5.9.17

Οι τελευταίοι κυνηγοί των Ναζί

H αποστολή της μικρής υπηρεσίας του γερμανικού κράτους, που άρχισε τη λειτουργία της το 1958, ήταν να εντοπίζει Ναζί και να τους φέρνει ενώπιον της δικαιοσύνης. Για τον σκοπό αυτό εργάζονται ακόμη μια χούφτα εισαγγελείς, ωστόσο, όπως όλα δείχνουν, η μεγαλύτερη έρευνα του κόσμου φτάνει στο τέλος της.

Η Κεντρική Υπηρεσία Έρευνας Εγκλημάτων του Εθνικοσοσιαλισμού στεγάζεται σε ένα καταθλιπτικό κτίριο στη νοτιοδυτική Γερμανία, στην πόλη Λούντβιχσμπουργκ, που οι ναζί χρησιμοποιούσαν ως φυλακή πολιτικών κρατουμένων.

Περιλαμβάνει έξι «τμήματα», κάθε ένα από τα οποία στελεχώνεται στην πραγματικότητα από έναν εισαγγελέα. Οι άνθρωποι αυτοί ψάχνουν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα -κυριολεκτικά- αναζητώντας μέλη του Τρίτου Ράιχ.

Επικεφαλής της υπηρεσίας είναι οεισαγγελέας Jens Rommel, τον οποίον ο γερμανικός Τύπος αποκαλεί «Nazi hunter» (κυνηγό ναζί) - παρότι ο ίδιος μάλλον αντιπαθεί τον χαρακτηρισμό. «Ο κυνηγός ψάχνει το τρόπαιο με ένα όπλο στο χέρι. Εγώ είμαι εισαγγελέας που ψάχνει δολοφόνους και στο χέρι μου κρατώ τον ποινικό κώδικα» λέει μιλώντας στον Guardian.

Ο Rommel και οι συνεργάτες του επισκέπτονται στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί στη Γερμανία και την Ανατολική Ευρώπη «κοσκινίζοντας» αρχεία. Το ετήσιο κονδύλι που διαχειρίζεται η υπηρεσία είναι 1,2 εκατ. ευρώ. Μόνο την τελευταία δεκαετία έχουν κάνει πάνω από 20 ταξίδια στη Λατινική Αμερική.

Στην πραγματικότητα οι ερευνητές περνούν τον περισσότερο χρόνο ψάχνοντας εξαντλητικά σε θηριώδεις στοίβες επίσημων αρχείων, ελέγχοντας και διασταυρώνοντας ονόματα σε γερμανικές, ρωσικές, βρετανικές, γαλλικές και πολωνικές λίστες και τσεκάροντας τα πάντα: Από έγγραφα των SS για καθημερινές υποθέσεις, όπως για παράδειγμα, εντολές για νέες στολές και αιτήσεις γάμου, μέχρι καταγραφές των Συμμάχων για τους αιχμαλώτους πολέμου.

Στόχος είναι να βρουν τους τελευταίους ζωντανούς Ναζί, εκείνους εναντίον των οποίων δεν έχουν ακόμη ασκηθεί διώξεις, συνεπώς δεν έχουν δικαστεί.



«Πρόκειται για μία τεραστίων διαστάσεων περίπτωση cold-case» λέει ο Devin Pendas, ιστορικός που ειδικεύεται στις διώξεις των ναζί, εξηγώντας ότι, οι έρευνες αφορούν εγκλήματα που διαπράχθηκαν πριν από πολύ καιρό και για τα οποία οι πληροφορίες είναι ελάχιστες. Ο Rommel προσεγγίζει την έρευνα όπως έκανε στο παρελθόν σε υποθέσεις ανθρωποκτονίας, με τη διαφορά ότι, όπως λέει, στην προκειμένη περίπτωση η σκηνή του εγκλήματος είναι τα αρχεία. «Πίσω από τις λέξεις υπάρχουν εγκλήματα, απλά δεν υπάρχει αίμα πάνω στα χαρτιά» εξηγεί.

Οι εισαγγελείς της υπηρεσίας «ξεθάβουν» κάθε χρόνο περί τους 30 εν ζωή ναζί.

Οι υποθέσεις παραδίδονται στη συνέχεια σε περιφερειακούς εισαγγελείς, οι οποίοι διεξάγουν έρευνες παρακολούθησης επί τουλάχιστον έναν χρόνο και μετά αποφασίζουν εάν θα καταλήξουν στο δικαστήριο. Μόνο το 2016 ο Rommel έστειλε στους εισαγγελείς 30 υποθέσεις.



Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση του Οσκαρ Γκρένινγκ, που καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκισης το 2015 για συνέργειά στην εξόντωση, την άνοιξη του 1944, 300.000 Εβραίων της Ουγγαρίας στους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς. Το όνομα του ήταν στην τελική λίστα του 1948 του ΟΗΕ για εγκλήματα πολέμου -συγκεκριμένα στα πολωνικά κατηγορητήρια για το Άουσβιτς. Ωστόσο, μετά τη διάλυση της επιτροπής, καμία από τις συμμαχικές δυνάμεις δεν παρείχε στην Υπηρεσία αντίγραφο των 36.000 κατηγοριών που είχε επεξεργαστεί η Επιτροπή (έλαβε ένα ψηφιακό αντίγραφο κάποια στιγμή στη δεκαετία του 1980.)

Από το 2000, η έρευνα έχει οδηγήσει σε έξι διώξεις, αλλά στα μέσα ενημέρωσης, κάθε υπόθεση χαρακτηρίζεται ως «η τελευταία δίκη ναζί», σαν κατά βάθος όλοι, δημοσιογράφοι και αναγνώστες, να ελπίζουν ότι η δικαιοσύνη έχει επιτέλους αποδοθεί και το κυνηγητό τελειώνει.

Σήμερα, οι νεότεροι σε ηλικία ναζί είναι 90 χρονών και οι περισσότεροι, χαμηλόβαθμοι στην ιεραρχία: Φρουροί, μάγειροι, τηλεφωνητές, γιατροί. Όπως είναι αυτονόητο οι κατηγορούμενοι βαδίζουν ηλικιακά προς τον θάνατο κατά τη διάρκεια της μακράς δικαστικής διαδικασίας, οπότε οι πιθανότητες καταδίκης είναι ελάχιστες. Συνεπώς, λίγοι Γερμανοί γνωρίζουν τη δράση της Υπηρεσίας και οι περισσότεροι από όσους τη γνωρίζουν βλέπουν το θέμα με αμφιθυμία. Αλλά υπάρχουν και εκείνοι που αντιμετωπίζουν το έργο της με ευλάβεια, θαυμάζοντας όσα έχει κατάφερε παρά τις μεγάλες αντιξοότητες.

Ανεξαρτήτως εκτιμήσεων, η Υπηρεσία υπήρξε ένα σημαντικό βήμα όσον αφορά τη σχέση της Γερμανίας με το ναζιστικό παρελθόν της.



Στο γραφείο του Rommel υπάρχουν 16 μικρές σημαίες, όσες και τα κρατίδια της ομοσπονδιακής Γερμανίας. «Τα αφεντικά μου» λέει. Οι 16 περιφερειακοί υπουργοί Δικαιοσύνης είναι αυτοί οι οποίοι θα καθορίσουν πότε θα περατωθεί η έρευνα του Rommel, οπότε και θα τερματιστεί η προσπάθεια προσαγωγής ναζιστών στη δικαιοσύνη. Πριν από λίγες ημέρες, ένας εκ των περιφερειακών υπουργών δήλωσε ότι, μία πιθανή προθεσμία είναι το 2025. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι πρόκειται για αισιόδοξη εκτίμηση, θεωρώντας ότι το τέλος της Υπηρεσίας είναι πολύ πιο κοντά.

Το κατά πόσο οι δίκες των ναζιστών πρέπει να συνεχισθούν παρά τις όλο και λιγότερο ρεαλιστικές πιθανότητες επιτυχίας, παραμένει ένα ερώτημα. «Πόσα πρέπει να κάνει η Γερμανία για να αποδώσει δικαιοσύνη στα ίδια της τα εγκλήματα;» αναρωτιέται ο Devin Pendas. «Και για πόσον καιρό ακόμη χρειάζεται να καταβάλλει αυτές τις προσπάθειες;»

Πρόκειται για ερωτήματα που έχουν στοιχειώσει τη Γερμανία από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά τώρα, με την άνοδο του ακροδεξιού AfD, που οι δημοσκοπήσεις για τις επερχόμενες γερμανικές εκλογές το φέρνουν τρίτο κόμμα, έχουν επανέλθει στο προσκήνιο. Σημειώνεται ότι στέλεχος του AfD ζήτησε από την κυβέρνηση πριν λίγους μήνες να σταματήσει τις διώξεις των ναζί.

Ωστόσο και μόνο το γεγονός ότι η Υπηρεσία υπάρχει ακόμη, αποδεικνύει τόσο την έκταση των ναζιστικών εγκλημάτων, όσο και το πόσο πραγματική είναι η απειλή της ανόδου του εθνικισμού τόσο στη Γερμανία όσο και αλλού.

Στις ΗΠΑ, φορείς που έχουν την ίδια δράση με την Κεντρική Υπηρεσία Έρευνας Εγκλημάτων του Εθνικοσοσιαλισμού απειλούνται με λουκέτο. Η κυβέρνηση Τραμπ σχεδιάζει να κλείσει το Γραφείο Παγκόσμιας Ποινικής Δικαιοσύνης του Υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο είναι επιφορτισμένο με τις διεθνείς διώξεις εγκληματιών πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και γενοκτονιών.

Ο διευθυντής του, Todd F Buchwald, έχει ήδη ανακληθεί. Όπως δήλωσε ο προκάτοχός του, Stephen J Rapp, στους New York Times «Η υπόσχεση ‘ποτέ ξανά’ έχει αποδειχθεί ότι είναι δύσκολο να τηρηθεί».

Το πολύτιμο αρχείο της Υπηρεσίας, αυτό που ο Rommel αποκαλεί «ο θησαυρός» είναι ένα ευρετήριο στο οποίο υπάρχουν στοιχεία για σφαγές, μάχες, στρατόπεδα συγκέντρωσης, θύματα, μάρτυρες και δράστες.

Πρόκειται για την πιο ολοκληρωμένη καταγραφή των ναζιστικών εγκλημάτων και των μεταπολεμικών προσπαθειών της Γερμανίας να φέρει τους ναζιστές στο εδώλιο.

Όποιος έχει καταθέσει ως μάρτυρας ή το όνομα του έχει έστω αναφερθεί κατά τη διάρκεια δίκης ναζί έχει μια κάρτα, καταχωρημένη με αλφαβητική σειρά. Αλλά, υπάρχουν ακόμη κενά. «Κάθε μέρα, προσθέτουμε νέες κάρτες και αλλάζουμε στοιχεία σε άλλες», λέει ο Rommel. Μόνο ένα αρχείο από τον «θησαυρό» της Υπηρεσίας είναι αποθηκευμένο σε μικροφίλμ και μάλιστα, σε μυστική τοποθεσία.



Η συγκέντρωση όλων αυτών των στοιχείων έχει μετατρέψει την πρώην φυλακή σε ένα λαβυρινθώδες Μνημείο για τα θύματα του Ολοκαυτώματος.

Μεταξύ 1945 και 1949, τα δικαστήρια της Δυτικής Γερμανίας εξέδωσαν 4.600 καταδίκες για ναζιστικά εγκλήματα, αλλά με την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας το 1949, η επιθυμία για αμνηστία και λήθη κυριαρχούσε και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Η Επιτροπή Εγκλημάτων Πολέμου των Ηνωμένων Εθνών έκλεισε και τα αρχεία της σφραγίστηκαν.

Επρόκειτο για ένα είδος διαγραφής που προωθούσε ο Ψυχρός Πόλεμος σε ΗΠΑ και Γερμανία.

Καθώς οι κομμουνιστές έγιναν ο μεγάλος εχθρός, οι άνθρωποι άρχισαν να ξεχνούν το Ολοκαύτωμα.

Πολλοί Ναζί οι οποίοι καταδικάστηκαν στις δίκες που ακολούθησαν μετά τη Νυρεμβέργη αποφυλακίστηκαν τη δεκαετία του 1950, με μια σειρά νόμων περί αμνηστίας που πέρασαν από το νεοσύστατο κοινοβούλιο της Δυτικής Γερμανίας, οι οποίοι επανέφεραν τις συντάξεις των ναζί στρατιωτών και έδωσαν αμνηστία σε 20.000 ναζί που είχαν καταδικαστεί για «πράξεις κατά ζωής».

Σύμφωνα με τον Γερμανό ιστορικό Norbert Frei, συνολικά περίπου 800.000 Γερμανοί επωφελήθηκαν από τους νόμους περί αμνηστίας. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, χιλιάδες Ναζί είχαν απελευθερωθεί από τις γερμανικές φυλακές και επιπλέον αποκατασταθεί, αναλαμβάνοντας υψηλές θέσεις στο δικαστικό σώμα, την αστυνομία και τη δημόσια διοίκηση.



Ο Rommel έχει επίγνωση των προβλημάτων και κατανοεί ότι, η προθεσμία εκπνέει. Όμως, ξέρει ότι εάν δεν ολοκληρωθεί το έργο της Υπηρεσίας, εάν η Υπηρεσία δεν κάνει την πλήρη καταγραφή, τον ακριβή απολογισμό των ναζιστικών εγκλημάτων, δεν θα το κάνει κανείς.

«Ακόμη και αν δεν έχουμε πια στα χέρια μας πολλούς ναζί, είναι σημαντικό τόσο για τους επιζώντες και τους συγγενείς τους, όσο και για τη γερμανική κοινωνία να ξέρουμε. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είμαστε εδώ, επειδή προσπαθούμε να κάνουμε αυτό που είναι σήμερα ανθρωπίνως δυνατό» καταλήγει.

Aπό tvxs.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου