3.6.18

Οι Πόλεις των Υπανθρώπων - Αυτή Ήταν η Καθημερινότητα στην Αθήνα της Κατοχής

Τον τελευταίο καιρό, η ποπ κουλτούρα και γενικότερα οι τέχνες φαίνεται πως επαναπροσεγγίζουν την ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με τρόπο μάλιστα θεματικό, βάζοντας τον μεγεθυντικό φακό της Ιστορίας σε συγκεκριμένα γεγονότα της μεγαλύτερης πολεμικής σύγκρουσης όλων των εποχών.
Για παράδειγμα, η Δουνκέρκη του Christopher Nolan μετέφερε στη μεγάλη οθόνη τις προσπάθειες των Βρετανών να σώσουν περισσότερους από 300.000 στρατιώτες που είχαν εγκλωβιστεί στον ασφυκτικό κλοιό των Γερμανών στρατιωτών γύρω από την ομώνυμη γαλλική πόλη στις ακτές της Μάγχης. Ακόμη, Η πιο Σκοτεινή Ώρα του Joe Wright περιέγραψε με λεπτομέρεια τις πρώτες ημέρες διακυβέρνησης της Μεγάλης Βρετανίας από τον Winston Churchill, o οποίος κλήθηκε να αντιμετωπίσει τη ναζιστική Γερμανία που ήταν έτοιμη να επιτεθεί στην άλλη πλευρά της Μάγχης.

Στο νέο βιβλίο του διδάκτορα ιστορίας Ιάσονα Χανδρινού, με τίτλο Πόλεις σε Πόλεμο 1939-1945 (εκδ. Μωβ Σκίουρος), ο αναγνώστης μπορεί να ανακαλύψει πώς ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος άλλαξε τα μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα που βρέθηκαν υπό γερμανική κατοχή. Αν και έχουν χυθεί τόνοι μελανιού γι’ αυτόν τον πόλεμο, η αξία του βιβλίου βρίσκεται στο ότι σκιαγραφεί τις εξελίξεις όχι τόσο μέσα τις αποφάσεις των ηγετών και των αξιωματούχων, όσο μέσα από τους «απλούς» ανθρώπους και τις μάζες που κλήθηκαν να επιβιώσουν και να παλέψουν στη βιαιότερη περίοδο της ανθρώπινης Ιστορίας.
Το VICE επικοινώνησε με τον Ιάσονα Χανδρινό και μίλησε μαζί του για τις Πόλεις σε Πόλεμο, την καθημερινή ζωή των ανθρώπων κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων και τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες σε πόλεις και επαρχία βίωσαν εκείνες τις ημέρες που συντάραξαν και εν πολλοίς άλλαξαν τον κόσμο.
VICE: Μεγάλο μέρος του βιβλίου σου πραγματεύεται την καθημερινότητα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της κατοχής στα αστικά κέντρα. Πού οφείλεται αυτή η στροφή από τη μελέτη της υψηλής πολιτικής στη μελέτη των «απλών» ανθρώπων;Ιάσονας Χανδρινός: Η έννοια της καθημερινότητας αποτελεί εδώ και κάποιες δεκαετίες το νέο trend στην ιστοριογραφία παγκοσμίως. Σε μεγάλο βαθμό, θεωρείται ακόμη ασυμβίβαστο να θέλει να συγγράψει κανείς «μεγάλη» ιστορία και παράλληλα να ενδιαφέρεται για το πώς συμπεριφέρονται οι πλατιές, ανώνυμες μάζες. Αυτές θεωρούνται παθητικοί φορείς, ως εκ τούτου αδιάφοροι. Στις ιστορίες πολέμων, οι «απλοί» άνθρωποι, δηλαδή τα εκατομμύρια των αμάχων που υφίστανται τη βία, απουσιάζουν από το πλάνο - στην καλύτερη περίπτωση γεμίζουν τις στατιστικές θυμάτων. Για έναν ιστορικό επιστήμονα, η μεγάλη πρόκληση δεν είναι απλώς να εντάξει αυτές τις μάζες στην παραδοσιακή αφήγηση, δηλαδή να περιγράψει τον πόλεμο μέσα από μικρές ατομικές ιστορίες και τα ημερολόγια. Είναι να επινοήσει από την αρχή την καθημερινή ζωή σε πόλεμο, ως μια ρευστή, περίπλοκη σχέση ανάμεσα στο μικρό και στο μεγάλο, το ατομικό και το συλλογικό, ως στρατηγική επιβίωσης, αλλά και ως διάθεση του ανθρώπου να συμμετάσχει στη γύρω του πραγματικότητα. Για μένα, πουθενά δεν μπορεί κανείς να παρακολουθήσει ευκρινέστερα αυτήν τη σχέση έντασης ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό, το «μικρό» και το «μεγάλο», όσο σε μια κατεχόμενη πόλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επειδή αν η ζωή στη σύγχρονη πόλη είναι από μόνη της αγχώδης, περίπλοκη και γεμάτη φορτίσεις, ας φανταστούμε την ίδια πόλη να είναι υπό κατοχή από ξένα στρατεύματα, να γεμίζει απαγορεύσεις και επιταγμένα κτίρια, να λείπουν τα τρόφιμα και να πέφτουν βόμβες.


Στο βιβλίο διάβασα ότι η ένταση της κατοχής δεν ήταν ίδια στα μεγάλα αστικά κέντρα και την επαρχία. Πού οφείλεται αυτή η διαφορά; Πώς διαφοροποιείται η ζωή ενός κατοίκου της πόλης από αυτή ενός απομακρυσμένου χωριού στην επαρχία;H κατοχή ήταν εμπειρία ενιαία, αλλά και γεωγραφικά άνιση, κάτι που σχετίζεται πρωταρχικά με την ίδια τη σχέση του κατοχικού καθεστώτος με τον χώρο στον οποίο εγγράφηκε. Εδώ πρέπει να σκεφτόμαστε χαρτογραφικά: Η ναζιστική Ευρώπη ήταν μια τεράστια, όσο και βραχύβια αυτοκρατορία, που εκτεινόταν από τη βόρεια Γαλλία μέχρι την Ουκρανία. Σε αυτήν την έκταση δεν υπήρχαν πια εθνικά σύνορα, αλλά γραμμές εξυπηρέτησης της πολεμικής οικονομίας των Ναζί, επειδή ο πόλεμος φυσικά συνεχιζόταν και ήταν μοιραίο να αναπτυχθούν κεντρομόλες δυνάμεις που ανέδειξαν τις πόλεις σε σημεία «υπερσυγκέντρωσης» εξουσίας, στρατευμάτων, υποδομών και εγκαταστάσεων, εργατικού δυναμικού, συμβολικού κεφαλαίου. Η επαρχία, στο βαθμό που δεν εξυπηρετούσε κινήσεις στρατευμάτων σε μεγάλη κλίμακα, όπως η βόρεια ακτή της Γαλλίας ή δεν είχε ενδιαφέρον για τις γραμμές εφοδιασμού -σιδηροδρομικές γραμμές-, έμεινε στο σκοτάδι. Υπήρχαν χωριά στην Ευρώπη που δεν είδαν ποτέ Γερμανούς στρατιώτες. Η σχέση πόλης-υπαίθρου στην κατοχή ήταν πολυδιάστατη. Αρχικά, η ύπαιθρος υποτάχθηκε στον συγκεντρωτισμό της εξουσίας και υποβαθμίστηκε σε οικονομική ενδοχώρα των αστικών κέντρων, τα οποία είχαν πλέον έντονες επισιτιστικές ανάγκες. Αυτή η εξαρτησιακή σχέση κατέγραψε αλυσιδωτές συνέπειες, εκεί όπου αυτές οι ανάγκες ήταν ακόμη πιο έντονες. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, μετράμε την έναρξη της μαζικής αντίστασης, από την οποία γεννήθηκε το αντάρτικο, από την άρνηση των αγροτών να ανταποκριθούν στις διαταγές επίταξης τροφίμων. Αντίστροφα, η ύπαιθρος μετά το 1943 και τη μαζικοποίηση της Αντίστασης δέχεται ένα ρεύμα «προσφύγων» από τις πόλεις, χιλιάδες παρανόμους, αντιστασιακούς, Εβραίους που κρύβονται και πεινασμένους που αναζητούν καλύτερες συνθήκες ζωής. Υπάρχει, δηλαδή, μια συνεχής κατάσταση ανατροφοδότησης.


Πώς συνυπήρχαν οι Γερμανοί στρατιώτες με τους ντόπιους πληθυσμούς στις κατεχόμενες πόλεις; Στο βιβλίο σου κάνεις λόγο για «Πόλεις του Φωτός» και «Πόλεις των Υπανθρώπων». Τι σημαίνει αυτός ο διαχωρισμός;Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει πολλές μοναδικότητες. Μία από αυτές είναι πως ποτέ ξανά και ποτέ έκτοτε στην ευρωπαϊκή Ιστορία δεν βρέθηκαν τόσα εκατομμύρια πολίτες διαφορετικών χωρών σε καθεστώς κατοχής από μια στρατιωτική δύναμη. Καμία από τις δύο πλευρές δεν ήταν προετοιμασμένη γι’ αυτό το ενδεχόμενο. Στην έρευνά μου σε γερμανικά αρχεία βρήκα εντυπωσιακά πολλές και λεπτομερείς οδηγίες των ανώτερων διοικήσεων προς τους απλούς φαντάρους για το πώς θα φέρονται, πώς θα μιλάνε, πώς θα περπατάνε. Η γενική κατεύθυνση ήταν ευγένεια και αυτοσυγκράτηση, σεβασμός στους πολίτες και αποφυγή οποιασδήποτε έντασης ή ανάμειξης. Πολλές από αυτές τις οδηγίες ήταν γραμμένες σαν τουριστικά φυλλάδια, ενώ σύντομα ξεκίνησαν να εκδίδονται λεξικά με χρήσιμες λέξεις και φράσεις, δηλαδή η «διείσδυση» χιλιάδων στρατιωτών σε μια ξένη πόλη είχε μια έντονη τουριστική πλευρά. Δεν θέλει και μεγάλη φαντασία, για να αντιληφθούμε ότι η θητεία στο Παρίσι, στη Χάγη, στις Βρυξέλλες ή στη Φλωρεντία ήταν προνομιακή και ευχάριστη.

Πώς έβλεπαν οι Γερμανοί στρατιώτες αυτήν την πρωτοφανή εμπειρία τους;Οι περισσότεροι από αυτούς μέχρι τότε δεν είχαν βγει ποτέ έξω από τη χώρα τους, μάλλον ούτε από την πόλη ή το χωριό τους. Από την άλλη, αυτή η απότομη επαφή με διαφορετικούς ξένους λαούς και τόπους, δεν ήταν αυτό που οι Αμερικάνοι ονομάζουν «Rest and Recreation» (σ.σ. Ξεκούραση και Αναψυχή). Εγγραφόταν σε συγκεκριμένο πλαίσιο προπαγανδιστικής πολιτικής. Η οδηγία του Φρουραρχείου στο Παρίσι για τους Γερμανούς αξιωματικούς, όταν έκαναν περίπατο στο Δάσος της Βουλώνης, ήταν να δένουν σφιχτά τον κόμπο της γραβάτας και να μην χαιρετούν γυναίκες. Αυτό δεν οφειλόταν σε κάποια ένδειξη υπερβολικής πειθαρχίας, αλλά μια προσπάθεια κοινοποίησης της γερμανικής ανωτερότητας σε αλλοδαπούς πληθυσμούς. Στα ανατολικά, όπου η κατάσταση ήταν ασύγκριτα πιο άγρια από ό,τι συνέβαινε στη Δυτική Ευρώπη, αυτή η ανωτερότητα είχε αδρότερες γραμμές. Στην Πολωνία, για παράδειγμα, όπου δεν υπήρχαν μόνο στρατιώτες, αλλά και εθνοτικοί Γερμανοί οι οποίοι απέκτησαν προνομιακή θέση σε σχέση με τους «σλάβους», υπήρχαν παντού καταστήματα, πάρκα και παγκάκια «μόνο για Γερμανούς». Οι πολωνικές πόλεις μεταμορφώθηκαν σε κανονικές πόλεις-απαρτχάιντ. Εκεί, η καθημερινή συναναστροφή με πολίτες όχι μόνο δεν ήταν αθώα, αλλά αποτελούσε εξαρχής το αποτελεσματικότερο εργαλείο της αποικιακής πολιτικής που θέλησαν να εφαρμόσουν οι Γερμανοί στα «αρχαία γερμανικά εδάφη» της Πολωνίας. Στην ιδεολογική ρευστότητα του ναζισμού, ο άξονας Ανατολή-Δύση ήταν ίσως το πιο σταθερό στοιχείο και το συμβολικό φορτίο της κάθε ευρωπαϊκής πόλης δεν ήταν άσχετο με το φριχτό μέλλον που επιφυλάσσονταν για τη φυλετικά και πολιτιστικά κατώτερη ανατολική Ευρώπη. Αν σε έναν μελλοντικό ναζιστικό κόσμο το Παρίσι, η Φλωρεντία και η Πίζα, θα διατηρούνταν ως μνημεία πολιτισμού, η Βαρσοβία, το Μινσκ και το Λένινγκραντ θα έπρεπε να ισοπεδωθούν.

Οι ελληνικές πόλεις σε ποια κατηγορία ανήκαν;Αν ρίξει κανείς μια ματιά στο γερμανικό eBay, σχεδόν μέρα παρά μέρα αναρτώνται στις δημοπρασίες φωτογραφίες Γερμανών φαντάρων με φόντο την Ακρόπολη - ο Λευκός Πύργος ακολουθεί με μικρή διαφορά. Είναι σαφές και μέσα από τις πηγές πως οι γνώσεις του μέσου Γερμανού για την Ελλάδα περιορίζονταν, όπως μάλλον και σήμερα, στα μνημεία της αρχαιότητας. Η Ελλάδα ήταν μια από τις περιπτώσεις, όπου η κατοχική πολιτική επηρεάστηκε αφενός από ρομαντικές φαντασιώσεις, αφετέρου από τη βαθιά άγνοια των Γερμανών για τη χώρα και τους ανθρώπους της. Η επαφή με τους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων μάλλον τους απογοήτευσε, με αποτέλεσμα ο αρχικός ενθουσιασμός για την αρχαιότητα να αντικατασταθεί σταδιακά από την πεποίθηση ότι οι σύγχρονοι Έλληνες ήταν μάλλον ένας μπασταρδεμένος, ανατολίτικος λαός, «φτηνό» αίμα, κάτι που εξηγεί και την αγριότητα των αντιποίνων αργότερα. Ένα από τα αγαπημένα μου γερμανικά κείμενα –μαρτυρία στρατιώτη– λέει πως, «οι Έλληνες είναι ένας λαός μπακάληδων» και πως «ένας Έλληνας μπορεί να κοροϊδέψει δέκα Εβραίους με τη μία», πρωταθλητές απατεώνες, δηλαδή. Αυτά τα κλισέ, τα οποία μάλιστα αναπαρήγαγε πρόσφατα ο γερμανικός Τύπος σε συνάρτηση με την οικονομική κρίση, έχουν προκύψει σε μεγάλο βαθμό από την εντύπωση που έκανε στο μέσο Γερμανό στρατιώτη η εικόνα των δρόμων της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης του 1941-42. Την αυτοτροφοδοτική διάσταση του εξουσιαστικού λόγου των στερεοτύπων προδίδει μεταξύ άλλων και το γεγονός ότι η απίστευτη φτώχεια και οι σοκαριστικές εικόνες της πείνας εκείνου του χειμώνα, με τα πτώματα στους δρόμους, γέννησαν στους περισσότερους Γερμανούς αισθήματα αηδίας και όχι συμπάθειας για τον πληθυσμό, από μια κατάσταση την οποία είχαν οι ίδιοι προκαλέσει.


Πώς διαμορφώθηκε η οικονομία των πόλεων που βρέθηκαν υπό κατοχή; Πώς άλλαξε η οικονομία των ελληνικών αστικών κέντρων, συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις;Ένας από τους κορυφαίους οικονομικούς ιστορικούς και μελετητές του Πολέμου και της Κατοχής, ο Adam Tooze, περιέγραψε την πολιτική των Γερμανών ως «οικονομία της καταστροφής». Οι κατεχόμενες χώρες προσδέθηκαν αμέσως στο άρμα της πολεμικής οικονομίας, ενώ οι πόλεις ξεκίνησαν να αποτελούν μετωνυμίες των βιομηχανικών τους υποδομών ή των λιμενικών τους εγκαταστάσεων, καθώς μόνο αυτές ενδιέφεραν στη νέα συγκυρία. Η Νάντη, σημαντικό βιομηχανικό κέντρο, μαζί με το λιμάνι του Σεν Ναζαίρ, είχαν το 1943 πάνω από 500 μικρές και μεγάλες βιομηχανίες που εργάζονταν απευθείας για τους κατακτητές. Τα κεντρικά εργοστάσια της Philips στο Αϊντχόβεν και οι διάσημες αυτοκινητοβιομηχανίες στο Τορίνο διατήρησαν τη σημασία τους στο νέο πλαίσιο της πολεμικής βιομηχανίας και επεκτάθηκαν. Λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, παρασύρθηκαν στο ρεύμα αναγκαστικής εντατικοποίησης της παραγωγής. Το 1942, υπήρχαν πάνω από 100.000 Έλληνες που εργάζονταν για τους Γερμανούς, σε όλο το φάσμα των «ευκαιριών» που γεννούσε η παρουσία ενός κατοχικού στρατού, από πλύσιμο ρούχων σε στρατώνες μέχρι ειδικευμένους τεχνικούς στον σιδηρόδρομο - οι Γερμανοί σχεδίαζαν να επεκτείνουν όλο το δίκτυο. Αυτό δεν αποτελούσε κάποια προσεκτικά σχεδιασμένη πολιτική, αλλά λίγο-πολύ ενστικτώδεις αποφάσεις στο πλαίσιο μιας κολοσσιαίων διαστάσεων στρατηγικής απομύζησης πηγών, αγαθών και εργατικών χεριών, που θα επέτρεπε στους Γερμανούς να συνεχίζουν τον πόλεμο σε όλα τα μέτωπα. Ακριβώς επειδή λειτουργούσε χωρίς πλάνο, η κατοχική οικονομία εξελίχθηκε σε ένα πεδίο συναίνεσης, στο οποίο τέμνονταν και ισορροπούσαν διάφοροι παράγοντες και τα συμφέροντά τους. Εκτός από τους επιχειρηματίες που συνεργάζονται με σκοπό το κέρδος, συνεργάζονταν και οι εργάτες που μάλιστα απολάμβαναν διάφορες παροχές -και τρόφιμα-, επειδή ήταν χρήσιμοι στους Γερμανούς. Προφανώς υπήρξαν εντάσεις, ωστόσο υπήρχε μια παράδοξη «ταξική ειρήνη», η οποία, όπως σημειώνουν και ιστορικοί όπως ο Hobsbawm, έπαιξε τον ρόλο της στην αποσόβηση μιας προλεταριακής επανάστασης σε όλη την Ευρώπη το 1945.





Στο βιβλίο σου γράφεις πως «η επικράτηση του Άξονα στην Ευρώπη επηρέασε καθοριστικά τις δομές εξουσίας στο εσωτερικό της κάθε χώρας». Τι σημαίνει αυτό; Πόσο σημαντικός παράγοντας ήταν για την εδραίωση της κατοχικής εξουσίας η συνεργασία των ντόπιων;Χρειάζεται να προσεγγίσουμε τη στρατιωτική κατοχή ως ένα τεράστιο πείραμα κυβερνησιμότητας. Συνηθίζουμε, εύλογα ως ένα βαθμό, να ιδεολογικοποιούμε αυτήν την κυβερνησιμότητα και να την τοποθετούμε στο πρίσμα της ασπρόμαυρης, μοραλιστικής διχοτομίας «Δωσιλογισμός-Αντίσταση». Η συνεργασία με τους Γερμανούς ήταν μια πολυεπίπεδη πραγματικότητα που δεν αφορούσε μόνο ιδεολογικά συγγενή –δηλαδή ναζιστικά ή ακροδεξιά –κόμματα και οργανώσεις, αλλά συμπαρέσυρε κράτη, γραφειοκρατίες, ιδρύματα, πρόσωπα και θεσμούς. Η λέξη «συνεργασία», την οποία χρησιμοποίησαν πρώτοι οι Γάλλοι, για να περιγράψουν την πραγματικότητα μετά την κατάκτησή τους το 1940, έχει μια κυριολεξία. Τα συμφέροντα που ανέκυψαν από την κατοχική πραγματικότητα ήταν πολλά και μας αναγκάζουν να διευρύνουμε σημασιολογικά τον όρο «ιδεολογία». Μιας και δεν υπήρχε προσχεδιασμένο πλάνο για τη μορφή που θα λάμβανε η εξουσία των γερμανικών Αρχών –ούτε καν ως γενική κατεύθυνση –, ο παράγοντας της συνεργασίας με ντόπιους παράγοντες κάλυψε όλο το φάσμα. Οι πόλεις είναι χρήσιμο πεδίο παρατήρησης, επειδή μας επιτρέπουν να δούμε πώς ήταν ειδικά η χαμηλότερη βαθμίδα της γερμανικής εξουσίας, τα φρουραρχεία των πόλεων, αυτή που ενεπλάκη έντονα με όλα τα σύνθετα προβλήματα της διοίκησης στη μικρή κλίμακα - από αγορανομικές διατάξεις, μέχρι το πότε θα αδειάζουν οι αποχετεύσεις. Αντίστροφα, δημοτικές Αρχές και παράγοντες είδαν στους Γερμανούς μια ευπρόσδεκτη αυστηροποίηση της καταστολής των παραδοσιακών «εχθρών της τάξης». Το πιο εύγλωττο παράδειγμα είναι η επιχείρηση «Εκκαθάρισης της Μασσαλίας» τον Φεβρουάριο του 1943, όταν Γάλλοι και Γερμανοί συνεργάστηκαν στην ισοπέδωση του παλιού λιμανιού και την «εξυγίανση» μιας μεταναστούπολης που θεωρούνταν από χρόνια εστία πολιτικής αναταραχής, έδρα προσφύγων, κομμουνιστών και Εβραίων. Ο βαθμός ενεργητικής ή παθητικής συναίνεσης Αρχών, αλλά και πολιτών στις εισαχθείσες ναζιστικές πολιτικές κοινωνικού ελέγχου, προέκταση των οποίων είναι η δίωξη πολιτικών αντιπάλων, αλλά και η γκετοποίηση των εβραϊκών κοινοτήτων πριν από τη μαζική τους εξόντωση, παραμένει ένα τεράστιο και απίστευτα ενδιαφέρον ζήτημα για νέες μελέτες.


Ποια είναι τα βασικά γνωρίσματα του αντιστασιακού κινήματος στις πόλεις; Ποιες μορφές λαμβάνει και πόσο ευρύ ήταν τελικά;Θα επαναλάβω το απόσπασμα που παραθέτω εισαγωγικά στο σχετικό κεφάλαιο: «Όλες οι διαμαρτυρίες έχουν τις πλατείες τους, όλες οι επαναστάσεις χρειάζονται μια σημαντική πόλη για να εδραιωθούν». Αντίσταση και πόλη έχουν μια συμβιωτική σχέση, είτε μιλάμε για τελετουργίες ανυπακοής στις γειτονιές είτε για οργανωμένα παράνομα δίκτυα πληροφοριών. Η περίοδος της κατοχής είδε την ανάπτυξη ενός ευρύτατου φάσματος αντικατοχικών δράσεων, από πράξεις παθητικής διαμαρτυρίας μέχρι ένοπλες εξεγέρσεις και υπάρχουν εντυπωσιακές υπερεθνικές ομοιότητες τις οποίες θα συνόψιζα στα παρακάτω: Μεγάλο απόθεμα συμβολικής απείθειας, μέσα από την απόρριψη των συμβόλων της κατοχικής εξουσίας, πρωταγωνιστική συμμετοχή της νεολαίας, απεργιακές κινητοποιήσεις μετά την κοινή για όλες τις χώρες τομή που συνιστά η εισαγωγή μέτρων πολιτικής επιστράτευσης μετά το 1943, ένοπλες και βομβιστικές ενέργειες που στοχοποιούν έντονα τους συνεργάτες των Γερμανών, παρά τους ίδιους τους Γερμανούς. Η αντίσταση παρήγαγε ένα απαράγραπτο συμβολικό κεφάλαιο, το οποίο είναι σήμερα ορατό σε μνημειακές εγγραφές στον αστικό χώρο, σε αγάλματα, πλάκες, δρόμους και πλατείες με ονόματα πεσόντων αγωνιστών – με εξαίρεση ίσως την Αθήνα που έχει μια «μνημοκτονική» σχέση με τη συγκεκριμένη εποχή. Πέρα από τις διαφοροποιήσεις των ποικίλων φορέων της αντίστασης -αστοί, κομμουνιστές-, καταγράφεται παντού μια βαθμιαία ριζοσπαστικοποίηση των αστικών στρωμάτων η οποία προκαλεί και την ποιοτική μετάβαση από την «αστική αντίσταση» στην «αντίσταση της πόλης». Δηλαδή, από πρακτικές αντίδρασης συγκεκριμένων ομάδων του αστικού πληθυσμού -για παράδειγμα, των φοιτητών-, στην καθολική ρήξη με το κατοχικό καθεστώς. Το καλοκαίρι του 1944, εκτός από τη Βαρσοβία και το Παρίσι, σημειώνεται μια αιματηρή εξέγερση στην Κοπεγχάγη, η οποία καταλήγει σε σχεδόν 100 νεκρούς και 700 τραυματίες. Οι πόλεις της βουβής υποταγής είχαν μετατραπεί μέσα από τους κλυδωνισμούς της εμπειρίας της κατοχής, σε σκηνικά επανάστασης και όπως σημείωνε ένας Αμερικανός αξιωματικός σε σχέση με τη Νάπολη, «όλα βαδίζουν πια προς τα αριστερά».


Πώς αντιμετωπίζουν οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους αυτό το αντιστασιακό κίνημα και με ποιον τρόπο εκτυλίσσεται η πολιτική των αντιποίνων στο αστικό περιβάλλον;Η λέξη «αντίποινα» στην ελληνική συλλογική μνήμη είναι ταυτισμένη με καταστροφές χωριών στην ύπαιθρο, μολονότι οι πόλεις δεν στερήθηκαν γεγονότα αντίστοιχης αγριότητας. Κατά την τελευταία φάση της κατοχής, κάθε πόλη ήταν ουσιαστικά και μια πρωτεύουσα του τρόμου, δεδομένου ότι την ανάπτυξη της αντίστασης ακολούθησε μια επίταση των τρομοκρατικών μέτρων και μια μαζικοποίηση των συλλήψεων και των εκτελέσεων. Αυτό πήγαινε χέρι-χέρι και με μια «ποιοτική» αναβάθμιση των αντιποίνων. Η πρώτη αναβάθμιση αφορούσε τη μέθοδο: Χοντρικά μέχρι το 1943, οι Γερμανοί σκότωναν κατά κανόνα εν κρυπτώ, δηλαδή σε φυλακές, στρατόπεδα και απομακρυσμένα σημεία, όπως τα σκοπευτήρια, φροντίζοντας να μην ερεθίσουν τη μάζα των πολιτών, εκθέτοντάς τη στο θέαμα μιας ομαδικής εκτέλεσης. Το 1943 και το 1944 τα αντίποινα απέκτησαν σκόπιμα δημόσιο χαρακτήρα, ως ύστατο μέσο κατατρομοκράτησης ενός πληθυσμού που θεωρούνταν πλέον πλειοψηφικά εχθρικός. Στην Ιταλία, την Ελλάδα, αλλά και την Ολλανδία, ξεκίνησαν να γίνονται κανόνας οι εκτελέσεις σε πλατείες ή σε σημεία που είχαν σημειωθεί επιθέσεις της αντίστασης. Αυτός ο φαύλος κύκλος της βίας-αντιβίας ξεκίνησε να παίρνει τον χαρακτήρα ενός συμβολικού πολέμου γύρω από σημεία του αστικού χώρου. Όταν οι Ιταλοί παρτιζάνοι στις 29 Απριλίου 1945 κρέμασαν τα πτώματα του Benito Mossolini και της ερωμένης τoυ, Clara Petacci, στην Πιατσάλε Λορέτο του Μιλάνου, ήξεραν ότι οκτώ μήνες νωρίτερα, στην ίδια πλατεία, φασιστικά παραστρατιωτικά σώματα είχαν δολοφονήσει ομήρους σε αντίποινα. Η δεύτερη αναβάθμιση των αντιποίνων είχε να κάνει με τη στρατηγική τους: Αν αρχικά οι Γερμανοί τουφέκιζαν προσωπικότητες και σημαίνοντα πρόσωπα, από τα τέλη του 1941 και μετά –μετά την επίθεση στη Σοβιετική Ένωση– ξεκίνησαν να επιλέγουν για τα εκτελεστικά αποσπάσματα μέλη και συμπαθούντες κομμουνιστικών και αριστερών κομμάτων, οι οποίοι πλέον πρωτοστατούσαν στην αντίσταση. Ο όρος «κομμουνιστής» ξεκίνησε να χρησιμοποιείται καταχρηστικά, για να νομιμοποιήσει μια πολιτική αντιποίνων η οποία εγγραφόταν σε ολοένα και σαφέστερο ιδεολογικό πλαίσιο. Η πρωταγωνιστική συμμετοχή δωσιλογικών σωμάτων που όμνυαν σε έναν ακτιβιστικό αντικομμουνισμό, είναι κομμάτι αυτού του πλαισίου.


Γράφει: Θοδωρής Χονδρογιαννος


Πηγη:https://www.vice.com/gr/article/nek3mz/oi-poleis-twn-ypan8rwpwn-ayth-htan-h-ka8hmerinothta-sthn-a8hna-ths-katoxhs

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου