21.4.17

Η ταινία «Night Will Fall» μας δείχνει αυτό που για 70 χρόνια δεν μας επιτράπηκε σαν ανθρωπότητα


Ο τρόμος και η φρίκη θα μας περιβάλλει κάθε φορά που θα κοιτάζουμε 70 χρόνια πίσω. Σαν ανθρωπότητα μοιάζει σχεδόν αδύνατο να συνηθίσουμε ψυχικά αυτή την μια και μοναδική εικόνα: Την εικόνα των σκελετωμένων ανθρώπων και πτωμάτων και τους μαζικούς τάφους εκτελεσμένων και εξοντωμένων. Το έργο των ναζί. Η ίδια η συνέχιση της Ιστορίας κάθε φορά θα μας το υπενθυμίζει. Πριν λίγες μέρες εκτοξεύθηκαν χημικά πάνω σε άμαχους στην Συρία και η ανθρωπότητα ξαναθυμήθηκε. Ξεβολεύτηκε σοκαρισμένη. Πρόθυμη να τρομοκρατηθεί. Η μνήμη παραμένει αλλά τα γεγονότα την προσβάλλουν και έτσι μοιάζει να χάνει την λειτουργία της. Άλλη η μάσκα σήμερα, με ίδιο όμως φρικιαστικό πρόσωπο από πίσω. Ο φόβος του θανάτου δεν έχει καμιά σχέση με τον φόβο που πέρασε στην συλλογική μας συνείδηση, τον φόβο της εξολόθρευσης ανθρώπων με στόχο την υποδούλωση τους.

«Την άνοιξη του 1945, οι σύμμαχοι φτάσανε στο Bergen – Belsen. Περιποιημένοι μπαξέδες και φάρμες και οι Βρετανοί στρατιώτες θαύμασαν εκείνο τον τόπο και τους κατοίκους του. Μέχρι που άρχισαν να αισθάνονται μια μυρωδιά…». Το Bergen – Belsen ήταν ένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο έδαφος της Γερμανίας. Όταν οι Άγγλοι το απελευθέρωσαν είδαν κάτι που δεν ξέχασαν ποτέ. Και εμείς όσο και αν έχουμε δει πολύ κινηματογράφο, πολύ εικόνα για αυτό τον σφαγιασμό, όσο και αν το σινεμά έρχεται και επανέρχεται σε εκείνη την περίοδο, τις εικόνες όπως τις είδανε οι άνθρωποι και όπως της ζήσανε οι άνθρωποι, δεν τις έχουμε δει ποτέ σε τέτοια έκταση και σε τέτοια ένταση, όπως τώρα. Είναι βαθύτατα ταπεινωτικές. Δεν χρειάζονται επεξήγηση. Όλοι γνωρίζουμε. Αυτή η μυρωδιά, συνεχίζει και καλύπτει τις μύτες μας. Και είναι κάποιοι σήμερα που ακόμη την συντηρούν.

Τρία στοιχεία που θέτει η ταινία «Night will fall»
Ελάχιστοι αιχμάλωτοι στέκονται δίπλα σε χιλιάδες νεκρούς. Σε απόσταση αναπνοής από αυτά τα ιστορικά εκτρώματα, τα στρατόπεδα, βρίσκονται τεράστιες πόλεις που κινούνται στους φυσιολογικούς ρυθμούς τους και απολαμβάνουν την οικονομία τους. Οι Γερμανοί συνεχίζουν τις δουλειές τους και φοράνε ρούχα φτιαγμένα από ανθρώπινο μαλλί. Γνωρίζουν. Είναι σαφές. Είναι τεκμηριωμένο. Στοιχείο πρώτο λοιπόν. Κανένα στρατόπεδο συγκέντρωσης δεν ήταν απομονωμένο. Ήταν δίπλα σε μεγάλη πόλη. Το Auschwitz δίπλα στην Κρακοβία, το Dachau δίπλα στο Μόναχο, κ.ο.κ. Από την παραγωγή στην κατανάλωση, λοιπόν. Από την παραγωγή πτωμάτων, στην κατανάλωση της στατιστικής δολοφονίας ανθρώπων για την οικονομική στρατοκρατική ανάπτυξη του τρίτου ράιχ.

Στοιχείο δύο, η απεικόνιση. Κάποιοι καλλιτέχνες με ευθύνη προς την ανθρώπινη ιστορία βάζουν στόχο να απεικονίσουν την φρίκη. Όχι να μελοδραματίσουν, όχι να συγκινήσουν μα να σοκάρουν για να επιβεβαιώσουν τα ναζιστικά εγκλήματα. Πράξη πολιτική. Το σχέδιο του παραγωγού Sidney Bernstein ήταν ένα: Όλο το υλικό που θα βρεθεί σε όλα τα ναζιστικά στρατόπεδα – και από τους συμμάχους όπως και από τους σοβιετικούς – πρέπει να μονταριστεί και να βγει μια ολοκληρωμένη απεικόνιση όπου όλη η ανθρωπότητα δεν θα χρησιμοποιήσει ποτέ ξανά την δικαιολογία πως δεν γνωρίζει.

Απεικόνιση ωμή, πτώματα πάνω σε φορτηγά και σε ομαδικούς τάφους, μεταφέρονται και πετιούνται σαν αντικείμενα. Είναι θλιβερό και ας είναι λέξη κλισέ αυτή. Προκαλεί θλίψη και ψυχικό πόνο. Η εξόντωση ανθρώπου σε μαζική κλίμακα για πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους δεν είναι μια φυσική τάξη πραγμάτων. Πολιτική, σαφώς και είναι. Και για τον λόγο πως παραπέμπει σε παραλογισμό, για τον ίδιο λόγο είναι που πρέπει να παρεμποδιστεί. Σαν γενιά γεννηθήκαμε στην ακτίνα δράσης αυτής της σήψης, καθώς η ανθρωπότητα έπεσε απότομα από το βάθρο του πολιτισμού και η αποστολή μοιάζει να έχει εκτελεσθεί. Είναι αλήθεια πως ό,τι δεν γνωρίζουμε, δεν το βλέπουμε. Μα όταν το γνωρίσουμε, η όψη του στοιχειώνει τελειωτικά.

Στοιχείο τρία. Μετά την απελευθέρωση οι επιζώντες προσπάθησαν και κατάφεραν να σηκωθούν στα πόδια τους. Γρήγορα ο άνθρωπος βρήκε τις δυνάμεις του. Ο ναζισμός όσο και αν τη συλλογική πληγή την έκανε βαθύτατη με στόχο να παραμείνει ανοιχτή, δεν κατάφερε να εξανδραποδίσει για πάντα το θύμα, τον άνθρωπο. Οι δυνάμεις του ανθρώπου είναι, εν τέλει, πολύ πιο ισχυρές. Σηκώνεται και κοιτάζει ψηλά. Σε τρεις εβδομάδες από την απελευθέρωση, οι γυναίκες κυκλοφορούσαν στον δρόμο με όμορφα ρούχα και ήταν και πάλι πανέμορφες. Ταυτόχρονα όμως στους επιζώντες τους απαγορεύτηκε το δικαίωμα να φύγουν μακριά από τους τόπους βασανιστηρίων και εκτέλεσης. Να έχουν την δυνατότητα να ξεχάσουν. Τους απελευθέρωσαν και τους άφησαν στην τύχη τους. Αγγλία και Αμερική κλείσανε τα σύνορα των χωρών τους. Δεν είχαν ανάγκη για πρόσθετα εργατικά χέρια. Δεν θέλανε να επηρεαστεί η καθορισμένη τους τάξη πραγμάτων. Δεν υπήρχε θέση για αυτούς στο μεταπολεμικό κόσμο. «Απελευθερωμένοι» λοιπόν μα και εκτοπισμένοι. Πρόσφυγες που δεν νοείται να λερώσουν την «κουλτούρα» των «απελευθερωτών». Κι αν η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται σίγουρα πραγματώνεται όπως οι κυρίαρχοι γνωρίζουν καλύτερα. Και κάπως έτσι βρίσκουν τόπο στο νέο ιδρυθέν κράτος του Ισραήλ και η Ιστορία συνεχίζεται, όπως και αν συνεχίζεται.




To παρελθόν ως παρούσα απειλή
Γιατί ξαναεπιστρέφουμε στο ολοκαύτωμα, γιατί ξαναβλέπουμε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το ξανασυζητάμε; Δεν θα πω κάτι για τους αρνητές του. Είναι απλά γελοιότητα – και χυδαιότητα – κάποιος να το αρνείται μα είναι επίσης ύπουλη παράλληλα η πολιτική στόχευση της μεταφοράς της συζήτησης προς τα εκεί. Έτσι παραμένει στα στενά όρια του παρελθόντος. Μουσειακή.

Η συζήτηση πρέπει να μεταφερθεί στο παρόν και στο μέλλον της ανθρωπότητας. Ο λόγος είναι απλός. Η ίδια απειλή της εξόντωσης συνεχίζει και κρέμεται πάνω από το κεφάλι της. Είναι απειλή επίκαιρη. Ούτως ή άλλως, η δουλεία και οι μαζικές εκτελέσεις δεν σταμάτησαν ποτέ όσο κυριαρχούσαν οι υπέρμετρες ανάγκες στήριξης της εκμεταλλευτικής πραγματικότητας. Σε συνδυασμό με την νοσηρή νοοτροπία της τάξης που εξουσιάζει – νοοτροπίας που γεννά τέτοια γεγονότα αλλά και τα ανακυκλώνει κάθε φορά και πιο πρωτότυπα και πιο χυδαία – η κατάσταση μοιάζει να είναι εκτός ελέγχου. Σίγουρα εκτός ανθρώπινης φρικώδους φαντασίας.

Η γενοκτονία των ιθαγενών ινδιάνων από τους Ισπανούς στην Αμερική όπου σκίζανε κυριολεκτικά στην μέση ένα παιδί για να περάσουν την ώρα τους και να εκφοβίσουν τους λαούς, η συντήρηση για αιώνες της δουλείας και η εξόντωση του μαύρου πληθυσμού στην Αμερική όπως και η συνέχιση της μέσω του «σωφρονιστικοβιομηχανικού συμπλέγματος» όπως ορίζει η Angela Davis την καταναγκαστική εργασία στις αμερικάνικες φυλακές, οι θηριωδίες των Αμερικάνων στο Βιετνάμ και οι 504 άμαχοι εκτελεσμένοι στο μακελειό στο χωριό My Lai το 1968, η καταστροφή του Τόκιο με βόμβες ναπάλμ και οι 100.000 νεκροί το 1945 λίγους μήνες πριν την ρίψη ατομικής βόμβας στην Ιαπωνία από τους ίδιους πάλι Αμερικάνους, όπου με μια λάμψη και ένα εκκωφαντικό θόρυβο πήρε εν ριπή οφθαλμού 250.000 ανθρώπους αφήνοντας μια σκιά εκτυπωμένη φωτογραφικά στην άσφαλτο, πόσο διαφέρουν ποιοτικά σε σχέση με το αντικείμενο, τον άνθρωπο δηλαδή, από την ναζιστική πρακτική; Διαφέρουν, αλλά πόσο;

Ο βομβαρδισμός του Τόκιο από τους Αμερικάνους το 1945. Ποια η διαφορά;
Όλα αυτά, μας υπενθυμίζουν εκείνες τις μέρες που πολλοί από εμάς δεν ζήσαμε – μα έζησαν οι γονείς και οι παππούδες μας όπως τον λιμό της Αθήνας και την εκτέλεση όλου του Διστόμου και των Καλαβρύτων –. Όταν απελευθερώθηκαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί, αυτό που είδαμε, ήταν τα λιγοστά χαμόγελα ανθρώπων σκελετών, χαμόγελα τόσο κοντά στον θάνατο, τόσο κοντά στην ευτέλεια της ανθρώπινης ύπαρξης. Να τρώνε ένα ξερό κομμάτι ψωμί. Μετρημένοι στα δάκτυλα, φυλακισμένοι που δεν ήταν δηλωμενοι πολιτικοί κρατούμενοι, μήτε αιχμάλωτοι πολέμου, – όχι πως δικαιολογείται τούτο κάπως, μήτε νομικά σύμφωνα με το «δίκαιο του πολέμου» – μα άνθρωποι που παίξανε απλώς τον αναλώσιμο ρόλο του καταναγκασμένου εργάτη να δουλεύει τσάμπα για την ακμή του Ράιχ, την ιμπεριαλιστική της υπερδυνάμωση. Όταν αχρείαστος ήταν, εκτελούταν. Και η φρίκη δεν σταματά στην καταναγκαστική εργασία. Ευκαιρία βρέθηκε να «ερευνηθούν» οι λόγοι που μη γερμανικοί λαοί μπορούν για παράδειγμα να γεννήσουν δίδυμα. Ας ρωτήσουν, λοιπόν τον δόκτωρ Μέγκελε.

Η δυσωδία δεκάδων χιλιάδων νεκρών ανθρώπων, φίλων, αδελφών, συντρόφων, συνεχίζει να υπάρχει στον αέρα. Οι θηριωδίες των κάθε φορά εν δυνάμει ναζιστών – κάποτε αποικιοκρατών ή και σήμερα ιμπεριαλιστών – μοιάζουν λεπτώς να διαχωρίζονται. Σαφώς όμως και δεν αποτελούν κάτι το τυχαίο, – μια τρελή και παρανοϊκή σκέψη και ενέργεια -, αλλά μια δοκιμασμένη και καθιερωμένη πρακτική.



Το ανολοκλήρωτο φιλμ
Το όραμα του Bernstein και του Hitchcock, «German Concentration Camps Factual Survey» για το οποίο τόση ώρα γράφουμε, δεν έγινε ποτέ. Δεν του επετράπη να ολοκληρωθεί. «Ενοχλούσε πολιτικά», όπως λέει ο σκηνοθέτης. Χιλιόμετρα φιλμ έμειναν αναξιοποίητα ή αξιοποιημένα για άλλους λόγους.

Το όποιο ντοκουμέντο, έπρεπε να κρυφτεί από τον κόσμο. Το συγκεκριμένο για πάνω από 70 χρόνια. Μετατράπηκε κάποια στιγμή σε κάτι ανώδυνο, σε κάτι που έχανε την δυναμική του ως αφήγηση συλλογικής ενθύμησης και κατανόησης του παρελθόντος. Τα στούντιο αποφάσισαν. Μοντάρανε όπως θέλανε το υλικό και βγάλανε ένα φιλμάκι 22 λεπτών με τίτλο “Death Mills” που καμιά σχέση δεν είχε με τον αρχικό σχεδιασμό των δημιουργών και την δουλειά των δεκάδων φαντάρων κινηματογραφιστών που ζήσανε την φρίκη από πρώτο χέρι. Για καθαρά κυρίαρχους προπαγανδιστικούς λόγους το μεταβάλλανε σε κάτι μη ουσιαστικό. Το τριγυρίσανε σαν τρόπαιο του νικητή ώστε να προκαταβάλλει την νέα τάξη πραγμάτων, μεταπολεμικά, στις αρχές του «ψυχρού πολέμου». Ο νικητής σύμμαχος ήταν πλέον η νέα υπερδύναμη που γεννιόταν. Οι ΗΠΑ. Στις νέες «ισορροπίες» δεν θέλανε να υπάρχει τεκμήριο, – αν και αποτέλεσε τέτοιο στις δίκες της Νυρεμβέργης –, γιατί είχανε άλλους πολιτικούς στόχους, τον έλεγχο της κατεστραμμένης Γερμανίας – αυτή που θα ανοικοδομούσαν – ως σύμμαχο τους ενάντια στην Σοβιετική Ένωση. Ταυτόχρονα η ανθρωπότητα έπρεπε να ξεχάσει την ουσία και να μείνει στην επιφάνεια τύπου οι «Αμερικάνοι μας απελευθέρωσαν».

Δεν ξέρουμε αν θα μπορούσαμε, αν θα αντέχαμε να την δούμε, αλλά η τελική κόπια του ανολοκλήρωτου ντοκιμαντέρ είναι πλέον μονταρισμένη σύμφωνα με τις οδηγίες των αρχικών τους δημιουργών και έτσι παρόλο τους φόβους μπρος στην σκληρότητα των εικόνων, είναι σαφώς ανάγκη να γίνει κτήμα της ανθρωπότητας. Ο «Αληθινός φασισμός» η σοβιετική ταινία του Μιχαήλ Ρομμ έχει βρει χρόνια μετά άλλη μια στήριξη. Γιατί ο αληθινός φασισμός παραμένει ζωντανός και σήμερα και πρέπει να μην μετατραπεί στην συνείδηση μας σε κάτι διαφορετικό, μεταλλαγμένο, εύρημα του χθες, μυθοπλαστικό παραμύθι. Ο φασισμός είναι παρούσα απειλή. Διότι «εκτός και αν ο κόσμος πάρει το μάθημα που αυτές οι εικόνες διδάσκουν, η νύχτα θα πέσει» όπως τελείωνε το αρχικό σενάριο της ανολοκλήρωτης ταινίας.


Από toperiodiko.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου