26.9.16

Για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ προσφύγων

Σε 76 χώρες του κόσμου, η συμμετοχή ενηλίκων σε συναινετικές σεξουαλικές πράξεις ανάμεσα σε άτομα του ίδιου (ανατομικού) φύλου αποτελεί αξιόποινη πράξη.
Σε επτά από τις χώρες αυτές οι ομοφυλοφιλικές επαφές τιμωρούνται με ποινή θανάτου (στο Ιράν, τις βόρειες επαρχίες της Νιγηρίας, τη Μαυριτανία, τη Σαουδική Αραβία, τις νότιες περιοχές της Σομαλίας, το Σουδάν και την Υεμένη). Λεσβίες, ομοφυλόφιλοι, αμφισεξουαλικοί, τρανς και intersex (ΛΟΑΤKI ) εξαναγκάζονται ν’ υποβάλλουν αίτημα ασύλου κάθε χρόνο στις χώρες τις Ευρώπης, προκειμένου να τους χορηγηθεί διεθνής προστασία.
Παρ’ όλο που θα φαινόταν αυτονόητο ότι θα παρέχεται άσυλο στις προαναφερθείσες περιπτώσεις, υπάρχουν αρκετές δικαστικές αποφάσεις που έχουν απορρίψει το αίτημα ασύλου προβάλλοντας διάφορα επιχειρήματα και λόγους.
Αρκετά συχνά οι δικαστικές αποφάσεις συχνά στηρίζονται στην ιδέα ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός ενός αιτούντος άσυλο θα λαμβάνεται σοβαρά μόνο όταν το άτομο αυτό διακατέχεται από «ισχυρή και ακατανίκητη» ενόρμηση να προβεί σε σεξουαλική επαφή με άτομα του ιδίου φύλου, δηλαδή δεν μπορεί να φέρει καμιά αντίσταση στην έλξη που νιώθει για άτομα του ιδίου φύλου.
Τα στερεότυπα αυτά εξαιρούν από την διεθνή προστασία τους διωκόμενους αμφισεξουαλικούς, καθώς και άλλα άτομα της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ που δεν εμπίπτουν στα στερεότυπα αυτά που χρησιμοποιούν οι κριτές των υποθέσεών τους.
Στερεότυπα που θεωρούν ότι λεσβίες είναι μόνο όσες έχουν αρρενωπή συμπεριφορά, έκφραση, κι εμφάνιση , ομοφυλόφιλους τους θηλυπρεπείς άνδρες, για τ’ άτομα δε που έχουν παντρευτεί ή έχουν κάνει παιδιά ,δεν είναι ομοφυλόφιλα.
Άλλα συχνά στερεότυπα για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα είναι ότι θεωρούνται ότι «έχουν προβλήματα φύλου», δηλαδή οι ομοφυλόφιλοι «δεν είναι πραγματικοί άνδρες», δεν επιθυμούν να υπηρετούν τη στρατιωτική θητεία τους, δεν παντρεύονται ούτε αποκτούν παιδιά, δεν ντύνονται «ανδροπρεπώς», δεν κάνουν σχέση με έναν μόνον άνδρα. Οι λεσβίες δεν είναι «αληθινές γυναίκες», δεν παντρεύονται , δεν έχουν το αίσθημα της μητρότητας, δεν ντύνονται με «θηλυκότητα» κ.α. Η Γερμανική κλασική-σεξολογική αντίληψη επικρατεί σε πολλές χώρες – μέλη της ΕΕ. Για παράδειγμα, η σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου μέσα σ’ ένα περιβάλλον που υπάρχουν μόνο γυναίκες ή μόνον άνδρες, όπως π.χ. στη φυλακή, δεν θεωρείται έκφραση ομοφυλοφιλίας ή αμφισεξουαλισμού επειδή δεν αντιπροσωπεύει τη μια «μοιραία και αμετάκλητη» έλξη προς το ίδιο φύλο. Ο γάμος ή η ύπαρξη παιδιών πιστοποιεί ότι το άτομο δεν είναι ΛΟΑΤΚΙ.
Ένα άλλο διαδεδομένο στερεότυπο είναι αυτό που θεωρεί ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα σχηματίζουν μια ειδική κοινωνικά συνδεδεμένη ομάδα, με κοινά πολιτιστικά γούστα, πηγαίνουν σε συγκεκριμένα μέρη διασκέδασης και έχουν κοινούς τρόπους συμπεριφοράς και στάσης.
Τα στερεότυπα αυτά βασίζονται στην ιδέα ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός ταξινομείται αυστηρά σύμφωνα με μια σειρά κατηγορίες, με την ετεροφυλοφιλία ως την προφανή και σταθερή κεντρική κατηγορία, τους ομοφυλόφιλους και τις λεσβίες ως εξ ίσου σταθερές περιφερειακές κατηγορίες σεξουαλικού προσανατολισμού, τους τρανς και intersex ως ιατρικές κατηγορίες και τους αμφισεξουαλικούς ως ανθρώπους που θα μπορούσαν να ανήκουν είτε στους ετερόφυλους είτε στους ομοφυλόφιλους όταν επιτέλους αποφασίσουν τί θέλουν.
Με τον τρόπο αυτό οι λεσβίες και οι ομοφυλόφιλοι διαμορφώνονται κατ’ εικόνα των ετεροφυλόφιλων με συμπαγή πυρήνα και περιφερειακές ταυτότητες που μιμούνται καθησυχαστικά τη σταθερότητα και τη διαφύλαξη της ετεροφυλοφιλίας.
Οι τρανς και ιντερσεξ προκαλούν σύγχυση στην κατηγοριοποίηση. Οι αμφισεξουαλικοί δεν έχουν πρόβλημα γιατί μπορούν να «διαλέξουν» ανάμεσα στην ετερο- και την ομο-φυλοφιλική στάση. Ο τακτοποιημένος αυτός τρόπος αντιμετώπισης των μη-ετεροφυλοφιλικών σεξουαλικών ταυτοτήτων ενισχύει την ετεροφυλοφιλία ως κυρίαρχη νόρμα.
Σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες, χρησιμοποιούνται ιατρικές εξετάσεις (ψυχιατρικές εξετάσεις, σωματικές αντιδράσεις σε πορνογραφικές εικόνες, δηλαδή ο λεγόμενος «φαλλομετρικός έλεγχος») προκειμένου να διαπιστωθεί αν το πρόσωπο που αιτείται διεθνούς προστασίας είναι όντως ΛΟΑΤΚΙ άτομο. Οι ιατρικές, ψυχολογικές ή ψυχιατρικές εξετάσεις πιθανόν να είναι συναισθηματικά επώδυνες και ταπεινωτικές για εκείνους που έχουν υποστεί δίωξη εξ αιτίας του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου. Αν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν τέτοιες εξετάσεις προκειμένου να διαπιστωθεί αν το πρόσωπο που αιτείται διεθνούς προστασίας είναι ΛΟΑΤΚΙ, τότε οι εξετάσεις αυτές προφανώς δεν εξυπηρετούν νόμιμους σκοπούς επειδή οι ΛΟΑΤΚΙ ταυτότητες δεν συνιστούν ιατρικές, ψυχιατρικές ή ψυχολογικές κατηγορίες, οι γιατροί και οι ψυχίατροι δεν έχουν ειδικότητα επ’ αυτού. Όλες οι εξετάσεις από ψυχολόγους, ψυχιάτρους και σεξολόγους που πραγματοποιούνται για να αξιολογηθεί ο σεξουαλικός προσανατολισμός ή η ταυτότητα φύλου ενός ατόμου (βρέθηκε ότι έγιναν σε 8 χώρες: Αυστρία, Βουλγαρία, Δημοκρατία της Τσεχίας, Γερμανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία και Σλοβακία) θα πρέπει να θεωρούνται παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα σύμφωνα με το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Η διάταξη αυτή έχει εκπονηθεί στο πλαίσιο του Άρθρου 18 των Αρχών της Yogyakarta για τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου. Το φαλλομετρικό τεστ επίσης συνιστά απάνθρωπη και εξευτελιστική συμπεριφορά (Άρθρο 3 ΕΣΔΑ) καθώς και παραβίαση της ιδιωτικότητας του αιτούντος (Άρθρο 8 ΕΣΔΑ) και είναι σωστό η πρακτική αυτή πλέον να καταργηθεί. Η Γερμανία σχεδόν ρητά απαιτεί την ύπαρξη μιας σταθερής σεξουαλικής ταυτότητας. Οι ιατρικές γνωμοδοτήσεις ουσιαστικά επιδιώκουν να πιστοποιήσουν την σταθερότητα του σεξουαλικού προσανατολισμού ενός ατόμου και βασίζονται σε κατηγορίες που επίσημα έχουν καταργηθεί (δυσφορία φύλου, ομοφυλοφιλία ,κλπ) . Κανείς δεν μπορεί να κρίνει πόσο κάποιος άνθρωπος είναι ομοφυλόφιλος ή τρανς. Ο κάθε άνθρωπος αυτοπροσδιορίζει το σεξουαλικό προσανατολισμό του και την κοινωνική ταυτότητα του φύλου του.
Ο παραπάνω τρόπος θεώρησης του σεξουαλικού προσανατολισμού είναι εμφανής σε όλα τα ζητήματα αξιοπιστίας του αιτούντος άσυλο ΛΟΑΤΚΙ ατόμου. Τι συμβαίνει άραγε με τους ΛΟΑΤΚΙ αιτούντες άσυλο που δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτά τα στερεότυπα; Τι συμβαίνει όταν κάποια μέλη της επιτροπής ασύλου είναι ομοφοβικά- τρανσφοβικά; Πως εξακριβώνεται η αξιοπιστία του ΛΟΑΤΚΙ ατόμου αιτούντος άσυλο; Πως προστατεύεται η αξιοπρέπεια του ΛΟΑΤΚΙ ατόμου όταν οι ερωτήσεις που γίνονται συνήθως δεν αφορούν το σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου άλλα κυρίως την σεξουαλική δραστηριότητα, είναι ευτελιστικές και καταχρηστικές;
Οι ερωτήσεις που γίνονται από την επιτροπή ασύλου σχετίζονται με την ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας ή της ταυτότητας φύλου στην χώρα καταγωγής του ΛΟΑΤΚΙ αιτούντος άσυλο, αν υπάρχει κρατική προστασία για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα από τις διώξεις που υφίστανται από ομοεθνείς, πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, για την αξιοπιστία και αρκετά συχνά σχόλια που αφορούν την απαίτηση από τον πρόσφυγα να έχει διακριτική ζωή στη χώρα του ώστε να μην υφίσταται διώξεις.
Το γεγονός ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός τελεί υπό ποινικοποίηση, αποτελεί ένδειξη σχετικά με τη θέση των τρανς και ιντερσεξ ατόμων, η οποία μπορεί να είναι επίσης δυσχερής. Επίσης, το γεγονός ότι σε χώρες όπου το λεσβιακό σεξ δεν είναι ποινικοποιημένο ενώ το ομοφυλοφιλικό σεξ είναι, αποτελεί ένδειξη ότι οι λεσβίες αντιμετωπίζουν και αυτές κίνδυνο, απλώς βρίσκονται οριακά εκτός πεδίου αναγνώρισης. Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι σε ορισμένες χώρες οι τρανς είναι πιθανόν να αποτελέσουν στόχο μέσω της ποινικοποίησης της παρενδυσίας ή άλλων παραβιάσεων των κανόνων που σχετίζονται με το φύλο τους. Ακόμη, πολλά παραδείγματα έχουν αναφερθεί για κρατική δίωξη από υπαλλήλους χωρών στις οποίες έχει καταργηθεί η ποινικοποίηση. Το ζήτημα της ποινικοποίησης του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου έχει βαρύνουσα σημασία όσον αφορά τους ΛΟΑΤΚΙ αιτούντες άσυλο που προέρχονται από τις χώρες αυτές.
Πρώτον, στις χώρες που ισχύει η ποινικοποίηση οι ΛΟΑΤΚΙ κινδυνεύουν να διωχθούν. Δεύτερον, η ποινικοποίηση ενισχύει ένα γενικότερο κλίμα ομοφοβίας και τρανσφοβίας το οποίο δίνει τη δυνατότητα στα κρατικά και μη όργανα να διώξουν ή να βλάψουν τα ΛΟΑΤΚΙ πρόσωπα ατιμωρητί. Με λίγα λόγια. η ποινικοποίηση καθιστά τα ΛΟΑΤΚΙ πρόσωπα παράνομα και τα θέτει σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης ανά πάσα στιγμή.
Θα πρέπει άραγε η ποινικοποίηση από μόνη της να αποτελεί λόγο για τη χορήγηση ασύλου σε αιτούντες που προέρχονται από αυτές τις χώρες, υπό τον όρο οι αρμόδιες αρχές να πειστούν ότι το άτομο αυτό είναι όντως ΛΟΑΤΚΙ;
Η ερώτηση αυτή έλαβε αρνητική απάντηση, βάσει του επιχειρήματος ότι έχει αναφερθεί χαμηλή εφαρμογή της ποινικοποίησης σε κάποιες χώρες όπως το Πακιστάν και η Υεμένη.
«Οι άλλοι πρόσφυγες» – στερεότυπα, προβλήματα, ανεπάρκειες που ανακύπτουν κατά τις συνεντεύξεις ΛΟΑΤΚΙ προσφύγων.
Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, αναγνωρίζει ότι οι νόμοι που ποινικοποιούν τους ΛΟΑΤΚΙ, ακόμα κι αν δεν εφαρμόζονται πλέον συστηματικά, μπορεί να εφαρμοστούν με ανεπίσημο τρόπο, ο οποίος δεν οδηγεί σε καταγεγραμμένες διώξεις, όπως είναι η βία που επιβάλλεται μέσω της αστυνομίας ή η παράνομη παρακράτηση. Επί πλέον η Ύπατη Αρμοστεία επισημαίνει, ότι ποινική δίωξη είναι πιθανόν να υπάρχει ακόμη και όταν δεν υπάρχει θετική πληροφορία για τη χώρα καταγωγής, που να δείχνει ότι οι νόμοι που ποινικοποιούν την ομοφυλοφιλική συμπεριφορά εφαρμόζονται στην πράξη.
Είναι φανερό ότι σε χώρες όπου οι κρατικές ή οι τοπικές αρχές είναι ομο- η τρανσφοβικές, οι διωκτικές ενέργειες των μη κρατικών οργάνων (περιλαμβανομένων και των διακρίσεων) δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με την προσφυγή στις αρχές για προστασία, επειδή αυτό μπορεί να οδηγήσει στην περαιτέρω ομο- ή τρανσφοβική συμπεριφορά σε βάρος του ατόμου, αυτή τη φορά από την αστυνομία. Ακόμη κι όταν οι αρχές δεν είναι πιθανόν να εμπλακούν οι ίδιες σε βία κατά των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, οι ομο- και τρανσφοβικές αρχές δεν είναι πιθανόν να παράσχουν αποτελεσματική βοήθεια και προστασία.
Ένα ακόμα παράδειγμα αφορά το γεγονός ότι σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των τρανς ατόμων που συμβαίνουν σε μεγάλη κλίμακα σε πολλά μέρη του κόσμου, δεν οδηγούν στη χορήγηση ασύλου. Σε σημαντικό αριθμό υποθέσεων οι αιτήσεις ασύλου από ομοφυλόφιλους Ιρανούς απορρίφθηκαν, με το σκεπτικό ότι θα μπορούσαν να ζήσουν στο Ιραν ως ομοφυλόφιλοι αν παρέμεναν διακριτικοί. Η απαίτηση για διακριτικότητα στηρίζεται στην άποψη ότι η ομοφυλοφιλία μεταξύ ανδρών είναι αρκετά διαδεδομένη και αποδεκτή σε πολλές ισλαμικές κοινωνίες, αρκεί η σχέση να παραμένει ιδιωτική και να μη συζητείται. Στην Ελβετία η αίτηση ασύλου ενός ομοφυλόφιλου άνδρα από το Ιραν απορρίφθηκε από το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο, με το επιχείρημα ότι στην πρακτική, η ομοφυλοφιλία είναι ανεκτή από τις Ιρανικές αρχές «όταν δεν εκτίθεται δημόσια με τρόπο που θα μπορούσε να θεωρηθεί προσβλητικός».
Η απόφαση αυτή συγκρούεται με το στοιχείο του βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης που υπάρχει στον ορισμό για τον πρόσφυγα. Τα ΛΟΑΤΚΙ πρόσωπα που αιτούνται άσυλο, σε συστηματική βάση υποχρεώνονται να επιστρέψουν στη χώρα προέλευσής τους, επειδή υποτίθεται ότι μπορούν να αποφύγουν τη δίωξη αποκρύπτοντας την ταυτότητά τους. Αυτό τους στερεί την ουσιώδη έννοια που βρίσκεται στον πυρήνα της περί ασύλου νομοθεσίας: αν οι άνθρωποι έχουν βάσιμο και δικαιολογημένο λόγο να φοβούνται τη δίωξη εξ αιτίας της άσκησης ενός νόμιμου ανθρώπινου δικαιώματός τους, δικαιούνται διεθνούς προστασίας. Το να απαιτούμε να αποποιούνται των δικαιωμάτων τους προκειμένου να παραμείνουν «προστατευμένοι» ακυρώνει τη λειτουργία των δικαιωμάτων αυτών. Δεν μπορεί να αναμένεται από τους αιτούντες άσυλο να καταστέλλουν το σεξουαλικό τους προσανατολισμό ή την ταυτότητα του φύλου τους ή να εξαρτώνται από την ανωνυμία για να αποφύγουν το φορέα της δίωξης.
Το στοιχείο του λόγου δίωξης στον ορισμό του πρόσφυγα πρέπει να εφαρμόζεται έτσι ώστε να μην απαιτείται από τα ΛΟΑΤΚΙ αιτούντα άσυλο άτομα να έχουν ήδη αποκαλύψει τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου τους στη χώρα καταγωγής, προκειμένου να ανήκουν σε μία ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Ακόμα και αν οι αρμόδιες για το άσυλο αρχές έχουν διαπιστώσει ή θεωρούν ότι το αιτών άτομο έχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα του, μπορούν και πάλι να του αρνηθούν το άσυλο, με το επιχείρημα ότι θα μπορούσε να ζήσει ασφαλής σε άλλο μέρος της χώρας του και επομένως δεν χρήζει διεθνούς προστασίας. Η δυνατότητα αυτή ονομάζεται «δυνατότητα προστασίας εντός των εθνικών συνόρων» (συχνά αναφέρεται και ως δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης ή δυνατότητα εσωτερικής μετακίνησης).
Η ομοφοβία και τρανσφοβία, που εκφράζεται είτε με τη νομοθεσία είτε με τη στάση και τη συμπεριφορά των ανθρώπων, συχνά επικρατεί σε όλη τη χώρα και δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες περιοχές. Επομένως, η δυνατότητα εγκατάστασης σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις των αιτούντων άσυλο που επικαλούνται ως λόγο τον φόβο δίωξης λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητα του φύλου τους.
Οι πληροφορίες για τις χώρες καταγωγής πρέπει να στηρίζονται σε εκθέσεις οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, εκπροσώπους του ΟΗΕ και να συμπληρώνονται από πληροφορίες των διπλωματικών αποστολών των χωρών – μελών, καθώς και τοπικές οργανώσεις ΛΟΑΤΚΙ, όπου αυτές υπάρχουν .
Όλα αυτά τα προαναφερθέντα πιστοποιούν ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας βασίζονται σε πολύ συγκεκριμένες προσδοκίες, οι οποίες αντιμετωπίζουν τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου ως κάτι συναφές προς τις πολιτικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις εστιάζοντας στην επίσημη δημόσια σφαίρα των δημόσιων μέσων και της νομοθεσίας.
Προφανώς η σεξουαλικότητα είναι και πολιτικό θέμα από πολλές απόψεις αλλά η πολιτική της σεξουαλικότητας, ενώ μπορεί να λαμβάνει χώρα σε τόπους όπως είναι τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινοβούλια, πιο συχνά συναντάται σε περιβάλλοντα που ονομάζονται ιδιωτικά, όπως είναι η οικογένεια, η γειτονιά ή εργασία.
Ανεξάρτητα όμως απ’ αυτό, τα παραδείγματα της πρακτικής των συνεντεύξεων ασύλου παρέχουν στοιχεία απαράδεκτων μεθόδων πιστοποίησης της αξιοπιστίας, διαποτισμένες με αμφίβολες αντιλήψεις και στερεότυπα σχετικά με το πώς συμπεριφέρονται οι «πραγματικοί» ΛΟΑΤΚΙ. Γενικά, οι άνθρωποι που ζητούν διεθνή προστασία αναμένεται να αναφέρουν τους λόγους για τους οποίους φοβούνται τις διώξεις με ξεκάθαρο, συνεπή και κατανοητό τρόπο.
Επίκληση στο ζήτημα του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου σε μεταγενέστερο στάδιο (π.χ. κατά την έφεση ή με επόμενη αίτηση) συχνά δημιουργεί αμφιβολίες σχετικά με την αξιοπιστία του αιτούντος και συνεπώς τέτοιοι καθυστερημένοι ισχυρισμοί μπορεί πολύ εύκολα να απορριφθούν.
Όμως υπάρχουν αρκετοί έγκυροι λόγοι για τους οποίους οι ΛΟΑΤΚΙ αιτούντες μπορεί να μην έχουν αποκαλύψει τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου τους κατά τη στιγμή της αρχικής τους αίτησης, όπως είναι: ότι ορισμένες φορές ζητούν άσυλο παιδιά, τα οποία συνειδητοποιούν τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου μερικά χρόνια αργότερα.
Πολλά πρόσωπα που είναι ΛΟΑΤΚΙ αιτούντα άσυλο δεν τολμούν να συζητήσουν για τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου επειδή αισθάνονται διαφορετικοί, στιγματισμένοι, ντροπή ή φόβο. Τα συναισθήματα αυτά είναι πιθανόν να οφείλονται σε εσωτερικευμένη ομοφοβία ή τρανσφοβία και να ενισχύονται από την υποχρέωση για αποκάλυψη του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου τους σε κάποιον υπάλληλο των αρχών ασύλου, ή από το φόβο του τί θα μπορούσε να τους συμβεί αν ο σεξουαλικός προσανατολισμός ή η ταυτότητα φύλου γινόταν γνωστά σε άλλα περιβάλλοντα, όπως είναι οι χώροι υποδοχής και φιλοξενίας προσφύγων. Άλλοι ίσως να είναι στη διαδικασία της αποκάλυψης (coming-out): μπορεί να μην έχουν αποκαλυφθεί σε άλλους ή ακόμη και στον ίδιο τους τον εαυτό σχετικά με τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου.
Το βασικό συμπέρασμα από όλη αυτήν την κατάσταση είναι ότι η αξιοπιστία μπορεί να πιστοποιηθεί μόνο με βάση μια συνέντευξη, η οποία θα επιτρέπει στο πρόσωπο που αιτείται άσυλο να πει ελεύθερα την ιστορία του. Ο τρόπος ανάπτυξης του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου, καθώς και οι αντιδράσεις του περιβάλλοντός τους, οι εμπειρίες και τα βιώματα που σχετίζονται με παρενοχλήσεις, βία και συναισθήματα διαφορετικότητας, στιγματισμού, φόβου και ντροπής συνήθως περιλαμβάνονται στην διαδικασία ερωτήσεων της συνέντευξης παροχής ασύλου. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να παρέχεται στους αιτούντες η δυνατότητα να λένε την ιστορία του σεξουαλικού προσανατολισμού τους ή της ταυτότητας φύλου τους όπως την βίωσαν, με λεπτομερή τρόπο και σε έναν ασφαλή χώρο. Οι ερωτήσεις να μην εστιάζουν στην σεξουαλική δραστηριότητα, να μην θίγουν την αξιοπρέπεια, να μην στηρίζονται σε στερεότυπα, σε ιατρικές εξετάσεις και ψυχιατρικές γνωματεύσεις.
ΠΗΓΕΣ:  
1. Κατευθυντήριες γραμμές για την προαγωγή και προστασία της άσκησης όλων των ανθρώπινων δικαιωµάτων από λεσβίες, οµοφυλόφιλους και αµφιφυλόφιλα, διεµφυλικά και διαφυλικά πρόσωπα (ΛΟΑ∆∆) ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Βρυξέλλες, 24 Ιουνίου 2013 http://www.antigone.gr/files/gr/library/documentation-of-EU-and-international-organizations/policy-documents/2013_EE_INSTRUCTIONS_GR.pdf
2. Κατευθυντήριες Οδηγίες για τη Διεθνή Προστασία Νο 9: για την εξέταση των αιτημάτων ασύλου που στηρίζονται στο σεξουαλικό προσανατολισμό και/ή στην ταυτότητα του γένους (φύλου) στο πλαίσιο του άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων
UN High Commissioner for Refugees (UNHCR),23.10.2012
http://www.refworld.org/cgi-bin/texis/vtx/rwmain/opendocpdf.pdf?reldoc=y&docid=534ba2874

*Ο Σταύρος Μπουφίδης είναι ψυχίατρος – ψυχοθεραπευτής
Πηγή: t-zine.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου