8.10.17

Κεντρική Μεσόγειος: ευρωπαϊκές προτεραιότητες, λιβυκές πραγματικότητες

Οι τρεις πρώτοι μήνες του 2017 σήμαναν την κλιμάκωση μιας πρωτόγνωρης περιόδου, κατά την οποία μη κυβερνητικές οργανώσεις ανέλαβαν το κύριο μερίδιο της ευθύνης για τη διάσωση ζωών προσφύγων και μεταναστών στη Μεσόγειο.

Καθώς μεγάλωναν η κλίμακα και ο αντίκτυπος των επιχειρήσεων των ΜΚΟ, ο ρόλος τους στα προσφυγικά και μεταναστευτικά ρεύματα της κεντρικής Μεσογείου τέθηκε υπό αμφισβήτηση όσο ποτέ άλλοτε.
Η καχυποψία για τον ανθρωπιστικό τους ρόλο ολοένα εντεινόταν εν μέσω κατηγοριών για συνέργεια στη διακίνηση ανθρώπων.
Μέχρι τον Σεπτέμβριο, οι διαρκείς απειλές και ο εκφοβισμός σε βάρος τους μείωσαν την παρουσία των ιδιωτών διασωστών σε μια χούφτα σκάφη.
Παίρνοντας τη σκυτάλη των επιθέσεων εναντίον τους από τον Οργανισμό Ευρωπαϊκής Συνοροφυλακής και Ακτοφυλακής Frontex, δύο Σικελοί εισαγγελείς συνέβαλαν καθοριστικά στη δυσφήμηση των ΜΚΟ.
Ο Καρμέλο Τζουκάρο στην Κατάνη ανακοίνωσε τον Φεβρουάριο πως είχε συγκροτήσει ειδική ομάδα για να διερευνήσει τους ισχυρισμούς πως διακινητές χρηματοδοτούσαν τα διασωστικά σκάφη των ΜΚΟ.
Ετσι απέκτησε εθνικό προφίλ και δέχτηκε επαίνους από τα δύο μεγαλύτερα λαϊκιστικά κόμματα της ιταλικής αντιπολίτευσης.
Οταν ο Τζουκάρο παραδέχτηκε αργότερα ότι δεν διέθετε καμία απόδειξη για τέτοια συνέργεια, αλλά αντίθετα εξέφραζε απλά μια «υπόθεση», το θέμα πέρασε στα ψιλά των εφημερίδων.
Ο δεύτερος ήταν ο Αμπρότζιο Καρτόζιο, ένας εισαγγελέας από το Τράπανι, ο οποίος ξεκίνησε επίσημη έρευνα για πιθανή συνέργεια μεταξύ ανθρωπιστικών οργανώσεων και διακινητών.
Οι λεπτομέρειες όμως από την έρευνά του ξεσκέπασαν την έκταση των προσπαθειών να σπιλωθούν οι ΜΚΟ.

Υπηρεσίες πληροφοριών και ακροδεξιοί

Δικαστικά έγγραφα σχετικά με την υπόθεση αποκάλυψαν πως οι ιταλικές υπηρεσίες πληροφοριών διείσδυσαν στο πλήρωμα διασωστικού σκάφους ΜΚΟ, του Vos Hestia.
Τριμελής ομάδα από ιδιωτική εταιρεία ασφάλειας πάνω στο εμπορικό πλοίο -ναυλωμένο από την οργάνωση Save the Children με έδρα τη Βρετανία- έδινε αναφορά όχι μόνο στον εισαγγελέα του Τράπανι αλλά επίσης στις ιταλικές υπηρεσίες πληροφοριών και στον Ματέο Σαλβίνι, τον λαλίστατο αρχηγό της ακροδεξιάς Λέγκας του Βορρά, έναν ευρωβουλευτή που έπαιξε κυρίαρχο ρόλο στην τροφοδότηση της δημόσιας καχυποψίας απέναντι στις ΜΚΟ.
Η IMI, η εταιρεία ασφάλειας που προσελήφθη από τη Save the Children, συνδέθηκε από τον ερευνητή δημοσιογράφο Αντρέα Παλαντίνο με την ακροδεξιά ομάδα ακτιβιστών Defend Europe.
Οταν ο Παλαντίνο απέκτησε μια λίστα μελών κλειστής ομάδας στο Facebook για τους εργαζόμενους της IMI, ανακάλυψε το όνομα του Τζιανμάρκο Κόνκας, ενός πρώην αξιωματικού του ιταλικού ναυτικού και εκπροσώπου Τύπου της Generation Identitaire, της ομάδας πίσω από τη Defend Europe και την αντιμεταναστευτική αποστολή του πλοίου C-Star στη Μεσόγειο.
Ο Κρίστιαν Ρίτσι, επικεφαλής της IMI, αρνήθηκε πως η εταιρεία είχε διασυνδέσεις με την Defend Europe, δεν μπόρεσε όμως να εξηγήσει την παρουσία του Κόνκας στην κλειστή ομάδα του.

Συνέργεια ακτοφυλακής - διακινητών

Καθώς οι νομικές προκλήσεις και οι πολιτικές επιθέσεις εναντίον των ΜΚΟ συνεχίζονταν σε όλη την Ευρώπη, η Ε.Ε. επιτάχυνε την υποστήριξή της στη λιβυκή ακτοφυλακή, η οποία εμπόδιζε τα διασωστικά πλοιάρια και γύριζε πίσω τους πρόσφυγες και τους μετανάστες από τη θάλασσα.
Η Ε.Ε. αδυνατεί να προμηθεύσει απευθείας τη Λιβύη με σκάφη περιπολίας λόγω του εμπάργκο όπλων από τον ΟΗΕ, οπότε επικεντρώθηκε αντ’ αυτού στην εκπαίδευση των Λίβυων.
Η εκπαίδευση άρχισε τον Οκτώβριο του 2016 με ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 7,2 εκατομμυρίων δολαρίων και τη συνεισφορά στρατιωτικών εφοδίων και προσωπικού από κράτη-μέλη.
Οι Λίβυοι χωρίστηκαν σε δύο ομάδες πάνω στο ιταλικό πλοίο San Giorgio και στο ολλανδικό Rotterdam.
Μεταξύ των εννέα μεταφραστών που προσελήφθησαν για την αποστολή ήταν ο Ράμπι Μπουαλέγκ, ο οποίος γεννήθηκε στην Τυνησία αλλά ζει στο Παλέρμο της Σικελίας.
Ο Μπουαλέγκ δήλωσε πως εκπαιδευόμενοι του μίλησαν για συχνή συνέργεια ανάμεσα στην ακτοφυλακή και τις συμμορίες διακινητών. Οι Λίβυοι του παραπονέθηκαν επίσης ότι δεν είχαν πληρωθεί επί οκτώ μήνες.
Ο μεταφραστής είπε πως ένα μέλος της λιβυκής ομάδας πάνω στο πλοίο Rotterdam ζήτησε άσυλο από τους Ολλανδούς με αντάλλαγμα να κατονομάσει έναν «βασιλιά της διακίνησης», ο οποίος παράλληλα είχε τον ουσιαστικό έλεγχο της ακτοφυλακής στο λιβυκό λιμάνι Σαμπράθα.
Αξιωματούχοι από την ευρωπαϊκή ναυτική επιχείρηση Sophia αρνήθηκαν να σχολιάσουν τον ισχυρισμό.
Μετά την πρώτη φάση, επετράπη στους Λίβυους να επιστρέψουν στα σπίτια τους προτού επιβιβαστούν για περαιτέρω εκπαίδευση στο San Giorgio από το λιμάνι της Μισράτα στις αρχές Δεκεμβρίου 2016.
Το μεταγωγικό πλοίο για αμφίβιες επιχειρήσεις είχε καθυστερήσει αρκετές μέρες καθώς οι εκπαιδευόμενοι κατέβηκαν σε απεργία· δύο πηγές ανέφεραν πως βρίσκονταν υπό πίεση από τις οικογένειές τους να απαιτήσουν χρηματικά μπόνους ισάξια με τα λαδώματα που έπαιρναν παλιότερα από διακινητές.
Αξιωματούχοι της Ε.Ε. έχουν αρνηθεί να σχολιάσουν κατά πόσον οι απόφοιτοι του προγράμματος έχουν εμπλακεί σε οποιοδήποτε από τα περιστατικά βίας ή απειλών της ακτοφυλακής ενάντια σε σκάφη ΜΚΟ.

Η ιστορία της Ελεν

Η Ελεν είδε πρώτη φορά τη Μεσόγειο μετά από εβδομάδες παράτυπου ταξιδιού. Από το σπίτι της στην Ερυθραία στο Κέρας της Αφρικής, μετακινήθηκε σε προσφυγικό καταυλισμό στην Αιθιοπία και διέσχισε την απεραντοσύνη του Σουδάν και της ερήμου στη νότια Λιβύη.
Η οικογένεια της 23χρονης πλήρωσε 4.000 δολάρια σε κύκλωμα Ερυθραίων και Σουδανών διακινητών και άλλα 2.000 δολάρια σε Λίβυους, που παρείχαν το φουσκωτό στο οποίο επρόκειτο να επιβιβαστεί μια νύχτα του Μαΐου μαζί με άλλες 70 γυναίκες και παιδιά.
Το σκάφος δεν απέπλευσε ποτέ από την ακτή. Ενοπλοι άντρες, που κατέφτασαν με φορτηγό, έθεσαν υπό κράτηση την ομάδα και τη μετέφεραν σε ένα μέρος σαν φυλακή εκεί κοντά.
Στις πύλες είπαν σε ορισμένες γυναίκες ότι απελευθερώνονται ενώ άλλες, συμπεριλαμβανομένης της Ελεν, οδηγήθηκαν στο κατάμεστο οικοδόμημα. Αργότερα ανακάλυψε πως οι συνταξιδιώτισσές της δεν είχαν αφεθεί ελεύθερες. Είχαν πουληθεί.
Περίπου οι μισές από τις αιχμάλωτες μεταφέρθηκαν σε μια βρώμικη αποθήκη.
Οταν μπήκαν μέσα, τους έδωσαν τηλέφωνα και τους είπαν πως η απελευθέρωσή τους θα κόστιζε στις οικογένειές τους 2.200 δολάρια.
Ενδιάμεσα στα φρενήρη τηλεφωνήματα σε συγγενείς, μεθυσμένοι φρουροί περίμεναν τη σειρά τους για να βιάσουν κάποιες από τις γυναίκες.
Στο μεσοδιάστημα η παραμονή της Ελεν στο κέντρο κράτησης διακόπηκε όταν την πούλησαν σε λιβυκή πολιτοφυλακή, που την πήγε στην Τρίπολη.
Εμεινε έγκλειστη μαζί με άλλες γυναίκες σε ένα συνηθισμένο σπίτι σε μια γειτονιά, η οποία νομίζει πως βρισκόταν κοντά στο κέντρο της πόλης.
Οι άντρες που την κρατούσαν έπαιρναν ναρκωτικά, απειλούσαν και κακοποιούσαν σεξουαλικά τις γυναίκες. Οταν κάποιες αντιστάθηκαν στις απόπειρες εκμετάλλευσης των δεινών τους για εκβιαστική απόσπαση χρημάτων από τις οικογένειές τους, τους πήραν τα παιδιά τους έως ότου να συμμορφωθούν.
Οσο βρισκόταν σε εκείνο το σπίτι, η Ελεν ξανασυνάντησε μερικές γυναίκες από την ομάδα με την οποία είχε προσπαθήσει να συνταξιδέψει τον Μάιο και έμαθε τι τους είχε συμβεί.
Μέχρι τον Αύγουστο είχαν πληρωθεί αρκετά χρήματα και οι περισσότερες γυναίκες επεστράφησαν στους Ερυθραίους διακινητές, που τις μετέφεραν σε ένα «σπίτι-σύνδεσμο» στην πόλη Μπάνι Ουαλίντ, έναν από τους κόμβους διακίνησης και εμπορίας ανθρώπων στη Λιβύη.
Μετά από μια εφιαλτική περιήγηση στις ελεεινές επιλογές για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες στη Λιβύη -από επίσημα κέντρα κράτησης σε παράνομες αποθήκες, σπίτια πολιτοφυλακών και σπίτια-συνδέσμους- η Ελεν δεν βρίσκεται πιο κοντά στη δραπέτευση.
Νέες δυνάμεις στα παράλια είχαν αρχίσει να σταματούν τον απόπλου όλων των πλοιαρίων.

«Πείτε τους ότι η χρυσή εποχή τελείωσε»

Οταν ο αριθμός των προσφύγων και των μεταναστών που έφταναν στην Ιταλία διά θαλάσσης μειώθηκε δραματικά φέτος -από 46.518 τον Μάιο και τον Ιούνιο σε κάτι περισσότερο από 15.000 τον Ιούλιο και τον Αύγουστο-, η αιφνίδια αλλαγή κατέπληξε τους περισσότερους παρατηρητές.
Ενόσω η Ε.Ε. εξέδιδε τεχνικές ενημερώσεις για την ατζέντα της που έδειχναν να έχουν μικρό αντίκτυπο, μια συγκαλυμμένη, παράλληλη διαδικασία για ανακοπή της μετανάστευσης στην Ευρώπη βρισκόταν σε εξέλιξη, με επικεφαλής την Ιταλία.
Τον Ιούνιο, ομάδα γερόντων στο λιβυκό λιμάνι Σαμπράθα, ένα από τα βασικά σημεία αναχώρησης για πρόσφυγες και μετανάστες, προσκλήθηκαν σε μια συνάντηση με εκπροσώπους της ιταλικής κυβέρνησης, όπως τους είπαν.
Σύμφωνα με έναν γέροντα που ήταν παρών, τους ζητήθηκε να μεταφέρουν ένα μήνυμα στους βασικούς διακινητές«Πείτε τους ότι η χρυσή εποχή τελείωσε».
Σε όσους συμμορφώνονταν με την προειδοποίηση θα επιτρεπόταν να κρατήσουν τις παράνομες περιουσίες που είχαν αποκτήσει, τόνισαν οι επισκέπτες στους γέροντες, και θα τους δινόταν η ευκαιρία να ξεπλύνουν τη φήμη τους με φαινομενικά νομότυπους ρόλους στις υπηρεσίες ασφαλείας της Λιβύης.
Οσοι δεν υπάκουαν θα έμπαιναν στο στόχαστρο με ταξιδιωτικές απαγορεύσεις και κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων, καθώς και με σαφή απειλή δίωξης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, το οποίο επισήμανε τον Μάιο πως έχει «θορυβηθεί από τη φύση και την κλίμακα των εγκλημάτων που φέρονται να διαπράττονται σε βάρος προσφύγων και μεταναστών» και εξετάζει τη δικαιοδοσία του.
Στις αρχές Ιουλίου ο Μάριο Μορκόνε, προσωπάρχης του υπουργού Εσωτερικών της Ιταλίας, Μάρκο Μινίτι -ο οποίος έχει διατελέσει και πολιτικός προϊστάμενος των ιταλικών υπηρεσιών πληροφοριών- συναντήθηκε στη Ρώμη με αξιωματούχους από την Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.
Σύμφωνα με κάποιον παρόντα στη συνάντηση, ο Μορκόνε τους είπε πως η δραματική πτώση των θαλάσσιων διελεύσεων θα συνεχιζόταν, αποδίδοντάς την σε επιτυχημένες συνομιλίες με λιβυκούς δήμους και σε υποσχέσεις για αναπτυξιακή βοήθεια.
Στο έδαφος της Λιβύης, η «στρατηγική για τους δήμους» συμπεριελάμβανε μια χούφτα Λίβυων «βασιλιάδων της διακίνησης», που είναι ευρέως γνωστοί στις υπηρεσίες πληροφοριών της Ευρώπης.
Ο Αμπντουραχμάν αλ-Μίλαντ, επικεφαλής της ακτοφυλακής στη Ζαουίγια, ήταν ο πρώτος που ταυτοποιήθηκε ως βασικός διακινητής από την Ιταλίδα ερευνήτρια δημοσιογράφο Νάνσι Πόρσια.
Ξάδερφος των αδερφών Χούσλαφ -του Μοχάμεντ και του Ιμπραήμ που ελέγχουν τις κύριες πολιτοφυλακές της Ζαουίγια, το διυλιστήριο πετρελαίου και το λιμάνι- ο 28χρονος ακούει στο πολεμικό ψευδώνυμο «Αλ Μπίζα».
Ανέλαβε την ακτοφυλακή της Ζαουίγια από άλλο αξιωματούχο που μετατέθηκε στην Τρίπολη, έχοντας δεχτεί απειλές για τη ζωή του. 
Παρότι τον Ιούνιο κατονομάστηκε σε έκθεση κλιμακίου εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ για ανάμιξη σε δραστηριότητες διακίνησης καθώς και για πυροβολισμούς εναντίον σκαφών ΜΚΟ με πρόσφυγες και μετανάστες, ο Αλ Μπίζα εξακολουθεί να κάνει επίδειξη του πλούτου του.
Στη σελίδα του στο Facebook πόσταρε πρόσφατα φωτογραφίες από ένα νέο απόκτημα, ένα ακριβό μαύρο και κόκκινο ταχύπλοο εξοπλισμένο με τέσσερις εξωλέμβιους κινητήρες 250 ίππων, που φέρει στο πλάι του τους θρυλικούς «Πειρατές της Βαλτικής».
Φιγουράρει επίσης μια πρόσκληση για πρόγραμμα εκπαίδευσης από την ελβετική κυβέρνηση και τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης, με αντικείμενο την «προώθηση της διάσωσης ζωών σε θαλάσσιες επιχειρήσεις της λιβυκής ακτοφυλακής».
Η οικογένεια Χούσλαφ ελέγχει το κέντρο κράτησης Αλ-Νασρ στη Ζαουίγια, όπου ο Αλ Μπίζα στέλνει τους πρόσφυγες και τους μετανάστες αφότου έχουν αναχαιτιστεί στη θάλασσα.
Πηγές ασφαλείας στην πόλη είπαν πως η φυλακή αποκαλείται «Ξενοδοχείο Αλ-Νασρ» από τους κρατούμενους, αφού υποβάλλονται σε καταναγκαστική εργασία για να πληρώσουν την απελευθέρωσή τους.
Τον Απρίλιο του 2016, 17 άνθρωποι πυροβολήθηκαν θανάσιμα στο Αλ-Νασρ καθώς οι φρικτές συνθήκες τους εξώθησαν σε μαζική απόπειρα απόδρασης.

Σκοτεινές συμφωνίες

Στο γειτονικό λιμάνι Σαμπράθα, αρχιδιακινητής είναι ο Αχμεντ Νταμπάσι. Γνωστός και ως «Αλ Αμου» ή «θείος», κατονομάστηκε από το κλιμάκιο εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ ως ένας από τους δύο «βασικούς διευκολυντές» διακίνησης προσφύγων και μεταναστών αλλά και εμπορίας ανθρώπων στα λιβυκά παράλια. Οι ιταλικές αρχές τον γνωρίζουν καλά, όπως και την οικογένειά του.
Η ταξιαρχία «Ανας αλ-Νταμπάσι», η οποία πήρε το όνομά της από ξάδερφο του Αχμεντ που σκοτώθηκε στη διάρκεια της επανάστασης του 2011, προσελήφθη το 2015 για να παράσχει εξωτερική ασφάλεια στις εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Μελίτα, οι οποίες ανήκουν στην κοινοπραξία της ιταλικής πετρελαϊκής εταιρείας ENI και της Λιβυκής Εθνικής Επιχείρησης Πετρελαίου.
Ο μικρότερος αδερφός του Αχμεντ, Μέχμεντ αλ-Νταμπάσι, διοικεί μια άλλη πολιτοφυλακή, την Ταξιαρχία 48, που τράβηξε την προσοχή μετά την ξαφνική πτώση των θαλάσσιων διελεύσεων.
Την ταξιαρχία έστησε το υπουργείο Αμυνας στην Τρίπολη τον Ιανουάριο του 2017 και τον έλεγχό της ανέλαβε τον Ιούλιο ο νεότερος Αλ-Νταμπάσι, ο οποίος παλιότερα διοικούσε την «Ισαμ αλ Γκουρ», συμμορία περισσότερο παρά πολιτοφυλακή, γνωστή για λαθρεμπόριο ναρκωτικών.
Τέτοιες σκοτεινές συμφωνίες μπορεί να είναι προτιμητέες από στρατιωτικές επιλογές, δήλωσε ο Χουσεΐν αλ-Θαουάντι, δήμαρχος της Σαμπράθα.
«Δεν ήταν αναγκαία η χρήση βίας για να επιτευχθεί συμφωνία» είπε. «Υπήρξε αμοιβαία συμφωνία μεταξύ Ιταλίας, Ε.Ε., του [Λίβυου πρωθυπουργού] Αλ-Σάραζ και των ίδιων των διακινητών». 
Ο δήμαρχος ανέφερε πως συναντήθηκε με Ιταλούς αξιωματούχους δύο φορές τον Αύγουστο, μία στην Τρίπολη και μία στη Ρώμη, και υποστήριξε ότι έταξαν 20 εκατομμύρια δολάρια για χρηματοδότηση αναπτυξιακών έργων στις πόλεις που πλήττονται από τη διακίνηση.
Ο Αλ-Θαουάντι αρνήθηκε πως έχει γνώση για οποιεσδήποτε πληρωμές προς τις πολιτοφυλακές ή τους διακινητές από την κυβέρνηση εθνικής ενότητας της Λιβύης ή την ιταλική κυβέρνηση.
Ρεπορτάζ της ιταλικής εφημερίδας Corriere della Serra έκανε λόγο για πληρωμή 6 εκατομμυρίων δολαρίων στην ταξιαρχία «Ανας», επικαλούμενο ανώνυμες πηγές ασφαλείας.
Αξιωματούχοι της Ε.Ε. πάντως δεν έχουν θέσει υπό αμφισβήτηση τις μεθόδους της Ιταλίας και έχουν εκχωρήσει 55 εκατομμύρια δολάρια από το ευρωπαϊκό καταπιστευματικό ταμείο έκτακτης ανάγκης για την Αφρική στο ιταλικό υπουργείο Εσωτερικών, με σκοπό τη διαχείριση των συνόρων της Λιβύης.
Η μείωση των θαλάσσιων διελεύσεων έγινε δεκτή με αγαλλίαση στις Βρυξέλλες και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Στην ομιλία του στο Ευρωκοινοβούλιο στις 13 Σεπτεμβρίου, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, χαιρέτισε τις «άοκνες και ευγενείς» προσπάθειες της Ιταλίας.
«Φέτος το καλοκαίρι η Κομισιόν εργάστηκε πάλι στενά με τον πρωθυπουργό Πάολο Τζεντιλόνι και την κυβέρνησή του για να βελτιώσει την κατάσταση, ιδιαίτερα μέσω της εκπαίδευσης της λιβυκής ακτοφυλακής» τόνισε ο Γιούνκερ. «Θα συνεχίσουμε να προσφέρουμε ισχυρή επιχειρησιακή και οικονομική υποστήριξη στην Ιταλία. Γιατί η Ιταλία σώζει την τιμή της Ευρώπης στη Μεσόγειο». 
Γραφει:Daniel Howden

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου