γεγονότα συγκεντρώνονται άνθρωποι και ανακαλύπτουν ότι δεν είναι μόνοι.

Είμαι σίγουρη ότι με την επιτυχία που γνώρισες -τόσο με τις Τρύπες όσο στη μετέπειτα πορεία σου- σίγουρα θα υπήρχαν πολλές προτάσεις «ενσωμάτωσης» σε ένα πιο mainstream μοντέλο. Σε ακούμπησαν καθόλου;Όχι. Ήδη από την εποχή με τις Τρύπες, είχαμε τέτοιες προτάσεις. Αρνιόμασταν. Δεν υπήρχε κανένας λόγος. Ελεύθεροι ήμασταν, μια χαρά περνούσαμε, κάναμε ό,τι θέλαμε, ηχογραφούσαμε όποτε είχαμε τραγούδια, δεν μας πίεσε ποτέ καμία εταιρεία, δεν μπήκαμε ποτέ στο τριπάκι να αγχωθούμε περί καριέρας. Δεν μας απασχολούσαν ποτέ τέτοια πράγματα. Ούτε σήμερα με απασχολούν - και αν αύριο με ξεχάσουν όλοι, θα βρω έναν τρόπο να ζω αξιοπρεπώς.

«Είναι πολύ περίεργη η σχέση που δημιουργεί ένας πιτσιρικάς μ' ένα άκουσμα που το νιώθει δικό του. Όπως τώρα έρχονται άνθρωποι που μου λένε, "δεν σε ξέρω, αλλά είναι σαν να σε ξέρω"»

Είχες πει κάποια στιγμή ότι «η μουσική είναι η απόλυτη θρησκεία». Άλλες θρησκείες, με την πιο παραδοσιακή έννοια, σε συγκίνησαν ποτέ; Πίστεψες ποτέ ότι υπάρχει κάτι άλλο πέρα από αυτό που ζούμε;Πάντα πιστεύεις σε κάτι άλλο. Δεν υπάρχει κόσμος που να αγαπάει τη μουσική και να μην πιστεύει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο και μεγαλύτερο από αυτό που αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις του. Η μουσική είναι ένας τρόπος να δεις πέρα από την απτή πραγματικότητα, να ανοιχθείς σε πραγματικότητες που κρύβονται πίσω από αυτήν που μας έχουν δώσει ως δεδομένη. Στον πυρήνα της η μουσική μεταφέρει ενέργεια και συναισθήματα. Αυτό από μόνο του έχει μια θρησκευτικότητα. Πιστεύω, λοιπόν, αλλά όχι «εις έναν Θεό», ούτε σε 12 θεούς. Πιστεύω ότι η ζωή μας έχει νόημα, παρότι τα τελευταία χρόνια, στην παρακμή του καπιταλισμού που ζούμε, οι οργανωμένες θρησκείες, μαζί με τις εξουσίες, προσπαθούν να μας πείσουν ότι η ζωή μας δεν έχει καμία αξία. Η δική μας δουλειά είναι να μεταφέρουμε την πίστη ότι το πράγμα δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε, ότι οι ζωές μας αξίζουν τον κόπο και ότι το σύμπαν έχει λόγο ύπαρξης.

Ούτε η σχέση που είχες παλιά με τον Μανώλη Ρασούλη σ' επηρέασε προς την πλευρά του ινδουισμού ή του βουδισμού;Όχι, δεν έχω μπλέξει όπως ο Ρασούλης. Ήμουν πάντα κρατημένος μ' αυτά. Διάβαζα, βέβαια. Άκουγα. Ο ινδουισμός έχει μια γοητεία, αν και ως οργανωμένη θρησκεία καταπιέζει κι αυτήν τον κόσμο. Στη θεωρία του κουβαλάει μιαν αντίληψη που σε οδηγεί στην αυτοευθύνη. Αλλά και στην Καινή Διαθήκη μπορείς να βρεις φωτεινά σημεία. Ωστόσο, τα υπόλοιπα είναι σκοτεινά, μισαλλόδοξα, μισογυνικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου