8.9.17

H Κόλαση που Ζει μια Κοπέλα Στρατιώτης στη «Βόρεια Κορέα» της Αφρικής

Πριν από δέκα χρόνια, όπως όλοι οι έφηβοι στην Ερυθραία, τη χώρα που βρίσκεται στη βορειοανατολική Αφρική, η Luwam Estifanos μεταφέρθηκε στο Σάουα, ένα στρατόπεδο κοντά στα σύνορα με το Σουδάν. Στο Σάουα, όπου πηγαίνουν οι μαθητές κατά την τελευταία χρονιά του Λυκείου, ξεκινούν μια ζωή που μπορεί να μετατραπεί σε μια δια βίου εξαναγκαστική θητεία.

«Μετά την ηλικία των 16, η ζωή δεν είναι δική σου - μέχρι ένας Θεός ξέρει πότε», λέει η Luwam, η οποία είναι πλέον ακτιβίστρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα και φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο. Η 27χρονη ζει πλέον στη Νορβηγία και περιγράφει την πατρίδα της, την Ερυθραία, σαν μια ανοιχτή φυλακή: «Πρόκειται για πραγματική σκλαβιά, αφού υπηρετείς μόνιμα στον στρατό», εξηγεί. «Δεν τελειώνει ποτέ αυτό, μπορεί να υπηρετείς για όλη σου τη ζωή. Χάνουμε τα νιάτα μας εκεί μέσα».
Η Ερυθραία περιγράφεται από την οργάνωση Human Rights Watch ως η Βόρειος Κορέα της Αφρικής. Εκτός από τον απολυταρχισμό –άρνηση της ελευθερίας του λόγου και της ελεύθερης μετακίνησης, αυθαίρετες φυλακίσεις και βασανισμοί, θρησκευτικές διώξεις– το μοναδικό σύστημα υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας αορίστου διάρκειας καθιστά τη χώρα ένα από τα πιο καταπιεστικά κράτη στον κόσμο.
Η κυβέρνηση έχει επιβάλλει την τρέχουσα πολιτική, με βάση την οποία όλοι οι μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια, υποχρεούνται να υπηρετήσουν στον στρατό, για μια περίοδο τουλάχιστον 12 μηνών, από το 2003. Όμως η ολοκλήρωση της θητείας εξακολουθεί να είναι αορίστου χρόνου.
Σύμφωνα με τους νόμους της Ερυθραίας, η κατώτατη ηλικία στράτευσης είναι τα 18, αλλά όπως και στην περίπτωση της Luwam, οι περισσότεροι έφηβοι στρατολογούνται στο Λύκειο, στην ηλικία των 16 ή και ακόμη νωρίτερα. Στις αγροτικές περιοχές, όπου η δημόσια εκπαίδευση είναι πιο σπάνια, ο στρατός επισκέπτεται χωριά, για να στρατολογήσει νεαρά κορίτσια και αγόρια που δείχνουν γύρω στα 18 , ώστε να ξεκινήσουν το πρόγραμμα στρατιωτικής εκπαίδευσης και καταναγκαστικής εργασίας.
«Ως κοπέλες, μας αντιμετωπίζουν ακριβώς όπως τους άνδρες στρατιώτες», λέει η Luwam. Μια συνηθισμένη μέρα ξεκινά στις 5:30 π.μ. με δύο ώρες τρέξιμο και στη συνέχεια ακολουθούν 12 ώρες εκπαίδευσης με τα όπλα, παρελάσεις και καθαριότητα. Τα κορίτσια υποχρεώνονται να κάνουν τις ίδιες δραστηριότητες με τα αγόρια και συχνά αναγκάζονται να επαναλάβουν την εκπαίδευση μιας ολόκληρης χρονιάς, μόνο και μόνο επειδή δεν είναι σε θέση να χειριστούν σωστά τον βαρύ οπλισμό.
Παρόλα αυτά, οι κοπέλες τυγχάνουν «ειδικής μεταχείρισης». «Πολλές γυναίκες στρατιώτες πέφτουν θύματα σεξουαλικής κακοποίησης και παρενόχλησης από ανώτερα στελέχη του Στρατού», εξηγεί η Luwam. «Συνήθως υπάρχει ένα κορίτσι για κάθε 16 ή 17 άνδρες και κοιμάστε όλοι στον ίδιο χώρο. Στη διάρκεια της εκπαίδευσής μας, ήμασταν προσεκτικές, ώστε να μην πλησιάζουμε πολύ τα αγόρια και να μη μένουμε μόνες μαζί τους, όμως αυτό δεν μπορείς να το αποφύγεις πολλές φορές. Αν δεν τους εξυπηρετείς με κάποιον άλλο τρόπο –μαγειρεύοντας ή φτιάχνοντας καφέ– γίνεσαι στόχος. Μετά την εκπαίδευσή μας, ακούσαμε για πολλές κοπέλες που έμειναν έγκυοι».
Αυτοί οι «ανεπίσημοι» κίνδυνοι αντικατοπτρίζονται στις στατιστικές για επιθέσεις κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής εκπαίδευσης. Σε πρόσφατη αναφορά της Διεθνούς Αμνηστίας, διαπιστώθηκε ότι από τους 14.000 ανθρώπους που απολύθηκαν από το στρατόπεδο Σάουα το 2016, το 48% ήταν γυναίκες που είχαν βιώσει κάποια μορφή βίας που σχετίζεται άμεσα με το φύλο τους – συμπεριλαμβανομένων της σεξουαλικής υποδούλωσης, του βασανισμού και της κακοποίησης.
Όπως εξηγεί η Luwam, αυτό το διαβόητο ρεκόρ βιασμών και σεξουαλικής παρενόχλησης σημαίνει ότι οι χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί φροντίζουν συχνά να κρύβουν αυτές τις συμπεριφορές. Παρόλα αυτά, επιβάλλουν ανοιχτά έναν ολόκληρο κατάλογο από τιμωρίες που σχετίζονται με το φύλο σε νεαρές γυναίκες, ειδικά αν αρρωστήσουν. «Θα σε κάνουν να πηδήξεις από την κορυφή ενός κτιρίου ή θα σε ξυλοκοπήσουν άγρια. Ή αν έχεις χάσει τη φωνή σου, σου φέρνουν φίδια και σκορπιούς, για να σε κάνουν να τσιρίξεις. Γι' αυτό όταν αρρώσταινε κάποια, προσπαθούσαμε να το κρύψουμε».
Η Meron Estefanos, η διευθύντρια της Πρωτοβουλίας της Ερυθραίας για τα Δικαιώματά των Προσφύγων, η οποία έχει ως έδρα της τη Στοκχόλμη, λέει ότι η μοίρα μιας νεαρής γυναίκας στο Σάουα καθορίζεται από την εμφάνισή της. «Μέσα στον στρατό, γελάνε με αυτό», λέει. «Αν είσαι πολύ όμορφη, κάποιος υψηλόβαθμος αξιωματικός θα σε επιλέξει πιθανότητα για τη μονάδα του, στη θέση κάποιας λιγότερο ελκυστικής κοπέλας. Άλλες κοπέλες μπορεί να έχουν κάποιο αγόρι που υπηρετεί επίσης τη θητεία του, επομένως αν ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός αποφασίσει ότι θέλει να σε τιμωρήσει, θα το φυλακίσει ή θα το εξαφανίσει, για να σε κάνει να υποφέρεις».
Η σωματική και η ψυχολογική εξάντληση που επιφέρει η απροσδιόριστη χρονική διάρκεια της στρατιωτικής θητείας σημαίνει ότι οι Αρχές της Ερυθραίας έχουν αναπτύξει έναν μηχανισμό καταστολής, ώστε να εντοπίζουν και να τιμωρούν όποιον προσπαθεί να αποφύγει τη στρατολόγηση. Αν διαπιστωθεί ότι κάποιος επιχειρεί να αποφύγει τη θητεία του, τότε συλλαμβάνεται και πιθανότατα κρατείται για μεγάλο χρονικό διάστημα – συχνά στο εκτεταμένο δίκτυο υπόγειων φυλακών ή σε κοντέινερ υπό βασανιστικά υψηλές θερμοκρασίες.
Μετά από όλα αυτά, αν επιζήσουν, οι λιποτάκτες επιστρέφουν στη στρατιωτική τους θητεία, όπου συνήθως αναλαμβάνουν κάποιο πόστο τιμωρητικού χαρακτήρα. Εάν οι κληρωτοί εντοπιστούν κοντά στα σύνορα, είναι πιθανό να ανοιχθεί πυρ εναντίον τους.
Η Luwam γλίτωσε παρά τρίχα από τις σφαίρες του στρατού, όταν διέφυγε από τη χώρα μόνη, το 2010. Ως κόρη ενός συγγραφέα και ακτιβιστή, η ίδια και η οικογένειά της αποτελούσαν προφανείς στόχους για τις Αρχές. Όταν ο πατέρας της ταξίδεψε στη Νορβηγία για ένα συνέδριο, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και αιτήθηκε άσυλο, λίγο αφότου έφερε την αδερφή και τη μητέρα του, έχοντας πληρώσει 4.000 δολάρια σε έναν διακινητή για το ταξίδι της Luwam.

«Ήξερα ότι ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου, όμως πίστευα ότι δεν θα είχα προβλήματα στο ταξίδι, καθώς είχαμε πληρώσει πολλά χρήματα», λέει η Luwam. «Δεν ήταν έτσι. Μας πυροβόλησαν, καθώς περνούσαμε τα σύνορα και αναγκαστήκαμε να κρυφτούμε κάτω από ένα δέντρο, μέχρι να σταματήσουν». Στη συνέχεια ακολούθησε μια 12ωρη πορεία, κατά την οποία διέσχισαν την έρημο προς το Σουδάν. «Ήμουν τόσο αφυδατωμένη που νόμιζα ότι θα πεθάνω. Υπήρχαν σκελετοί και πτώματα γύρω μας», θυμάται. «Όταν έφτασα στο Σουδάν, φοβόμουν ακόμη περισσότερο, λόγω του trafficking. Οι γυναίκες βασανίζονταν και βιάζονταν».
Μετά από έναν χρόνο στο Σουδάν, κατά τον οποίο δεν βγήκε σχεδόν καθόλου από το σπίτι, η Luwam ταξίδεψε στην Ουγκάντα και μετά από μία απόρριψη του αιτήματός της και μήνες αναμονής, τελικά της χορηγήθηκε άσυλο στη Νορβηγία. Παρά το επικίνδυνο ταξίδι και τη συχνά ψυχρή υποδοχή των αιτούντων άσυλο από την Ερυθραία στην Ευρώπη, η προοπτική της επ' αόριστον υποδούλωσης στον στρατό κάνει όλο και περισσότερους νέους από την Ερυθραία να εγκαταλείπουν τη χώρα. «Το ταξίδι είναι φρικτό, όμως είναι πάρα πολλοί οι άνθρωποι που προσπαθούν να δραπετεύσουν», λέει η Luwam. «Στη χρονιά μου, 20.000 άτομα παρουσιάστηκαν για να υπηρετήσουν και στο τέλος έμειναν μόνο 16.000 – οι υπόλοιποι είχαν εγκαταλείψει τη χώρα».
Τα κορίτσια παίρνουν όλο και πιο συχνά αυτό το ρίσκο, λένε οι ακτιβιστές. «Παλιά, έφευγαν οι άνδρες, οι οποίοι έφερναν αργότερα τις γυναίκες τους, όμως όλο και περισσότερες νεαρές γυναίκες φεύγουν τώρα», λέει η Estefanos. Η πλειοψηφία των γυναικών προσφύγων που έφτασαν με πλοίο στην Ιταλία το 2014 ήταν από την Ερυθραία, λέει, προσθέτοντας ότι οι περισσότερες ήταν ασυνόδευτες ανήλικες.
Η πλειοψηφία των θυμάτων από ναυάγια στις ευρωπαϊκές ακτές αποτελείται επίσης από ανθρώπους από την Ερυθραία. Η Estefanos διηγείται την ιστορία μιας νεαρής κοπέλας που γνώρισε στο ιταλικό νησί της Λαμπεντούζα – ήταν μία από τους τέσσερις επιζήσαντες ενός τραγικού ναυαγίου που κόστισε τη ζωή σε περισσότερους από 360 ανθρώπους.
«Όταν ήταν 13, στρατιώτες επισκέφτηκαν το χωριό της στην Ερυθραία και είπαν ότι έδειχνε μεγαλύτερη, οπότε τη στρατολόγησαν», λέει. «Αναγκάστηκε να περάσει 48 ώρες στη φυλακή, όπου κακοποιήθηκε, μέχρι να έρθει η οικογένειά της με χαρτιά, για να αποδείξει την ηλικία της. Μετά από αυτό, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα».
Οι γυναίκες από την Ερυθραία που φτάνουν στις ακτές της Ευρώπης ζωντανές, δηλώνουν συνήθως ότι βιάστηκαν τρεις με τέσσερις φορές κατά μέσο όρο στη διάρκεια του ταξιδιού τους, σημειώνει η Estifanos. Πολλές από αυτές λαμβάνουν ισχυρά αντισυλληπτικά προτού ξεκινήσουν, δεδομένης αυτής της πραγματικότητας, πράγμα που προκαλεί μακροπρόθεσμα σε μερικές από αυτές προβλήματα στο αναπαραγωγικό τους σύστημα.
Όσοι μένουν πίσω στην Ερυθραία –ειδικά η πλειοψηφία, που δεν περνάει στα κρατικά πανεπιστήμια μετά τις εξετάσεις– βλέπουν να απλώνεται μπροστά τους ένα μέλλον υποτέλειας στα ανώτερα κλιμάκια του στρατού και της κυβέρνησης, με έναν μέσο μισθό δέκα δολάρια τον μήνα. «Συνήθως οι νέοι στέλνονται μακριά από τις οικογένειές τους, για να δουλέψουν σε χωράφια ή σε κατασκευαστικά έργα, σε σκληρές συνθήκες», εξηγεί ο Felix Horne, επικεφαλής ερευνητής σε θέματα που αφορούν την Ερυθραία, στη Human Rights Watch. «Αυτά τα προγράμματα δεν έχουν καμία εκπαιδευτική αξία – επί της ουσίας αποτελούν μια μορφή απλήρωτης εργασίας».
Οι διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένης της Human Rights Watch, ασκούν πιέσεις, ώστε να αυξηθεί η παγκόσμια ευαισθητοποίηση γύρω από την ντε φάκτο πολιτική της Ερυθραίας για την εθνική δουλεία. Το 2016, η Luwam κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών στη Γενεύη, η οποία διεξήγαγε έρευνα γύρω από τη στρατιωτική θητεία στην Ερυθραία – αν και λέει αστειευόμενη ότι το γεγονός ότι η χώρα δεν διαθέτει πετρέλαια και πυρηνικά όπλα έχει ως αποτέλεσμα την εκδήλωση ελάχιστου ενδιαφέροντος από την πλευρά της διεθνούς κοινότητας.
Για τον Horne, το μέγεθος της καταπίεσης στην Ερυθραία έχει καταστήσει αδύνατη την έρευνα και τη δημοσιοποίηση στοιχείων γύρω από την κακοποίηση στην περιοχή. «Ένα από τα εντυπωσιακά πράγματα που εντοπίζεται στις αναφορές από τις γυναίκες της Ερυθραίας είναι ο τεράστιος αντίκτυπος που έχει η στρατιωτική θητεία στις γυναίκες και τα κορίτσια», λέει. «Δεν έχει καταγραφεί αρκετά και πρέπει να διερευνηθεί πολύ περισσότερο, όμως είναι απίστευτα δύσκολο να βρεθούν γυναίκες και κοπέλες που είναι διατεθειμένες να μιλήσουν. Τόσο μεγάλος είναι ο φόβος που έχουν οι κάτοικοι της Ερυθραίας».
Υπάρχει μεγάλη διασπορά από την Ερυθραία, εξηγεί ο Horne, όμως ακόμη και αυτοί που έχουν καταφέρει να εγκαταλείψουν τη χώρα, δεν είναι πρόθυμοι να συζητήσουν για τις εμπειρίες τους – ακόμη και μεταξύ φίλων, πόσο μάλλον με διεθνείς ερευνητές. «Υπάρχει η αίσθηση ότι αν μιλήσεις για αυτά που σου συνέβησαν στην Ερυθραία, θα στοχοποιηθούν τα μέλη της οικογένειάς σου. Κυριαρχεί η αντίληψη ότι δεν είσαι ποτέ ασφαλής. Ο φόβος επικρατεί σε κάθε στρώμα της κοινωνίας της Ερυθραίας».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου