30.5.17

Η «'Αννα Φρανκ» του πολιορκημένου Λένινγκραντ

H Πολιορκία του Λένινγκραντ από τους ναζί αποτελεί ένα από τα συγκλονιστικότερα και ηρωικότερα έπη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτή η πανέμορφη πόλη - μουσείο, η «Βενετία του Βορρά», χτισμένη στον φινλανδικό κόλπο από τον Μεγάλο Πέτρο, στις όχθες και τα άπειρα μικρά νησιά του ποταμού Νέβα, για να γίνει το «παράθυρο της Ρωσίας στην Ευρώπη», μετατράπηκε σε πρωτεύουσα της ρωσικής αυτοκρατορίας, αλλά και της Επανάστασης του Οχτώβρη το 1917.

Οι ναζί, αποτυγχάνοντας να καταλάβουν την πόλη, την απέκλεισαν και την πολιόρκησαν, με μια στρατιά που υπολογίζεται συνολικά στους 730.000 άνδρες, από τις 8 Σεπτεμβρίου του 1941 έως και τις 27 Ιανουαρίου του 1944, οπότε και εκδιώχθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό.

Σε αυτές τις 872 μέρες, γράφτηκαν αμέτρητες σελίδες θάρρους, ηρωισμού και αυτοθυσίας των κατοίκων και των υπερασπιστών της πόλης. Από την μεγαλειώδη επιχείρηση εκκένωσης των παιδιών για να σωθούν από τις βόμβες και την πείνα, μέχρι την επιχείρηση διάσωσης του πολιτιστικού πλούτου - με αιχμή τις συλλογές του Μουσείου Ερμιτάζ, ενός από τα μεγαλύτερα του κόσμου - από τους συνεχείς βομβαρδισμούς, η Πολιορκία του Λένινγκραντ συνιστά ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της ιστορίας του πολέμου.

Πιο επικίνδυνος εχθρός από τους ναζί ήταν η πείνα. Υπολογίζεται ότι μέχρι την λύση της πολιορκίας πέθαναν από ασιτία περισσότεροι από 600.000 κάτοικοι. Η τροφοδοσία της πόλης γινόταν μέσω ενός «διαδρόμου» πάνω σε παγωμένες λίμνες και παραπόταμους και υπό τον συνεχή βομβαρδισμό των ναζί, με αποτέλεσμα να είναι αντικειμενικά ανεπαρκής, αν και δεν διακόπηκε ούτε για μια μέρα, με πολλούς οδηγούς φορτηγών να έχουν χάσει την ζωή τους προσπαθώντας να μεταφέρουν τροφή και ελπίδα στους πολιορκημένους.



Ένα από τα σύμβολα αυτών των 872 ημερών αποτελεί ένα ταπεινό σημειωματάριο, σε κάθε φύλλο του οποίου, με μεγάλα παιδικά γράμματα είναι γραμμένη από μία και μοναδική φράση: Η αναφορά του θανάτου κάθε μέλους της οικογένειας.

Στις 13 Μαΐου του 1942 γράφτηκε η τελευταία φράση: «Οι Σάβιτσεφ πέθαναν. Πέθαναν όλοι. Έμεινε μόνο η Τάνια».

Στην οικογένεια του Νικολάι Ροντιόνοβιτς Σάβιτσεφ και της συζύγου του, Μαρίας Ιγκνάτιεβνα, υπήρχαν οκτώ παιδιά. Η Τάνια ήταν το μικρότερο. Στο πένθιμο ημερολόγιό της αναφέρει μόνο την αδελφή της, την Ζένια και τον αδελφό της, τον Λεονίντ. Δύο ακόμη παιδιά, η Νινα και ο Μιχαήλ, θεωρήθηκαν αγνοούμενοι, ενώ ακόμη τρία αδέλφια πέθαναν σε νηπιακή ηλικία.

Ο πατέρας της Τάνιας, ο Νικολάι Ροντιόνοβιτς πέθανε πριν τον πόλεμο.

Το πρώτο θύμα του πολέμου από την οικογένεια ήταν η Ζένια, το μεγαλύτερο παιδί. «Η Ζένια πέθανε στις 28 Δεκ. στις 12.30 το πρωί, 1941» γράφει η μικρή Τάνια στο σημειωματάριό της.

Η Ζένια γεννήθηκε το 1909. Πρόλαβε να παντρευτεί και να χωρίσει. Ο πόλεμος την βρήκε να δουλεύει στο αρχείο του μηχανολογικού εργοστασίου Νιέβσκι. Όπως και εκατοντάδες χιλιάδες συνάδελφοί της, καθημερινά, υπό συνθήκες πολιορκίας και πείνας, η Ζένια κατόρθωνε έναν άθλο: Όχι μόνο συνέχιζε να δουλεύει όπως και πριν - ενίοτε κάνοντας και διπλή βάρδια - αλλά έδινε και αίμα για τις συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες του μετώπου.

Σαν να μην έφτανε η πολιορκία και η πείνα, ο χειμώνας του 1941 ήταν πιο σκληρός από κάθε άλλη φορά, ακόμη και για τους συνηθισμένους Ρώσους. Επιπλέον, λόγω των καταστροφών στις υποδομές από τους βομβαρδισμούς, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της πόλης έμεινε χωρίς θέρμανση, ηλεκτρική ενέργεια και, φυσικά, μέσα μαζικής μεταφοράς.

Η Ζένια, εξαντλημένη από την δουλειά, πεινασμένη και παγωμένη, έπρεπε να διασχίζει δύο φορές την μέρα τα επτά χιλιόμετρα από το εργοστάσιο στο σπίτι της. Ακόμη και όταν προτιμούσε να μείνει στο εργοστάσιο την νύχτα, δούλευε επιπλέον βάρδια.

Μόνο μια μέρα δεν εμφανίστηκε στο εργοστάσιο η Ζένια. Η αδελφή της, η Νίνα, η οποία εργαζόταν στο ίδιο εργοστάσιο ως σχεδιάστρια μηχανολόγος, ανησύχησε. Το πρωί της Κυριακής, 28 Δεκεμβρίου του 1941, μόλις τέλειωσε την βάρδια, η Νίνα έτρεξε στο σπίτι της αδελφής της, όπου την βρήκε ετοιμοθάνατη.

Την ίδια μέρα, η μικρή Τάνια θα έκανε την πρώτη της καταγραφή στο σημειωματάριο.

Η γιαγιά, Ευδοκία Γκριγκόριεβνα, μητέρα της Μαρίας, έμελε να γίνει η δεύτερη σημείωση της Τάνιας: «Η γιαγιά πέθανε στις 25 Ιαν. στις 3 το απόγευμα, το 1942». Στις αρχές του ίδιου μήνα, η ιατρική διάγνωση για την γιαγιά ανέφερε πως βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο υποσιτισμού. Αυτό σήμαινε ότι η απώλεια βάρους υπερέβαινε το 30% και αν δεν νοσηλευόταν άμεσα, υπήρχε κίνδυνος για την ζωή της. Όμως η Ευδοκία αρνήθηκε να νοσηλευθεί, λέγοντας ότι τα νοσοκομεία είναι ήδη γεμάτα και χωρίς αυτήν.

Μάλιστα, λίγο πριν πεθάνει, είπε στην οικογένειά της να μην την θάψουν πριν μπει ο Φεβρουάριος, για να τους μείνει η κάρτα συσσιτίου της για μερικά ακόμη φαγώσιμα.

Αυτό το έκαναν πολλοί ετοιμοθάνατοι για τις οικογένειές τους. Αλλά επειδή η έλλειψη τροφής ήταν σε κρίσιμο στάδιο, οι αρχές αναγκάστηκαν να σταματήσουν το φαινόμενο προχωρώντας σε επιπλέον απογραφές και στα μέσα κάθε μήνα.



Έτσι, παρά το γεγονός ότι η Τάνια έγραψε την αληθινή ημερομηνία θανάτου της γιαγιάς, επισήμως η γιαγιά καταγράφηκε νεκρή την 1η Φεβρουαρίου, εξασφαλίζοντας έτσι λίγες μέρες με περισσότερο ψωμί για τους επιζώντες.

Η τρίτη καταγραφή αφορούσε στον μεγαλύτερο αδελφό της Τάνιας, τον Λεονίντ: «Ο Λιόκα πέθανε στις 17 Μαρτίου, στις 5 το πρωί, το 1942».

Γεννημένος το 1917, ο Λιόκα - όπως τον φώναζαν χαϊδευτικά - έτρεξε από τους πρώτους να επιστρατευτεί με την έναρξη της γερμανικής επίθεσης στην ΕΣΣΔ, αλλά τον απέκλεισαν λόγω της πολύ μεγάλης μυωπίας του.

Αλλά και στα μετόπισθεν ο Λιόκα αποδείχθηκε εξαιρετικά χρήσιμος, λόγω του ταλέντου του στην μηχανική και στις κατασκευές.

Η μοίρα του Λεονίντ ήταν παρόμοια με της αδελφής του της Ζένιας. Δούλευε σε εργοστάσιο κερδίζοντας τον θαυμασμό και την εμπιστοσύνη των συναδέλφων του λόγω της προθυμίας, της ικανότητας και της ευγένειάς του.

Όπως και η Ζένια, μόνο μια φορά δεν εμφανίστηκε στο εργοστάσιο: Την ημέρα του θανάτου του, μόλις στα 24 χρόνια του.

«Ο θείος Βάσια πέθανε στις 13 Απρ. 2 το βράδυ, 1942» γράφει η επόμενη σημείωση.

Ο πατέρας της Τάνιας είχε πέντε αδελφούς και μία αδελφή. Τρεις αδελφοί έμεναν στην ίδια πολυκατοικία, σε άλλο όροφο. Ένας από αυτούς πέθανε πριν τον πόλεμο. Όταν ξεκίνησε η πολιορκία, αποφασίστηκε να μείνουν όλοι μαζί στο διαμέρισμα των Σάβιτσεφ για να βοηθάνε καλύτερα ο ένας τον άλλον.

Ο Βασίλι Σάβιτσεφ ήταν 56 ετών όταν πέθανε. Πολέμησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και παρασημοφορήθηκε. Με το ξέσπασμα του δεύτερου πολέμου πήγε κι αυτός, όπως ο μικρός ανιψιός του, να καταταγεί εθελοντικά, αλλά, παρά την πολεμική του πείρα, δεν τον πήραν λόγω ηλικίας.

Ο θείος Βάσια λάτρευε την μικρή Τάνια. Εκείνον τον τρομερό χειμώνα του ’41 έκαιγε τα βιβλία της βιβλιοθήκης του για να ζεσταθούν, εκτός από ένα: Του «Μύθους της Αρχαίας Ελλάδας» που της το χάρισε.

Σε μια τραγική ειρωνία της τύχης, την περίοδο που πέθανε ο θείος, η πόλη είχε πάρει μια ανάσα. Η διανομή ψωμιού είχε σταθεροποιηθεί και είχε αυξηθεί η ποσότητα, άνοιξαν τα δημόσια μπάνια και άρχισαν να κινούνται τα τραμ.



«Ο θείος Λιόσα πέθανε 10 Μάη, στις 4 το απόγευμα, 1942» γράφει η Τάνια.

Παρά τα 71 χρόνια του, ο Αλεξέι Σάβιτσεφ ήθελε κι αυτός να πολεμήσει στο μέτωπο, αλλά, φυσικά, δεν τον δέχθηκαν. Έτσι ρίχτηκε με όλες του τις δυνάμεις στην ενίσχυση της άμυνας της πόλης, χτίζοντας οδοφράγματα για τα τεθωρακισμένα και φυλώντας σκοπιές στις παγωμένες στέγες.

«Η Μαμά, στις 13 Μάη, στις 7.50 το πρωί, 1942».

Την Άνοιξη του 1942, η Μαρία Ιγκνάτιεβνα ήταν ήδη σοβαρά άρρωστη από σκορβούτο. Η μικρή Τάνια έψαχνε μόνη της στην αγορά και όπου αλλού μπορούσε για να φέρει τροφή στην άρρωστη μαμά.

Είναι χαρακτηριστικό του πόνου του παιδιού, ότι από την σημείωση για την μαμά λείπει η λέξη «πέθανε».



Η Τάνια δεν ήξερε τι απέγιναν η αδελφή της η Νίνα και ο αδελφός της ο Μιχαήλ. Τα ίχνη της Νίνας χάθηκαν την τελευταία μέρα του Χειμώνα του 1942. Δούλευε στο ίδιο εργοστάσιο με την νεκρή, πλέον, αδελφή της, την Ζένια και πολλές φορές έμενε και εκείνη την νύχτα στην δουλειά. Στις 28 Φεβρουαρίου του 1942 η πόλη δέχθηκε έναν ιδιαίτερα ισχυρό βομβαρδισμό. Μέσα στο χάος, οι δικοί της νόμιζαν ότι σκοτώθηκε. Αλλά η κοπέλα ήταν ζωντανή και μάλιστα συμμετείχε στην μεταφορά του εργοστασίου εκτός της πόλης. Φυσικά, η Νίνα ήταν αδύνατον να ειδοποιήσει την οικογένειά της.

Έτσι έμεινε εκτός της πολιορκημένης πόλης και δεν μπορούσε να μάθει νέα των δικών της. Μόνο μετά το τέλος του πολέμου έμαθε τι απέγιναν.

Ο Μιχαήλ ήταν το μοναδικό μέλος της οικογένειας που δεν έπεσε στην πολιορκία. Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος βρέθηκε σε κατακτημένη από τους ναζί περιοχή και διέφυγε στο δάσος όπου ενώθηκε με τα παρτιζάνικα αντιστασιακά τμήματα. Πολέμησε μέχρι και το 1944 οπότε τραυματίστηκε βαριά και επέστρεψε στο, ελεύθερο, πλέον Λένινγκραντ, ανάπηρος. Εκεί έμαθε πως δεν απέμεινε κανείς από την οικογένειά του. Έφυγε από την πόλη για πάντα και δούλεψε σε άλλη περιοχή.

Έχοντας απομείνει μοναχή της, η Τάνια μαζεύει ό,τι πολύτιμο μπορούσε από το σπίτι της και πηγαίνει σε μια μακρινή θεία, η οποία την μαζεύει αλλά καταλαβαίνει ότι το παιδί δεν πρόκειται να επιζήσει μαζί της. Την πηγαίνει σε έναν παιδικό σταθμό με την ελπίδα να μεταφερθεί με άλλα παιδιά εκτός της πολιορκημένης πόλης.

Οντως, μαζί με πολλά ακόμη παιδιά, η Τάνια μπαίνει σε ένα τρένο και μέσα σε χίλιους κινδύνους, με τα ναζιστικά αεροπλάνα να πολυβολούν και εναντίον των βαγονιών που ήξεραν ότι μετέφεραν πεινασμένα, ετοιμοθάνατα παιδιά, φεύγει από την πόλη. Αλλά στο χωριό που φτάνει διαπιστώνεται, πως από τα 125 παιδιά του τρένου, μόνο ένα δεν τα είχε καταφέρει να επιζήσει: Η Τάνια Σάβιτσεφ.

Aπό tvxs.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου