23.2.17

Aποχαιρετισμός στο Νίκο Κούνδουρο


Έφυγε από τη ζωή ο σκηνοθέτης Νίκος Κούνδουρος. Παιδί αστικής οικογένειας παλιών κρητικών πολιτικών, εντάχθηκε στο ΕΑΜ στην Κατοχή και αργότερα εξορίστηκε στη Μακρόνησο. Αν και σπούδασε εικαστικές τέχνες, τελικά ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο. Την πρώτη του ταινία γύρισε το 1954. Ήταν η Μαγική πόλη σε σενάριο της Μαργαρίτας Λυμπεράκη. Ακολούθησε ο Δράκος, βασισμένη σε μια ιδέα του Ιάκωβου Καμπανέλη, με μουσική του Μάνου Χατζηδάκι και πρωταγωνιστή τον Ντίνο Ηλιόπουλο. Μέχρι το θάνατο του ολοκλήρωσε 10 ταινίες (Οι παράνομοι 1958, Το ποτάμι 1960, Μικρές Αφροδίτες 1963, Vortex ή Το πρόσωπο της Μέδουσας 1967, Τραγούδια της φωτιάς 1975, «1922» 1978, Μπορντέλο 1984, Μπάυρον: Μπαλλάντα για ένα δαίμονα 1992, Οι φωτογράφοι 1998, Το Πλοίο 2011).

Στα πρώτα του βήματα, ο Κούνδουρος αποτέλεσε μαζί με λίγους ακόμα κινηματογραφιστές (π.χ. Κακογιάννης) φωτεινές εξαιρέσεις της κινηματογραφικής γενιάς στην οποία άνηκαν, καθώς ανέπτυξαν μιας καλλιτεχνική ευαισθησία που ήρθε σε σύγκρουση με τον αισθητικό συντηρητισμό της επίσημης μεταπολεμικής τέχνης. Ακολουθώντας τον ιταλικό νεορεαλισμό, προσπάθησαν να βρουν μια νέα γλώσσα για τον εγχώριο κινηματογράφο. Εισηγητές της νεωτερικότητας, ήρθαν σε σύγκρουση με την ειδυλλιακή αγροτική παράδοση του προπολεμικού κινηματογράφου, φώτισαν τις υποκουλτούρες του αστικού χώρου, το ρεμπέτικο, το περιθώριο και τη ζωή των φτωχοδιάβολων του Πειραιά.

Χαρακτηριστική ως προς αυτή την κατεύθυνση είναι η δεύτερη ταινία του, Ο Δράκος. Η δράση εξελίσσεται στον αστικό χώρο και συγκεκριμένα στις φτωχογειτονιές του Πειραιά και της Αθήνας. Πρόκειται για το τόπο όπου συγκεντρώνονται τα φτωχά λαϊκά στρώματα, η εργατική τάξη, αλλά και το περιθώριο. Εκεί ζουν, διασκεδάζουν, συμβιώνουν, εργάζονται και η συνύπαρξη αυτή θολώνει το σύνορο ανάμεσά τους. Η ανίχνευση και παρουσίαση των όρων ζωής των φτωχών των πόλεων, μεταπολεμικά, φαίνεται να αποτελεί στόχο του σκηνοθέτη. Στο Δράκο, ο ήρωας του, ένας μικροαστός, φοβισμένος και μοναχικός, όταν μαθαίνει την ομοιότητα του με έναν επικηρυγμένο κακοποιό, δράττεται της ευκαιρίας να ανατρέψει τη ρουτίνα της ζωής του. Με επίκεντρο ένα κέντρο διασκέδασης συναντά διάφορους μικροαπατεώνες και αποφασίζει να τους ακολουθήσει, ηγούμενος μιας απάτης.

Τα χαρακτηριστικά αυτά της ταινίας προκάλεσε την αντίδραση τόσο των αστικών όσο και των αριστερών εφημερίδων. Ενδεικτικά διαβάζουμε στην Αυγή: «Αποτελεί χωρίς άλλο αίσχος για τη χώρα μας το γεγονός ότι θα εκπροσωπηθεί η κινηματογραφική μας παραγωγή στο φεστιβάλ της Βενετίας με τη γνωστή ταινία Δράκος, την αποθέωση δηλαδή του μπουζουκιού, του υποκόσμου, του σαλταδορισμού και της ασυναρτησίας». Επίσης, στην Εστία: «Αυτή η ταινία (…) καθίσταται εντελώς γελοία και δεν ηξεύρει κανείς τι πρώτον και ύστερον να οικτήρη εκεί μέσα. Τας μωράς γελοιότητας των λαθρεμπόρων; Τον οικτρόν και πανάθλιο χορόν των χασικλήδων; Την διαπόμπευση του Ευαγγελίου; Την οικτράν εμφάνισιν και κατασυκοφάντησιν της αστυνομίας; Ή τους αθλιέστερους και βρωμερούς συνοικισμούς των Αθηνών και του Πειραιώς όπου εγυρίσθη το ελεεινόν αυτόν κατασκεύασμα;». (Σολδάτος 2011, 150). Η ταινία γνώρισε τελικά εισπρακτική αποτυχία και η αναγνώριση για την καινοτόμα και καλλιτεχνικά άρτια σκηνοθετική ματιά του Δράκου ήρθε τη δεκαετία του ’70.


Από toperiodiko.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου