1.3.18

Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου Αρνείται να Κάνει τον Γελωτοποιό της Άρχουσας Τάξης

Με αφορμή τον καινούριο του δίσκο, «Με στόμα που γελά», συναντήσαμε έναν από τους σημαντικότερους τραγουδοποιούς της εποχής μας, στο χωριό του στη Λάρισα, νύχτα με βροχή, βαθιά μέσα στο δάσος.
Βρέχει κι ο ουρανός σκοτείνιασε πιο γρήγορα - είναι σαν πέτρα πάνω από τα κεφάλια μας. Αφήνουμε πίσω τον μελαγχολικό θεσσαλικό κάμπο και οδηγούμε προς το Μεταξοχώρι Λάρισας, έξω από την Αγιά. Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου μάς βρίσκει στο καφενείο με την πράσινη πόρτα. «Σας περίμενα λίγο πιο αργά και βγήκα βόλτα με τον σκύλο», λέει. Κάθεται στη θέση του συνοδηγού και ανηφορίζουμε πιο βαθιά στο δάσος, στο γειτονικό χωριουδάκι, όπου έχει φτιάξει το στούντιό του, σχεδόν στην ερημική ησυχία. Μιλά ζεστά από την πρώτη στιγμή και γελά δυνατά, με κλειστά μάτια. Η βροχή τώρα έχει δυναμώσει πολύ. Ο δρόμος ολοένα και στενεύει, πυκνή βλάστηση και φυλλωσιές καλύπτουν τα ρέλια, δεξιά κι αριστερά. Η φύση εδώ πάνω οργιάζει· κρύβει την ίδια δύναμη με αυτόν τον άνθρωπο, που έχει την κοψιά δασκάλου, όμως μπορεί με τα λόγια και τη μουσική του να ανοίξει τη γη στα δύο. Λίγο αργότερα, θα φθάσουμε. Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, μας μίλησε για τον καινούριο του δίσκο, που έχει τίτλο «Με στόμα που γελά» - «δώδεκα ερμηνείες ο Σωκράτης και μία -για μαγάρισμα- ο υποφαινόμενος», γράφει ο ίδιος στο εισαγωγικό σημείωμα. Πριν από αυτά, είπαμε για τα παιδικά του όνειρα, τον Χατζηδάκι, τα ουράνια σώματα, το στιγμιαίο του έρωτα και το νόημα της ύπαρξής μας.

VICE: Ποια είναι η πιο ισχυρή ανάμνηση από τα παιδικά σου χρόνια;
Θανάσης Παπακωνσταντίνου: Ήμουν πιτσιρικάς και η μάνα μου ζήτησε, χωρίς να το σκεφτεί, να κατεβάσω το γάλα που έβραζε πάνω στη σόμπα κι είχε αρχίσει να φουσκώνει. Ήμουν πιο μικρός από τη σόμπα κι έτσι όπως πήγα να κατεβάσω το γάλα, χύθηκε πάνω στο χέρι μου. Ένιωσα υπεύθυνος και κρύφτηκα κάτω από το κρεβάτι.

Γεννήθηκα στην Ελασσόνα και μεγάλωσα στον Τύρναβο της Λάρισας. Οι γονείς μου ήταν εργάτες, φτωχοί άνθρωποι, που δούλεψαν πολύ σκληρά. Με τη μάνα μου, μέχρι πριν λίγα χρόνια, αν βάζαμε μπρα ντε φερ, θα με κέρδιζε.

Τι ήθελες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;
Σκηνοθέτης.

Με ποιο ερέθισμα;
Δεν μπορώ να το στοιχειοθετήσω. Παρακολουθούσα σινεμά, όμως μη φανταστείς κάτι φοβερό - ό,τι ερχόταν εκείνη την εποχή στους κινηματογράφους της επαρχίας. Θυμάμαι έντονα τον κόσμο μαζεμένο έξω από το σινεμά, με κατεβασμένα ρολά και οι άνθρωποι να τεντώνουν τα χέρια για να πάρουν ένα εισιτήριο.

Θέλεις να μου πεις την ιστορία με τον Λοΐζο;
Σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη, μηχανολόγος μηχανικός στο ΑΠΘ, κι εκείνη την εποχή έγραφα κάποια στιχάκια. Μου άρεσαν τα τραγούδια του και του έστειλα στίχους - αρκετά άγαρμπους, δεν είχαν κάποια εσωτερικότητα. Μια μέρα, γυρνώντας σπίτι, είχε φρακάρει η πόρτα· ήταν ένα τηλεγράφημα από τον Μάνο Λοΐζο, που έγραφε «Θανάση, μου αρέσουν οι στίχοι σου και θέλω να συνεργαστούμε». Έπαθα σοκ. Στην πορεία γνωριστήκαμε και κάποια στιγμή που ξεθάρρεψα, του έδωσα να ακούσει τραγούδια μου. Και μου λέει, «Θανάση, δεν έχεις ταλέντο με τη μουσική, μείνε στον στίχο».


Είναι αλήθεια η ιστορία με τον Χατζηδάκι και τη χειρόγραφη σημείωση στην κασέτα με το τραγούδι σου;
Δεν ξέρω, μπορεί να την έγραψε και ο Νίκος ο Κυπουργός, διότι ο Χατζηδάκις δεν άκουγε όλα τα τραγούδια. Είχα στείλει, το 1982, στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού στην Κέρκυρα ένα λαϊκό κομμάτι, με τίτλο «Η Χελώνα», που δεν επιλέχθηκε στον τελικό διαγωνισμό. Ετοιμαζόμουν να φύγω φαντάρος και ξαφνικά με πήραν τηλέφωνο, λέγοντάς μου ότι το τραγούδι επιλέχθηκε την τελευταία στιγμή στη θέση ενός άλλου. Πήγα με βαριά καρδιά, χωρίς να έχουμε κάνει ούτε πρόβα. Δεν μου έδινε κανένας σημασία και λέω κάποια στιγμή στον Χατζηδάκι, «Φεύγω, δεν έχουμε βρει ούτε άνθρωπο να το τραγουδήσει». Μου λέει, «Μείνε, θα βρούμε». Τελικά, βρήκαμε, αν και μου το ξέσκισαν λίγο το κομμάτι, επειδή ήταν γραμμένο με τζουρά και παίχτηκε με μαντολίνο και κλασσική κιθάρα (γελάει δυνατά). Αργότερα, δεν θυμάμαι πώς, πήρα πίσω την κασέτα και κάποιος είχε γράψει με κόκκινο στιλό –είχε κι ένα αγγλικό ερωτηματικό– τη φράση «περίεργο λαϊκό, να ξανακουστεί».

Μου κάνει εντύπωση ότι υπήρξες εργολάβος δημόσιων έργων.
Ναι, ως μηχανολόγος εργάστηκα για την κατασκευή αρδευτικών συστημάτων, ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων σε σχολεία και άλλων έργων. Το είχα πάρει απόφαση, προτιμούσα να φθαρώ σε κάτι που δεν αγαπούσα και να κρατήσω όλη μου τη θέρμη για τη μουσική. Έτσι, παρέμεινα καιόμενη βάτος. Σκέφτομαι ότι, αν ζούσα εξ αρχής από τη μουσική, έχοντας στο μεταξύ κάνει οικογένεια και παιδιά, μπορεί να έβαζα νερό στο κρασί μου. Αυτό δεν συνέβη σίγουρα. Το δεύτερο είναι ότι γνώρισα ανθρώπους, μαστόρια, που δεν θα τους γνώριζα διαφορετικά. Ξέρεις τι μεγάλο σχολείο είναι; Υπήρχαν, βέβαια, και αρνητικά. Εργάστηκα σε μια περίοδο, που είχε ξεφύγει η κατάσταση. Πήγαινες σε μια μικρή κοινότητα να βάλεις μια πομόνα κι ερχόταν ο κοινοτάρχης και ζητούσε μίζα.

Ο πρώτος δίσκος, η «Αγία Νοσταλγία», κυκλοφορεί δέκα χρόνια αργότερα, το 1993. Τι έκανες στο ενδιάμεσο;Παράλληλα με τη δουλειά που λέγαμε παραπάνω, έφτιαχνα μουσικά όργανα και πάντα έγραφα τραγούδια, ήδη από τον στρατό. Αλλά δεν ήμουν πιεστικός, πάντα πίστευα ότι αξίζει η γέννα ενός τραγουδιού. Ότι αυτό είναι το μέγιστο της ευχαρίστησης.



Θεωρείς τα τραγούδια σου δύσκολα;
Δεν ξέρω, μια «θανασίλα» μπορεί να την έχουν. Κοίτα, ανοίγομαι σαν μικρό παιδί στη μουσική, χωρίς να έχω θεωρητική κατάρτιση, αλλά μόνο το ένστικτο. Επομένως, δεν έχω και όρια. Με βοηθάει, βέβαια, ότι έχω ακούσει πολλή λαϊκή μουσική. Για μένα, λαϊκό έργο τέχνης είναι αυτό που μπορεί να συγκινήσει ταυτόχρονα τον πιο ανυποψίαστο και τον πιο υποψιασμένο. Έτσι, πάντα μου έρχεται στο μυαλό ως βαθιά λαϊκός καλλιτέχνης ο Βαν Γκογκ. Μπορεί να συγκινήσει μια γιαγιά που δεν έφυγε ποτέ από το χωριό κι ένας βαθιά διανοούμενος άνθρωπος.

Στους στίχους σου υπάρχουν συχνές αναφορές στη φύση.
Νομίζω περνάω εικόνες από αυτά που έχω βιώσει. Έπειτα, η φύση καταστρέφεται και θέλω να κρατήσω στη μνήμη των ανθρώπων την ομορφιά που χάνεται. Πιστεύω ότι όσο πιο τοπικός είσαι, τόσο πιο παγκόσμιος. Τοπικός, με την έννοια ότι εφόσον περάσεις στο έργο τον τρόπο που μιλάς κι αυτά που έχεις δει, ακριβώς επειδή είναι αυθεντικά, είναι και παγκόσμια.

Αναφέρεσαι, επίσης, συχνά στα ουράνια σώματα.
Ναι. Είναι μια εικόνα που με επαναφέρει στο ανθρώπινο μέτρο, στην αίσθηση ότι είμαστε ένα τίποτα.

Μια αναζήτηση προς το θείο;
Όχι, δεν έχω νιώσει ότι υπάρχει κάποιος θεός. Το βασικό που με ταλαιπωρεί εσωτερικά και υπάρχει σε πολλά τραγούδια μου είναι η αίσθηση που έχω για το σύμπαν και την ολότητητα, ότι δηλαδή είμαστε ένα ομοίωμα του σύμπαντος, ένα κομματάκι του. Μάλιστα, μου κάθεται πολύ καλά η ανθρωπιστική προσέγγιση, που λέει ότι το σύμπαν προσπαθεί να γνωρίσει τον εαυτό του και σε αυτήν την προσπάθεια δημιουργεί νοήμονα όντα, τα οποία είναι κομματάκια του. Αν αυτά τα όντα αποκτήσουν επίγνωση της ύπαρξής τους, εκείνη τη στιγμή θα έχει αποκτήσει και το σύμπαν επίγνωση για τη δική του ύπαρξη.

Δυσκολεύεσαι να γράψεις;
Όσο περνούν τα χρόνια, ναι. Και ίσως, περισσότερες φορές έχω βρεθεί σε αδιέξοδο σε ό,τι αφορά τον λόγο.


Ο λόγος σου έχει στοιχεία σουρεαλιστικά, αλλά και σκηνές ωμής πραγματικότητας.
Ναι, βεβαίως. Η λύτρωση στην τέχνη έρχεται όσο πιο πολύ ο δέκτης προσφέρει τον εαυτό του σε αυτήν. Η μουσική από μόνη της, επειδή είναι πολύ αφαιρετική, βάζει μεν κάποια όρια, αλλά σου αφήνει και μεγάλα περιθώρια. Με βάση τον μουσικό δρόμο, σου δίνεται το γήπεδο για να παίξεις - για παράδειγμα, αν είναι ματζόρε, σε οδηγεί σε μια πιο χαρούμενη κατάσταση. Όταν σε αυτήν τη μουσική βάλουμε και λόγο, αν είναι απόλυτα συγκεκριμένος -κι αυτό έχει την αξία του, δεν το απορρίπτω- εκείνη τη στιγμή λες στον ακροατή, πάρε αυτό το κομμάτι. Δεν σε αφήνει να βάλεις τον εαυτό σου μέσα, αλλά είναι πολύ ευθύβολο και μπορεί να σε γραπώσει αμέσως. Όταν, όμως, ο λόγος δεν είναι συγκεκριμένος, είναι υπερρεαλιστικός, σου δίνει ένα μονοπάτι, μάλλον μια λεωφόρο θα έλεγα και σου λέει, εδώ μέσα μπορείς να τοποθετήσεις επίσης αρκετά τον εαυτό σου.

Δεν εμφανίζεσαι συχνά στα Μέσα, σχεδόν ποτέ στην τηλεόραση, κι όμως το κοινό στις συναυλίες σου ανανεώνεται ηλικιακά.Δεν ξέρω πώς γίνεται (γελάει). Έχω, όμως, κάτι να σου πω. Παρ’ όλο που είμαι άθεος και αγνωστικιστής, πιστεύω ότι υπάρχει προδιαγεγραμμένο. Απλώς, είναι τόσοι πολλοί οι παράγοντες που καθορίζουν αυτό που τελικά συμβαίνει και δεν τους γνωρίζουμε. Κι όλη αυτήν την άγνοια, εμείς τη θεωρούμε ελευθερία βούλησης. Αλλά στην ουσία, όλα κατατείνουν σε αυτό που τελικά γίνεται. Ένα άλλο που σκέφτηκα, είναι ότι με αγγίζει το συλλογικό ασυνείδητο, βγάζω πράγματα από αυτό και τα προσφέρω, κυρίως μέσα από τον στίχο. Αυτό αγγίζει νομίζω τους νέους, που είναι πιο καθαροί και πιο χαλαροί.


Έχεις πάρει πολλές φορές θέση σε κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα.
Αρχικά, δεν είμαι βέβαιος αν κάνω σωστά κι, επίσης, σίγουρα αυτό έχει επιπτώσεις. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι χρησιμοποιώ την αγάπη του κόσμου για τα τραγούδια μου, ώστε να καπελώσω μια κατάσταση. Εντέλει, όμως, τι επικρατεί μέσα μου; Τα τραγούδια από μόνα τους και η τέχνη γενικά, είναι υποστηρικτικά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Πολλά από τα τραγούδια, τα έχω γράψει με πολλή αγάπη και τρυφερότητα για τους ανθρώπους. Δεν πρέπει να φανώ αντάξιος των τραγουδιών; Δηλαδή, άλλα να λένε τα τραγούδια μου κι εγώ να κάνω άλλα;

Είναι, δηλαδή, κάτι σαν ανταπόδοση;Φυσικά. Δεν γίνεται, όμως, ποτέ εσκεμμένα για να δείξουμε ότι είμαστε δημογέροντες. Υπάρχει ένα κείμενο του Ουμπέρτο Έκο, για έναν σπουδαίο πιανίστα, ο οποίος κάποια στιγμή, πριν ξεκινήσει μια συναυλία, μίλησε στο κοινό για τους βομβαρδισμούς των Αμερικάνων στο Βιετνάμ. Από κάτω τον έφτυσαν, έγινε φοβερό σούσουρο, «κάτσε παίξε» φώναζαν, τον λοιδόρησαν. Ο Ουμπέρτο Έκο έγραψε ότι πολιτική έκανε το κοινό από κάτω. Αν ο πιανίστας, έγραψε, αντί για το Βιετνάμ, είχε μιλήσει για κάποιο αεροπορικό δυστύχημα και ζητούσε από το κοινό να τηρήσει ενός λεπτού σιγή, όλοι θα σηκώνονταν όρθιοι χωρίς να μιλήσουν. Επομένως, υπάρχουν οι δικοί μας νεκροί και νεκροί που δεν είναι δικοί μας. Εντέλει, η άρχουσα τάξη θέλει τον καλλιτέχνη στη θέση του παλιού γελωτοποιού: άφηνε λίγο τον γελωτοποιό να λέει αστεία, ακόμη και ενάντια στον αυτοκράτορα, ελεγχόμενα όμως, με την επίκληση της κριτικής. Επομένως, σου λέει, σε εσένα κάνω τα στραβά μάτια, ενώ αν τολμήσει το ίδιο κάποιος φτωχομπινές, θα τον διαλύσω. Όμως, το μόνο που θέλω από ‘σένα είναι να με διασκεδάσεις. Σκάσε και παίξε.

Ποιο πιστεύεις ότι είναι το αποτύπωμα της ελληνικής κρίσης στην τέχνη;
Η τέχνη είναι σχετικά βραδύκαυστη. Συνήθως, αυτοί που φτιάχνουν τραγούδια δεν είναι χρονικογράφοι ούτε νομίζω τους ενδιαφέρει να γίνουν. Επίσης, δεν ξέρουμε τι είναι αυτό που μπορεί να γεννήσει ένα τραγούδι. Μπορεί να είναι κάτι τελείως αντι-ηρωικό. Το βασικό είναι να υπάρχει αλήθεια και πάθος. Αυτό από μόνο του είναι παρέμβαση κοινωνική.

Το αποτύπωμα της κρίσης στους ανθρώπους, ποιο είναι;Είναι πιο φοβισμένοι. Το χειρότερο συναίσθημα είναι ο φόβος και αυτό το ξέρουν πολύ καλά όσοι κινούν τα νήματα και φτάνουν τον άνθρωπο στο σημείο να συρρικνώνεται τόσο, που «να τον πατάνε τα πόδια του ίδια». Και η οργή, επίσης, είναι μεγάλο ζήτημα. Αν οδηγηθεί σε ακροδεξιές αντιλήψεις, την έχουμε βαμμένη.


Αιφνιδιάστηκες που βγήκαν στον δρόμο εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι για το Μακεδονικό;Ο άνθρωπος, από τότε που απέκτησε συνείδηση, είναι ένα βαθιά μοναχικό όν. Επομένως, η πορεία του από τη ζωή στον θάνατο είναι μια σκληρή και βαθιά χαοτική κατάσταση. Είναι σαν να μας παρασέρνει το ποτάμι και δεν ξέρουμε πού θα εκβάλει. Ξεκινήσαμε από το άγνωστο, πλέουμε στο ποτάμι σαν τα κούτσουρα και πηγαίνουμε επίσης στο άγνωστο. Σε αυτόν τον παρασυρμό, πολλοί από εμάς θέλουμε εναγωνίως κάτι για να πιαστούμε. Από τα πρώτα που μας προφέρονται για βοήθεια είναι η αίσθηση να ανήκουμε κάπου – σε ένα έθνος, μια πατρίδα, μια θρησκεία. Η οικογένεια, οι φίλοι, όλα αυτά είναι χέρια που προσπαθούν να ξορκίσουν τους φόβους μας και να μας τραβήξουν πάνω. Προσωπικά, εγώ νιώθω μεν ένα τρομαγμένο ον του σύμπαντος, όμως δεν θέλω μια τέτοια βοήθεια. Θέλω να οδηγηθώ στο άγνωστο, χωρίς βοήθεια. Προσωπικά, αυτά δεν με αγγίζουν, δεν με «ψήνουν».

Η λύση είναι η αγάπη ή η επανάσταση;(Σκέφτεται) Την αγάπη τη βάζω μπροστά, αλλά είναι πιο δύσκολη. Η αγάπη, όμως, για τα πάντα. Δεν αγαπώ πέντε-δέκα ανθρώπους και άλλους θέλω να τους δαγκώσω το αυτί. Δεν αγαπώ μόνο τους ανθρώπους, αλλά καταστρέφω τη φύση. Η αγάπη για τα πάντα μπορεί πραγματικά να μας λυτρώσει από αυτή τη βαθιά μοναχικότητα, που έλεγα πριν.

Ο έρωτας;
Ναι κι αυτός, αλλά είναι στιγμιαίος. Ο Έρικ Φρομ στο βιβλίο με τίτλο «Η Τέχνη της Αγάπης», λέει ότι ο άνθρωπος τη στιγμή που απέκτησε συνείδηση έκανε αυτό που λέμε στον χριστιανισμό, «δάγκωσε το μήλο της γνώσης». Ο άνθρωπος από τη στιγμή που απέκτησε συνείδηση, εξέπεσε από τον Παράδεισο. Ο Παράδεισος είναι η φύση, ο άνθρωπος αποκόπηκε από αυτή, γι’ αυτό την καταστρέφει. Τα σκυλιά μας, για παράδειγμα, ζουν στον Παράδεισο. Ο δικός μου, ο Καρντού, ζει στον Παράδεισο. Δεν νιώθει ότι είναι κάτι διαφορετικό από το υπόλοιπο φυσικό περιβάλλον.


Για τον έρωτα δεν μου ‘πες.Θα σου πω. Αυτή η αποκοπή, λοιπόν, οδήγησε τον άνθρωπο στο να είναι ένα βαθιά μοναχικό ον. Η μοναχικότητα είναι αβάσταχτη. Και προσπαθεί να την ξορκίσει με πολλούς τρόπους - με τον έρωτα, με τις επαναστάσεις. Εγώ πιστεύω ότι όσοι επαναστατούν ή είναι στις πορείες, εκείνη τη στιγμή νιώθουν μια υπερδιέγερση, κάτι αντίστοιχο με τον έρωτα. Η τέχνη, η οικογένεια, οι φίλοι, η επίκληση θεών, όλα αυτά είναι στιγμιαία, λέει ο Έρικ Φρομ. Δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα της μοναχικότητας διά παντός. Γι’ αυτό, η λύση είναι η αγάπη για τα πάντα. Δεν ξέρω πόσοι το έχουν πετύχει.

Πολύ ουτοπικό δεν είναι αυτό;
Και τι πειράζει; Ένας Αργεντίνος ποιητής είπε ότι η ουτοπία είναι όπως ο ορίζοντας. Αν προσπαθήσεις να τον βρεις, δεν θα το καταφέρεις ποτέ, γιατί πάντα θα μετατίθεται. Αλλά, στο μεταξύ θα έχεις προχωρήσει.

Να πάμε στον καινούριο δίσκο.«Με στόμα που γελά», σε ερμηνεία του Σωκράτη Μάλαμα. Τι ανάγκη καλύπτει;
Δεν ξέρω τι ανάγκη καλύπτει, δική μου και του Σωκράτη. Δεν γίνονται υπολογισμοί από πριν. Λέγαμε για πλάκα πριν ξεκινήσουμε, «άντε να κάνουμε έναν δίσκο λαϊκό». Τελικά, δεν έγινε λαϊκός, ίσως ένας σύγχρονος λαϊκός. Είναι τόσοι οι παράγοντες από τη στιγμή που ξεκινάς μέχρι τη στιγμή που καταλήγεις, ώστε οδηγείσαι εκεί που δεν το έχεις σκεφτεί. Μη νομίζεις, είναι κι ένα παιχνίδι όλο αυτό.

Ποιο είναι το πιο ωραίο πράγμα που έχεις ακούσει για τραγούδι σου;Μου έχουν πει αρκετοί ότι αυτά που γράφω τους σκαλίζουν τη συνείδηση.

Σε μια από τις λίγες συνέντευξεις σου, στον Άκη Σακισλόγλου στο ραδιόφωνο, τον ρώτησες εσύ ποιο είναι το νόημα της ζωής. Εσύ τι πιστεύεις;Δεν υπάρχει νόημα, νομίζω. Θα στο εξηγήσω κι αυτό στην πράξη. Αν είχε νόημα για εμάς, θα είχε για όλα τα όντα. Δες τώρα μια εικόνα και πες μου αν βρίσκεις νόημα σε αυτό. Περπατάω, εδώ στο δάσος, με τον σκύλο μου. Εγώ προσέχω να μην πατήσω μυρμήγκια ή άλλα έντομα στο χώμα. Ο σκύλος είναι ανύποπτος, είναι και χοντρούλης, πατάει μυρμήγκια, σκαθάρια, τα λιώνει. Ούτε αυτός έχει πάρει είδηση τι έχει κάνει ούτε τα μυρμήγκια. Εσύ βλέπεις σε αυτό κανένα νόημα; Δεν θα έπρεπε, αν είχε νόημα για εμάς η ζωή, να είχε και για τα μυρμήγκια και για τον σκύλο;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου